Θέλω κι άλλο
© ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/ EUROKINISSI

Θέλω κι άλλο

Και ξαφνικά Δευτέρα του Πάσχα. Αυλαία.

Την Δευτέρα του Πάσχα με πιάνει μια ψιλομελαγχολία και δεν το κρύβω. Είναι η στιγμή που αισθάνομαι όχι ότι το Πάσχα τελείωσε, αλλά ότι τελειώνει γρήγορα. Με ό,τι τελειώνει δεν έχω πρόβλημα – με ό,τι τελειώνει γρήγορα ναι, γιατί μου λείπει. Και το Πάσχα είναι από τα λίγα που δεν χορταίνω.

Επειδή τέτοιες μέρες μου βγαίνει μια απολογιστική διάθεση έχω ξαναγράψει ότι το Πάσχα όταν ήμουν μικρός δεν το μπορούσα καθόλου. Δεν ήξερα πότε γιορτάζεται – άλλες φορές μου φαινόταν ότι ήταν νωρίς κι άλλες αργά. Όλοι συζητούσαν μέρες πριν τι καιρό θα κάνει και είχαν πάντα ένα περίεργο άγχος ενώ εγώ νόμιζα πως ο καιρός ήταν πάντα ίδιος: την Μεγάλη Παρασκευή πχ πάντα έβρεχε και το βράδυ της Ανάστασης αυτό δεν συνέβαινε ποτέ. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να βάφουμε τα αυγά κόκκινα και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το δικό μου πάντα έσπαγε πρώτο: αντίθετα από ό,τι συνέβαινε την Πρωτοχρονιά που μπορείς να κερδίζεις πάντα το φλουρί «κλέβοντας» με το τσούγκρισμα των αυγών δεν βρίσκεις άκρη: και ξύλινο να έπαιρνα με διέλυαν. Η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας με καταπίεζε: τα θαλασσινά δεν τα μπορούσα. Η λαμπάδα μου πάντα έσβηνε το βράδυ της Ανάστασης. Οι ταινίες και τα σήριαλ για το Πάσχα δεν μου άρεσαν ποτέ, γιατί οι κακοί είχαν πάντα μυτερό μούσι, ενώ οι καλοί είχαν άσπρο και περιποιημένο – άσε που ήξερα πάντα το τέλος. Κι όταν την Κυριακή του Πάσχα τα ραδιόφωνα έπαιζαν όλη μέρα δημοτικά λες και ξαναγιορτάζαμε την 25η Μαρτίου ήθελα να έχω γεννηθεί στην Ισλανδία.

Και μετά, μεγαλώνοντας, όλα άλλαξαν. Τώρα νηστεύω σαράντα μέρες και ως δοκιμασία το βρίσκω υπέροχο. Ξεκινάω και προβληματίζομαι για τον καιρό ένα μήνα πριν. Θέλω στο σπίτι κόσμο, πολύ κόσμο. Έπαψα να βλέπω τηλεόραση αυτές τις μέρες – εκτός από αθλητικά. Πατάω τα χώματα στο Πήλιο μετά από μήνες που λείπω και είναι σαν να έχω βγει από κέντρο περιποίησης. Μου τσακίζουν το αβγό και χαίρομαι γιατί θα το φάω πρώτος. Κι όταν το πράγμα τελειώνει δεν θυμάμαι πότε ξεκίνησε.

Το Πάσχα δεν είναι πολλές μέρες: είναι μόνο μια μέρα. Μπορεί να φεύγω την Μεγάλη Πέμπτη και να γυρνάω μετά την Ανάσταση αλλά όλο πιστεύω πως διαρκεί ένα εικοσιτετράωρο εντός του οποίου γίνονται τα πάντα. Έξοδος, αγωνία τι καιρό θα κάνει, σαρακοστιανά, τσίπουρα, κρασιά, βόλτες, συζητήσεις για ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου θαμμένες μέσα στην βαρεμάρα, δεν κοιμήθηκα καλά», καμπάνες, «κοιμήθηκα τέλεια», γκρίνιες, ένα παιδάκι να κλαίει, μαγειρίτσα, οβελίες, κοκορέτσια, μπουζούκια στην τηλεόραση, «δεν μπορώ άλλο να τρώμε και να πίνουμε», ο Ιησούς από την Ναζαρέτ, η ερώτηση «πότε ήρθατε», όλα μαζί – όλα μαζί μπορούνε. Και ξαφνικά Δευτέρα του Πάσχα. Αυλαία.

Χριστός Ανέστη μου λένε. Πλέον πιστεύω ότι η σωστή απάντηση είναι «Θέλω κι άλλο».

Σχετικά άρθρα