Ας ξαναπεριμένουν οι γυναίκες
Ο ορισμός του θεάτρου, κυρία μου.
Δευτέρα βράδυ διάλεξα να πάω στο Θέατρο Ψυρρή στην πρεμιέρα της θεατρικής εκδοχής του θρυλικού «Ας περιμένουν οι γυναίκες», όχι χωρίς ένα κάποιο φόβο για το τι ακριβώς θα δω.
Η αξεπέραστη ταινία του Σταύρου Τσιώλη είναι ατόφιο σινεμά – μια καλοκαιρινή περιπέτεια όπως έλεγε και ο δημιουργός της στην οποία πέρα από τους ηθοποιούς πρωταγωνιστεί το ίδιο το ζεστό φως και η υγρασία του ελληνικού Αύγουστου. Οι συντελεστές της παράστασης – κυρίως ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Λάσκαρης που έκανε και την σεναριακή διασκευή για το θεατρικό έργο – τιμούν την ταινία του Τσιώλη διατηρώντας το πνεύμα της μολονότι μάλιστα ακολουθούν διαφορετικά μονοπάτια. Η ιδέα να προκύψει ένα μιούζικαλ με λαϊκά τραγούδια (και όχι μόνο…) της δεκαετίας του ’90 στα οποία η καταπληκτικά μπριόζα Αλεξάνδρα Μάγκου δίνει ρέστα, μετατρέπει την ιστορία σε κάτι άλλο από αυτό που ξέρουμε, ειδικά εμείς οι φανς της ταινίας. Δεν χωρά αμφιβολία πως αν θυμάσαι όχι μόνο την ταινία αλλά και την ίδια την εποχή περνάς καλά: το κοινό της πρεμιέρας τραγούδησε κιόλας όχι μόνο τα σουξεδάκια της εποχής – για να το πω απλά και λαϊκά οι αναμνήσεις ξαναγυρίζουνε.
Η παράσταση έχει μια γλυκιά παραδοξότητα: ακριβώς επειδή έχουν κρατηθεί όλες οι σκηνές και όλες οι ατάκες της ταινίας, όποιος την ταινία την έχει δει και την αγαπάει, τις περιμένει και με τον ερχομό τους είναι έτοιμος να χειροκροτήσει. Είναι σαν να έχεις πάει να παρακολουθήσεις, όχι ένα θεατρικό, αλλά μια συναυλία με γνωστά τραγούδια, τα οποία και περιμένεις κι όταν τα ακούς χαίρεσαι. Έτσι συμβαίνει και με τις ατάκες: είχες γελάσει την πρώτη φορά που τις άκουσες σε σημείο, χάρη στο Youtube, να τις έχεις ακούσει δεκάδες φορές. Όταν τις ξανακούς νιώθεις πως ο Τσιώλης σου κλίνει το μάτι.

Η θεατρική διασκευή αποφεύγει δυο σκοπέλους πάνω στους οποίους η παράσταση θα μπορούσε να είχε τρακάρει και να είχε βυθιστεί. Το πρώτο είναι ότι κανείς από τους ηθοποιούς δεν μιμείται την μανιέρα του Γιάννη Ζουγανέλη, του Αργύρη Μπακιρζή και του Σάκη Μπουλά, που έκαναν ερμηνείες αξεπέραστες. Ειδικά ο Πέτρος Λαγούτης χτίζει ένα εντελώς διαφορετικό μπατζανάκη Μιχάλη γιατί ξέρει πως ο Μπακιρτζής είναι απλησίαστος. Στην ταινία ο Μπακιρτζής είναι κάτι σαν από μηχανής Θεός – αφηγητής της ιστορίας και συγχρόνως αυτός που κινεί τα νήματα: στο θεατρικό ο Λαγούτης είναι απλά ο τρίτος μπατζανάκης, ο καλός κι ο εύστροφος, αυτός που μένει μακριά από τα δίχτυα του καλοκαιρινού έρωτα.
Το δεύτερο – και ίσως σημαντικότερο – είναι ότι δεν υπάρχει ο πειρασμός μιας ανατροπής ή μιας σεναριακής έκπληξης – η όποια έκπληξη είναι σκηνοθετική: αν πχ είσαστε από τους τυχερούς στους οποίους θα προσφέρουν κοκορέτσι, να το δοκιμάσετε.
Νομίζω ότι ο Τσιώλης θα ήταν ευχαριστημένος από το γλέντι: η κόρη του, η φίλη μου Κατερίνα, καλά έκανε και έδωσε την έγκρισή της. Χρόνια τώρα οραματίζομαι το «Ας περιμένουν οι γυναίκες νο2». Θα ξεκινά στον τάφο του Αντρέα Παπανδρέου στο πρώτο νεκροταφείο. Οι δυο μπατζανάκηδες θα θρηνούν τον μπατζανάκη Αντώνη (Σάκη Μπουλά) κυριολεκτικά και μεταφορικά. Θα θέλουν αυτή την φορά πραγματικά να γυρίσουν στις γυναίκες τους και να δουν κι ένα ματς του ΠΑΟΚ: ο μπατζανάκης Μιχάλης (Μπακιρτζής) θα ισχυρίζεται ότι ο Λουτσέσκου είναι ξάδερφός του. Δεν θα τους αφήνουν οι αγρότες να περάσουν τα μπλόκα. Ο μπατζανάκης Πάνος (Ζουγανέλης) θα είναι στην κομπίνα του ΟΠΕΚΕΠΕ. Και θα τον κυνηγάει ένα κορίτσι. Που θα τραγουδάει λαϊκοπόπ. Ή τραπ.