«Θα έχουμε για πάντα, αγάπη μου, το Παρίσι». Και αν όχι, υπάρχει το «Rick’s»
Στο «Rick's» νιώθεις σαν τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στην «Καζαμπλάνκα».
Λατρεύω να πηγαίνω στο «Rick’s» γιατί έχει μια κοσμοπολίτικη εσάνς και γιατί κατάλαβα ότι το πιο σημαντικό είναι ένα καλό κρασί (αυτό το λέω χωρίς να το πιστεύω απόλυτα, αλλά ταιριάζει στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα· ας πούμε, δεν θα ταίριαζε αν έλεγα «μισή γουλιά ξινόμαυρο και μετά Coke με πάγο»), ένα καλό φιλέτο, αγαπημένα πρόσωπα αριστερά και δεξιά, ένας πιανίστας να παίζει Σινάτρα κι εσύ να νομίζεις ότι είσαι ο Χάμφρεϊ· να κλείνεις το μάτι στο κορίτσι σου και να της λες: «Θα έχουμε για πάντα, αγάπη μου, το Παρίσι».
Χαρούμενος από τη μεγαλειώδη ατάκα που μόλις είπες, βγαίνεις έξω υπερήφανα και με περπάτημα Μπόγκαρτ, ανεξάρτητα από το αν είσαι τριάντα κιλά παραπάνω απ’ αυτόν, για να καπνίσεις το πούρο που σου έδωσε με αγάπη ο Ευάγγελος από την Πρωτοχρονιά. Ψάχνεσαι και δεν το βρίσκεις πουθενά, και εκεί παθαίνεις σοκ: μήπως το πέταξες μαζί με τα σκουπίδια;
Να τονίσω ότι το να βγάζεις τα σκουπίδια είναι μια αποστολή των ανδρών που τους ακολουθεί από τη γέννησή τους μέχρι να παραδώσουν τα σκήπτρα του βασιλείου στον διάδοχο.
Δεν χάνεις την ψυχραιμία σου, γιατί δεν πρέπει να χαλάσει η ατμόσφαιρα και, αντί για πούρο, τελικά κάνεις ένα IQOS με γεύση λεμονιού, τράκα από τον έφηβο που είναι έξω και καπνίζει κρυφά από τη μαμά του.
Το «Rick’s» μου δημιουργεί άπειρα θετικά συναισθήματα, τόσο ο χειμωνιάτικος χώρος του όσο και η αυλή του καλοκαιριού. Θα ήθελα να πηγαίνω ντυμένος εκεί τον χειμώνα με ένα μαύρο κουστούμι και το καλοκαίρι με ένα μπλε λινό κουστούμι. Το κακό είναι ότι μόλις σκέφτομαι να πάρω κουστούμι, μου έρχεται ασυναίσθητα η σκέψη ότι πρέπει να κάνω δίαιτα και έτσι, από τις τέσσερις φορές που έχω πάει, τελικά κατάφερα μόνο τη μία να φορέσω σακάκι, και αυτή το έβγαλα γρήγορα γιατί με δυσκόλευε στα μανίκια. Ορκίστηκα από μέσα μου ότι φτάνει πια· πότε επιτέλους θα κάνω εμφάνιση Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ;
Διαβάστε επίσης
Όπως και να έχει, σπάνια ολοκληρώνεις σωστά και απόλυτα αυτό που ονειρεύτηκες. Το θέμα είναι να το ολοκληρώνεις έστω και με κάποιον τρόπο, έλεγε η γιαγιά μου, κι αυτό είναι μια μικρή νίκη.
Το «Rick’s» έχει τρομερές κοπές μοσχαριού, τις οποίες ψήνουν απίστευτα, και είναι ωραίος και ο τρόπος σερβιρίσματος και κοπής τους. Πριν από την κοπή, όμως, μην αμελήσετε και το απίστευτο ταρτάρ του.
Έχει και στρείδια Ροκφέλερ. Δεν σας κρύβω ότι απεχθάνομαι τα στρείδια. Βασικά, δεν έχω καταλάβει γιατί κάποιος να τρελαίνεται με κάτι που καταπίνεις και δεν μασάς. Θα πουν πολλοί: «Μα το μασάς, Ρεμί!». Ειλικρινά, δεν έχω προσέξει κανέναν να τα μασάει· όλοι τα καταπίνουν, προφανώς για να τελειώσει η αηδία γρήγορα. Βέβαια, στο «Rick’s» βάζουν βούτυρο και παρμεζάνα. Θα πω ότι μου αρέσει, στα ψέματα.
Αλλά στο «Rick’s», αγαπητά μου παιδιά, πάω για την υπέρτατη μακαρονάδα με μοσχαρίσια μάγουλα και σος ροκφόρ από κάτω και γι’ αυτό το γλυκό με τα σου που το λένε Croquembouche. Αυτά τα δύο δεν υπάρχουν πουθενά στην Αθήνα. Θα ήθελα κάθε απόγευμα γύρω στις 19:00 να πηγαίνω στο «Rick’s», να παίζει ο πιανίστας κάτι γιορτινό, να κάθομαι στην ίδια θέση και να μου φέρνουν το ταρτάρ τους και τη μακαρονάδα, και στο τέλος τα σου. Πιστεύω ότι μπορώ να το κάνω μέχρι το τέλος της ζωής μου. Ίσως στα γενέθλιά μου να παραγγέλνω και στρείδια Ροκφέλερ και να λέω με στόμφο ότι τα καλύτερα στρείδια τελικά είναι τα Belon από τη Γαλλία και όχι τα Gillardeau.
Διαβάστε επίσης