Το ημερολόγιο ενός Αθηνέζου στην Ξεσσαλονίκη: Βομβίδια
© Ρεμί

Το ημερολόγιο ενός Αθηνέζου στην Ξεσσαλονίκη: Βομβίδια

Αναζητώντας βομβίδια στα Βαλκάνια με ένα σκαραβαίο.

Αγαπώ αυτά τα βομβίδια της Θεσσαλονίκης γιατί, κάθε φορά που τα τρώω, σηκώνεται μέσα μου ένας περίεργος αέρας από το πουθενά. Σκέφτομαι αυτές τις λέξεις και ταξιδεύω πίσω στον χρόνο.

Πριν από 39 χρόνια, λοιπόν, οι γονείς μου αποφάσισαν να διασχίσουν τα Βαλκάνια και να φτάσουμε στη Βουδαπέστη με έναν Σκαραβαίο. Ένα παράτολμο σχέδιο, αν σκεφτείς ότι το συμπαθέστατο αμάξι έπιανε την καλύτερή του ταχύτητα στην κατηφόρα: 80 χιλιόμετρα την ώρα. Στην ευθεία πήγαινε γύρω στα 60. Σε ανηφόρα δεν το δοκιμάζαμε· μπορεί να ζούσαμε τη ζωή μας σε κίνδυνο, αλλά τέτοια κόλπα κασκαντέρ δεν κάναμε.

Στη συμπαθέστατη Νις της τότε Γιουγκοσλαβίας, ο Σκαραβαίος έβγαλε πρόβλημα — αθάνατα αμάξια — και το πήγαμε σε ένα συνεργείο, όπου κάτι απίθανοι απατεώνες Σέρβοι φρόντισαν να μικρύνει αρκετά ο ταξιδιωτικός μας προϋπολογισμός.

Το μόνο καλό σε όλη αυτή την περιπέτεια ήταν η πρώτη γνωριμία με εκείνα τα υπέροχα βαλκανικά σουτζουκάκια, που έλιωναν στο στόμα. Αν και ήμουν μόλις 6 ετών, πρέπει να έφαγα πάνω από 14-15. Ακόμα θυμάμαι πως, όταν τα δάγκωνες, έσκαγε μέσα σου η απόλαυση. Αξέχαστα μου είχαν μείνει.

Το Πάσχα του 2017 είχα την ίδια ιδέα: να πάω στη Βουδαπέστη με το αμάξι και να βρω έναν σταθμό πριν φτάσουμε εκεί. Διάλεξα τα τότε ακόμα αποκαλούμενα Σκόπια, γιατί είδα ότι στο κέντρο, 500 μέτρα από το ξενοδοχείο, υπήρχε ένα μαγαζί που τα σέρβιρε όπως τότε στη Νις. Η γυναίκα μου αντιδρούσε: «Μα στα Σκόπια; Η Μακεδονία είναι ελληνική». Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι το θέμα δεν ήταν πολιτικό· η απόλαυση είναι διαχρονική, βαλκανική και χωρίς σύνορα.

Φτάνουμε στα Σκόπια, αλλά στην πόλη υπήρχε μια περίεργη κινητικότητα. Μπαίνουμε στο ξενοδοχείο, αφήνω τα πράγματα σε κλάσματα nanosecond και κατεβαίνω να πάω στο κέντρο. Με σταματά ένας εργαζόμενος: «Πού πάτε, κύριε;» Του λέω χαμογελώντας: «Πάω στο μαγαζί με τα βαλκανικά κεμπαπάκια. Τσεβάπι τα λέτε;» Εκείνος μου απαντά: «Δεν μπορείτε να πάτε. Γίνονται συγκρούσεις στο κέντρο και η κατάσταση είναι έκρυθμη. Σας προτείνω να μείνετε εδώ».

Τι να κάνω; Έμεινα εκεί. Πήγα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου και ρώτησα αν είχαν αυτά τα κεμπαπάκια. Σέρβιραν μόνο γαλλική κουζίνα και σιτεμένες μπριζόλες. Τζίφος. Να είσαι στα Σκόπια και να σερβίρουν γαλλικά πιάτα…

Φεύγουμε την επόμενη μέρα για Βουδαπέστη. Λέω ότι, γυρνώντας, αντί για Βελιγράδι, θα σταματήσω στη Νις για να τα βρω. Μετά από επτά ημέρες φτάνουμε εκεί, επιστρέφοντας από τη Βιέννη. Μπαίνουμε στο ξενοδοχείο και μας ζητούν αρκετές πληροφορίες, γιατί η Αστυνομία της Σερβίας, λόγω αναταραχών στο Κόσοβο, φοβόταν ότι στη Νις κοιμούνται διεθνείς κατάσκοποι.

Ρε παιδιά, δεν είμαι ο James Bond. Σουτζουκάκια, κεμπαπάκια θέλω. Και πάλι τζίφος.

Κάθε φορά που βρίσκομαι με αυτά τα σουτζουκάκια, γυρίζω ξανά πίσω στον χρόνο: στη Γιουγκοσλαβία, στην καντίνα της Νις, στον κόκκινο Σκαραβαίο, στην pop84, στον θείο Τίτο, στον Ντίνο Ράτζα, στον Ντίβατς, στον Εμίρ με τους «Τσιγγάνους╗, στη μουσική από τα χάλκινα. Γυρίζω και στους γονείς μου, που τότε ήταν περίπου στην τωρινή μου ηλικία, και στη μνήμη εκείνου του σκασίματος απόλαυσης μέσα στο στόμα μου. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, αυτή η γεύση μένει σχεδόν ίδια σε όλα τα Βαλκάνια.

Το φαγητό είναι η μνήμη που ριζώνει στο μυαλό σου. Καλές οι τεχνικές, οι συνταγές και οι γαστρονομικές αναλύσεις, αλλά αυτό που ψάχνεις πραγματικά στη γεύση είναι εκείνες οι ταπεινές γεύσεις της παιδικής σου ηλικίας. Αυτές μπορούν να κάνουν ακόμα και τον σαράβαλο Σκαραβαίο του πατέρα μου να ανέβει τις ανηφόρες της ζωής και των Βαλκανίων.

Σχετικά άρθρα