Τελετουργικό

Τελετουργικό

Ο Φοίβος Δεληβοριάς είναι ένα σταθερό ραντεβού: πηγαίνεις να τον δεις για να τα πείτε.

Σάββατο βράδυ ήμουν στο Κύτταρο να δω τη φετινή χειμωνιάτικη εμφάνιση του Φοίβου Δεληβοριά με τον οποίο χρόνια τώρα αισθάνομαι ότι έχουμε κάποια ραντεβού, όχι υποχρεωτικά αλλά απαραίτητα. Με τον Φοίβο συμβαίνει κάτι που μόνο το κοινό του το καταλαβαίνει: η σχέση είναι κάπως περίεργα προσωπική, πηγαίνεις να τον δεις για να τα πείτε. Δεν συμβαίνει με όλους τους τραγουδοποιούς έτσι – και δεν συμβαίνει έτσι γενικώς με τους τραγουδιστές: τους τραγουδιστές πας για να τους ακούσεις και για να σε αναγκάσουν και να τραγουδήσεις, ενώ άλλοι τραγουδοποιοί ειδικεύονται στο να δημιουργούν κάτι τεράστιες παρέες ή για την ακρίβεια να μετατρέπουν μαγαζιά και συναυλίες σε μια μεγάλη ετερόκλητη παρέα διαφορετικών ανθρώπων που ενώνονται από τα ίδια σουξέ τα οποία και αναπαράγουν κομμάτι συνθηματολογικά – δεν το κατακρίνω ωραίο είναι, πολλοί το βρίσκουν και κομμάτι λυτρωτικό. Αλλά μικρή σχέση έχει με τον Δεληβοριά, τουλάχιστον για μένα.

Στο Φοίβο πας με παρέα, που μπορεί να είναι και η καλύτερη του κόσμου, τραγουδάς και μαζί της το «Αυτή που περνάει» πχ (γιατί στο μυαλό όλων πάντα υπάρχει μια τέτοια), βουλιάζεις με όλους και σε μερικά ρεφρέν, για παράδειγμα χρόνια τώρα «πηδάς και σκοτώνεσαι» (αλλά μια χαρά είσαι), ωστόσο μέσα στον γενικό χαμό (γιατί χαμός γίνεται στο Κύτταρο) είσαι πάντα εσύ κι αυτός. Και τα λέτε. Δηλαδή στα λέει. Γιατί όσο πολυλογάς και να είσαι απλά τον ακούς. Το κάνεις γιατί αυτές οι τραγουδοϊστορίες πάντα κάτι σου θυμίζουν και πάντα κάτι σου ξυπνάνε. Σου θυμίζουν ένα φίλο, τον Βαγγέλη. Τον χρόνο τον ψεύτη ή τον κανονικό. Της καρδιάς της τη μαφία. Ένα γοβάκι που να χωράει το πόδι της. Το να βγαίνεις νύχτα και να κοιμάσαι πρωί. Το ανοκλήρωτο χθες και το μέλλον από το παρελθόν. Και τον καθρέφτη του ναρκισσισμού σου που θέλεις να τον κάνεις κομμάτια. Κι άλλα πολλά με τα οποία έχεις γίνει χάλια ή τα έχεις δει σαν επεισόδια καρδιάς στην tv – δεν είναι δα και πολύ διαφορετικά.

Στον Φοίβο σπανίως υπάρχουν εκπλήξεις – αν και ποτέ δεν λείπουν. Φέτος βάζει τον κόσμο να τραγουδάει το «Με αεροπλάνα και βαπόρια» σαν να είναι ο εθνικός ύμνος – για πολλούς, ίσως και για αυτόν, είναι. Αλλά δεν είναι η επιλογή των τραγουδιών το θέμα: είναι η ανάγκη για αυτό το ραντεβού που έχει πάντα κάτι τελετουργικό, για να χρησιμοποιήσω μια λέξη που κι αυτή δική του είναι αφού δεν υπάρχει σε άλλο τραγούδι που τουλάχιστον εγώ ξέρω. Αυτό το τελετουργικό δεν έχει απολύτως τίποτα το βαρύ, τίποτα το επιτηδευμένο παρά την γλυκιά θεατρική σκηνοθεσία του: είναι απλά και πάντα μια πρόταση να τα πείτε, εσύ κι αυτός μέσω μιας διαδικασίας επικοινωνίας. Αυτός τραγουδάει κι εσύ, αν τον καταλαβαίνεις, λες πάντα διάφορα από μέσα σου.

Ο Δεληβοριάς είναι ανήσυχος όσο λίγοι. Τα καλοκαίρια γεμίζει ταράτσες με σόου τεράστια και φροντισμένα. Με νούμερα, με μπάντες, με κόσμο που πηγαινοέρχεται επί σκηνής, με καλεσμένους που ξεσηκώνουν, με το καλοκαιρινό φεγγάρι σύμμαχο και προβολέα. Και το χειμώνα πάει στο Κύτταρο με δυο συμπολεμιστές στα χαρακώματα της μουσικής, τον Κωστή Χριστοδούλου στα πλήκτρα και τον Σωτήρη Ντούβα στα κρουστά και σε κάνει να πιστεύεις πως πέρασες πάλι ένα βράδυ απίστευτα γεμάτο από ιστορίες, ήχους, ψιθύρους, ελεφαντάκια, την ίδια την Κική που κάνει ό,τι μπορεί. Απλά το σόου διαδραματίζεται στα εσώψυχά σου…

Σχετικά άρθρα