Unpopular opinion: Φέρτε πίσω το αυθόρμητο τηλεφώνημα

Unpopular opinion: Φέρτε πίσω το αυθόρμητο τηλεφώνημα

Ποια ήταν η τελευταία φορά που κάποιος σε πήρε τηλέφωνο, έτσι, αυθόρμητα. Χωρίς να έγινε κάτι, χωρίς να πέθανε κάποιος.

«Έλα ρε, ποιος πέθανε;»

Αυτή είναι πλέον η φυσική αντίδραση σε μια απροειδοποίητη κλήση. Και τι καλύτερη απόδειξη ότι το αυθόρμητο τηλεφώνημα έχει σχεδόν εκλείψει; Έχει γίνει προάγγελος κακών νέων, αντί για αφορμή για μια χαλαρή κουβέντα. Την τελευταία φορά που με πήρε άτομο του «εξωτερικού» μου κύκλου, κοίταξα το τηλέφωνο με απορία και αναρωτήθηκα τι έγινε. Μέχρι και οι θείες μου από το χωριό έχουν σταματήσει τα τηλέφωνα και πια ανταλάσσουμε φωτογραφίες με λουλούδια και τοπία στο Viber.

Ένα τηλέφωνο σπάνια είναι «ουδέτερο». Όταν χτυπήσει το κινητό, κάτι σε τραβάει να το σηκώσεις, μια περιέργεια, μια επέιγουσα αίσθηση. Κι αν δεν το σηκώσεις, νιώθεις και λίγο άσχημα. Δεν είναι σαν το μήνυμα που μπορείς να το αφήσεις για μετά, πράγμα εξαιρετικά βολικό: το γράφεις όταν μπορέσεις, το σκέφτεσαι, το διορθώνεις, το σβήνεις, το ξαναγράφεις, το στέλνεις όταν θελήσεις. Δεν σε «πιέζει» όπως η αμεσότητα ενός τηλεφωνήματος. Είναι εκεί, ζωντανό. Έχει παύσεις, μικρές αμηχανίες, απαιτεί αποκρυπτογράφηση και παρουσία.

Ίσως γι’ αυτό το αποφεύγουμε. Όχι απαραίτητα επειδή δεν θέλουμε να μιλήσουμε, αλλά επειδή αυτό το «happening now» θέλει περισσότερη ενέργεια και αφοσίωση, που συχνά δεν είμαστε διατεθημένοι να αφιερώσουμε.

Κι όμως, έχει κάτι ωραίο όταν χτυπάει το κινητό και είναι απλώς κάποιος που θέλει να σε ακούσει. Όχι για κάτι συγκεκριμένο. Όχι για να κανονίσετε κάτι. Απλά για να πείτε δυο πράγματα, έτσι. Σαν να βρίσκεστε τυχαία στον δρόμο. Σε σκέφτηκα, σε πήρα. Τι κάνεις;

Ας μη ξεχνάμε, βέβαια, τη μάστιγα των κλήσεων σπαμ. Τη μια φορά σε καλούν και μόλις απαντήσεις δεν μιλάει κανείς. Την επόμενη θα καλέσουν από κάποια εταιρεία για να σου πουλήσουν το πλέον πρωτοποριακό πακέτο ίντερνετ και ομιλίας ή την πιο προνομιακή παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Άρα ειδικά άγνωστος/ μη αποθηκευμένος αριθμός ισούται με μη απάντηση ή κατευθείαν απόρριψη. Εγώ όταν με καλούν από αριθμό που δεν αναγνωρίζω ψάχνω ταυτόχρονα τον αριθμό για να δω αν μπορώ να αποφύγω το σπαμ. Μόλις επιβεβαιώσω ότι δεν ήταν κάποιο χρήσιμο τηλέφωνο, το μπλοκάρω απευθείας.

Εντάξει, όμως, δεν λέμε για τα τηλεφωνήματα αυτά.

Φταίει και η γενιά. Οι μεγαλύτεροι θυμούνται τα σταθερά τηλέφωνα, τότε που υπήρχε ένας αριθμός για όλο το σπιτικό. Χτυπούσε και το σήκωνες χωρίς να ξέρεις ποιος είναι. Στο ελληνικό σπίτι το τηλεφώνημα στο σταθερό ήταν ήδη μια μάχη αποφυγής με τη μάνα να φωνάζει «Σήκωσέ το εσύ!» και όλοι να κάνουν πως δεν ακούν.

Τη σταθερή σύνδεση την κρατάμε πια στο σπίτι για τη μία θεία μου από τη Μυτιλήνη και την νταντά μου από όταν ήμουν τριών ετών και μας παίρνει κάθε 2 χρόνια από τη Ρωσία και μας μιλάει μόνο στα ρώσικα.

Και φυσικά, κανείς δεν αφήνει voicemail. Το τελευταίο άτομο που ξέρω να άφηνε μήνυμα στον τηλεφωνητή ήταν η γιαγιά μου. Και το έκανε με προσφώνηση και αποφώνηση, επίσημα σχεδόν, ακόμα και αν ήταν στο παιδί της. Πια αυτό έχει αντικατασταθεί από το «πάρε με όταν δεις».

Μην ανησυχείτε, δεν θα παίρνω τηλέφωνο τους πάντες, έχουμε και δουλειές. Όποιος δουλεύει με προθεσμίες ή χρεώνει με την ώρα είναι ασφαλής. Οι υπόλοιποι… να είστε σε επιφυλακή.

Ή, ποιος ξέρει; Μπορεί απλώς να περάσω από κοντά για έναν καφέ. Έτσι, απροειδοποίητα.

Σχετικά άρθρα