Όχι δασκάλα, καθηγήτρια
Η καθηγήτρια έχει ειδικότητα και η ειδικότητα σημαίνει, πως αντίθετα από την δασκάλα που βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου μας, αυτή πρέπει να μας παρασύρει στον δικό της.
Την Παρασκευή αποχαιρετίσαμε ως χώρα την Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ. Την μεγαλύτερη Ελληνίδα καθηγήτρια του καιρού μας. Αυτό νομίζω ήταν η συναρπαστική αυτή μοναδική προσωπικότητα.
Διάβασα όλες αυτές τις ημέρες πολλούς που την αποχαιρέτησαν αποκαλώντας την «μεγάλη δασκάλα». Είναι ωραία και ευγενική η προσφώνηση αλλά η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ ήταν καθηγήτρια. Κι ανάμεσα στην δασκάλα και στην καθηγήτρια υπάρχει διαφορά. Δεν λέω ότι η καθηγήτρια είναι καλύτερη από την δασκάλα αλλά οι ρόλοι είναι διακριτοί.
Η δασκάλα είναι η πρώτη πραγματική τρομερή θηλυκή φιγούρα που γνωρίζουμε στην ζωή μας μετά την μαμά και την γιαγιά. Και με τις δυο αυτές υπάρχει μια σχέση συναισθηματική: με την μαμά η σχέση είναι εξάρτησης, με την γιαγιά βασίζεται συνήθως στην συνενοχή – η μαμά είναι λιμάνι και καημός, η γιαγιά καταφύγιο. Η δασκάλα, που μπαίνει στην ζωή μας ξαφνικά, προκύπτει κάπως υποχρεωτικά: μας μοιάζει απαραίτητο να την ακούμε, θέλουμε να μας πάρει με καλό μάτι, μας ανησυχεί κομμάτι η παρουσία της. Η σχέση μας μαζί της δεν είναι συναισθηματική, όπως αυτή με την μαμά και την γιαγιά, αλλά σιγά σιγά τέτοια γίνεται. Θέλουμε να την κερδίσουμε. Να είναι μαζί μας ευχαριστημένη. Να μην έχει από μας παράπονα. Όχι τυχαία την αποκαλούμε «κυρία». Γίνεται η «κυρία» μας, δηλαδή αυτή που ακούμε θέλοντας και μη για να έχουμε την ησυχία μας. Αν αυτή είναι ευχαριστημένη μαζί μας, όλοι είναι ευχαριστημένοι. Η καθηγήτρια είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση.
Όταν προκύπτει στη ζωή μας η καθηγήτρια είμαστε ήδη πιο μεγάλα παιδιά. Δεν πρέπει εμείς να την κερδίσουμε: πρέπει αυτή να μας κερδίσει. Η επικοινωνία μαζί της είναι κομμάτι δύσκολη. Την παρακολουθούμε με δυσπιστία. Δεν ξέρουμε γιατί είναι ακριβώς ικανή, πόσο το μάθημα της μπορεί να μας συναρπάσει, πόσο τελικά αξίζει την προσοχή μας. Η καθηγήτρια έχει ειδικότητα και η ειδικότητα σημαίνει, πως αντίθετα από την δασκάλα που βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου μας, αυτή πρέπει να μας παρασύρει στον δικό της. Που μας είναι συχνά άγνωστος, μας μοιάζει κουραστικός ή και αδιάφορος. Και το χειρότερο; Η καθηγήτρια βρίσκεται σε ένα είδος ασταμάτητης σύγκρισης στο μυαλό μας. Δεν είναι μόνη όπως η δασκάλα αλλά είναι περικυκλωμένη από άλλους καθηγητές. Ενώ η δασκάλα είναι η «κυρία» η καθηγήτρια αποκτά πολλά επίθετα. Είναι καλή, δύσκολη, περίεργη, βαρετή, ενίοτε σκληρή. Και κουβαλάει κι ένα μύθο. Πριν προκύψει στην ζωή μας είχε άλλους μαθητές, άλλη ζωή, άλλες συνήθειες. Και πάντα κάποιος κάτι έχει ακούσει και κάτι έχει να πει για αυτή.
Η Ελένη Γλυκατζή Αρβελέρ ήταν βυζαντινολόγος. Ο κόσμος στον οποίο έπρεπε να μας παρασύρει ήταν δύσκολος – για μερικούς δεν είχε καμία γοητεία. Αλλά ως καλή καθηγήτρια, όταν άρχιζε να μας ξεναγεί σε αυτόν, μας υπνώτιζε. Όλοι κάτι είχαμε ακούσει για την ζωή και τα κατορθώματα της και φουσκώναμε κάπως από υπερηφάνεια γιατί έκανε καριέρα μακριά στα ξένα. Οι ιστορίες της ζωής της ήταν εξίσου διδακτικές με τα μαθήματα της: αυτό κι αν είναι καθηγητική συμπεριφορά. Ήταν φίλη του Χατζηδάκι, μιλούσε με άνεση για τον Ντε Γκολ και τον Μιτεράν, μπορούσε να λέει αστείες ιστορίες για τον Μίκη Θεοδωράκη ή τον Ανδρέα Παπανδρέου ή τον Μάη του ’68. Αλλά στα διαλλείματα. Μετά, όταν το κουδούνι χτυπούσε, ως καθηγήτρια, μας έβαζε να καθίσουμε σε ένα θρανίο και έπαιρνε τον έλεγχο: τέρμα τα αστεία. Ακούραστη, αγέραστη, με την χαρακτηριστική φωνή που μετέτρεπε το μάθημα σε εμπειρία, δεν μας άφηνε περιθώριο παρά μόνο για να την προσέχουμε.
Η Ελένη Γλυκατζή Αρβελέρ γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια χώρα γεμάτη από ανθρώπους που τα ξέρουν όλα. ΕΈφυγε από αυτή και έγινε σπουδαία. Γυναίκα, επιστήμονας, Ελληνίδα. Αλλά πάνω από όλα καθηγήτρια.