Ο Μπι Γκαν μας εξηγεί πώς γύρισε την «Αναγέννηση» – μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς
Ένα σπάνιο δείγμα απόλυτου ποιητικού σινεμά, το φιλμ του Κινέζου δημιουργού συνιστά ένα ονειρικό κινηματογραφικό κομψοτέχνημα.
Σήμερα, όταν κάποιος μιλά για το ποιητικό σινεμά, θα το κάνει συνήθως σε πλαίσιο ενός meme ή σαρκαστικά, σα να έχει υπόψη ένα κινηματογραφικό ύφος ξεπερασμένο και πιθανότατα, συνδεδεμένο με τις πιο κουραστικές εκδοχές της σινεφιλίας. Εν μέρει δικαιολογείται το πώς έχει επικρατήσει αυτή η εντύπωση, ωστόσο, πλέον είναι εξαιρετικά σπάνιες οι περιπτώσεις σκηνοθετών που υπηρετούν μια σχολή κινηματογράφου αφιερωμένη σε κάτι πιο υπερβατικό. Ένας εξ αυτών είναι και ο Μπι Γκαν, ένας στιλίστας δημιουργός ο οποίος με την «Αναγέννηση» παραδίδει μία από τις καλύτερες δουλειές του.
Με καταγωγή από την Κίνα, ο Γκαν εφαρμόζει μια τρόπον τινά απόλυτη ποιητικότητα, η οποία καλύπτει και το στιλ της ιστορίας που αφηγείται, αλλά και την εκφορά των εικόνων του. Στην «Αναγέννηση» μεταφερόμαστε σε έναν κόσμο όπου η ανθρωπότητα έχει καταφέρει την εξασφάλιση της μακροζωίας, αλλά ως αντάλλαγμα έχει παραδώσει την ικανότητα να ονειρεύεται. Ωστόσο, ορισμένα όντα που ονομάζονται Παραληρηματικοί («Deliriants») συνεχίζουν να καταφεύγουν στα όνειρά τους, παρά το γεγονός πως το τίμημα είναι να παραμορφώνεται η όψη τους και να είναι αναγκασμένα να ζουν κρυφά από τον κόσμο. Έτσι, κρύβονται στα πιο ανύποπτα μέρη για να συνεχίσουν να ονειρεύονται, όπως στα καρούλια μιας βουβής ταινίας, εκεί ακριβώς όπου έναν εξ αυτών ανακαλύπτει μια γυναίκα. Τότε, αποφασίζει να τον ακολουθήσει για να καταλάβει τι ακριβώς του συμβαίνει, προτού διαπιστώσει τον απρόσμενο τρόπο με τον οποίο μπορεί να τον λυτρώσει από τη φθαρτότητά του.

Όπως οι πρώιμοι σουρεαλιστές, αλλά και πιο σύγχρονοι εξερευνητές του υποσυνείδητου όπως ο Ντέιβιντ Λιντς και ο Απιτσατπόνγκ Βερασεθάκουλ, έτσι και ο Γκαν αντιμετωπίζει τον κόσμο των ονείρων ως έναν αυθύπαρκτο τόπο που δε γνωρίζει σύνορα όπως ο χρόνος. Εκεί όλα όσα μοιάζουν ανεξήγητα στην ουσία κρύβουν τις πιο προσωπικές αλήθειες, βέβαια, στην «Αναγέννηση» δεν ενδιαφέρεται αποκλειστικά να θυμίσει αυτήν την ικανότητα του κινηματογράφου. Επιπλέον, διατυπώνει από την αρχή τη μοναδική ιδιότητα του σινεμά να λειτουργεί σα μηχανή παραγωγής ονείρων και εικόνων που προκαλούν δέος. Σήμερα αυτές οι ποιότητες τείνουν να εξαφανιστούν λόγω του κατακερματισμού της προσοχής μας, αλλά πιο δυσοίωνο είναι το ενδεχόμενο να έχουμε πάψει να εμπνεόμαστε αφηγήσεις, καταστάσεις, ενέργειες που έχουν τη δυναμική να διογκώνουν και να εμπλουτίζουν αυτό που ονομάζουμε ύπαρξη. Για αυτό και ο «Παραληρηματικός» προτιμά να ατροφήσει απορροφημένος από τις μυριάδες ζωές που έχει ζήσει, παρά να επιβιώσει σε μια πραγματικότητα δίχως τέλος, αλλά καμία ουσιαστική αρχή.
Με δεδομένη, λοιπόν, την πολυπλοκότητα και την ευελιξία των αναγνώσεων πάνω στην «Αναγέννηση», θέσαμε τις ερωτήσεις μας στον Γκαν, ο οποίος απαντά παρακάτω.

Το βράδυ προτού παρακολουθήσω την «Αναγέννηση», έτυχε να βρεθώ σε μια προβολή του «Eraserhead». Παρότι ανόμοιες, σκεφτόμουν πως μοιράζονται την ίδια ανάγκη εμβάθυνσης στο ασυνείδητο. Είναι αυτή μια τάση που εμπνέει τις εικόνες σας;
Ζούμε σε μια εποχή ενεργούς εξερεύνησης του απώτερου κόσμου. Για εμένα, το να χρησιμοποιείται ο κινηματογράφος για την εξερεύνηση του ανθρώπινου εσωτερικού κόσμου είναι εξίσου σημαντικός με την εξερεύνηση άλλων πλανητών.
Κάθε βινιέτα στην ταινία χαρακτηρίζεται από μια ολόδική της αισθητική. Ωστόσο, ομολογώ πως η βουβή με συνάρπασε. Συναντήσατε κάποια πρόκληση στην υλοποίησή της;
Φυσικά, η μεγαλύτερη ήταν να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα των βουβών ταινιών για να αποδομήσω τις ψευδαισθήσεις της Ιστορίας. Διότι, το συντακτικό αυτών των ρετρό παραγωγών έχει πολλούς περιορισμούς. Για να καταφέρω, κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας χρειάστηκε να ξεχάσω τελείως όποια μοντέρνα κινηματογραφική εμπειρία είχα, ώστε να σκεφτώ από την αρχή έναν τρόπο για να αφηγηθώ τη συγκεκριμένη ιστορία.
Κάνετε αρκετά «κλεισίματα ματιού» σε άλλες ταινίες, όπως για παράδειγμα στην «Κυρία από τη Σαγκάη» στην ενότητα των καθρεφτών που βλέπουμε στο δεύτερο κεφάλαιο. Φαντάζομαι είναι η μέθοδός σας για να αποτίνετε φόρο τιμής;
Η αλήθεια είναι πως δε συνηθίζω να εμπνέομαι ιδέες με αυτόν τον τρόπο. Ακόμα περισσότερο σε αυτήν την ταινία όπου ακολουθούμε τη γενεαλογία του κινηματογράφου. Οπότε, σε κάθε ιστορία προσπάθησα να συμπυκνώσω το πνεύμα της εποχής στην οποία ανήκει, χωρίς όμως απλώς να την αναπαράγω. Βέβαια, οφείλω να παραδεχτώ πως το φιλμ που αναφέρετε ανέκαθεν με γοήτευε βαθιά. Έτσι, διαισθητικά, ένιωσα πως για ένα χαρακτήρα όπως του Κιού Μογιούν, ένα δωμάτιο με καθρέφτες θα ήταν απόλυτα ταιριαστός προορισμός.
Η «Αναγέννηση» έχει ένα σοβαρό – καλλιτεχνικό ύφος, αλλά δε χάνετε την ευκαιρία να κάνετε χιούμορ. Έχω υπόψη, συγκεκριμένα, τη χρήση του γρίφου, την οποία βρήκα ξεκαρδιστική.
Έχω την πεποίθηση πως όλες οι ταινίες μου είναι αστείες. Και έπειτα, βαθιά μέσα μου, νιώθω πως το χιούμορ του κόσμου συνυπάρχει με τη θλίψη.

Σε παλαιότερη δουλειά σας, το «A Long Day’s Journey Into Night», ακούγεται η εξής φράση: «Η διαφορά ανάμεσα σε μια ταινία και μια ανάμνηση είναι πως οι ταινίες είναι πάντα ψευδείς. Σε μια ταινία, μια σκηνή διαδέχεται την άλλη. Αλλά οι αναμνήσεις ανακατεύουν την αλήθεια με τα ψέματα». Στην «Αναγέννηση» μοιάζει σα να διατυπώνεται με ακόμα πιο έντονους όρους αυτήν τη θέση. Πρόκειται για ένα παράδοξο εγγενές στην οντολογία του σινεμά: ο κινηματογράφος είναι ταυτόχρονα πραγματικός και ψευδαίσθηση. Αυτός είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους που αγαπώ το σινεμά. Επιπλέον, μέσα από τις ταινίες το κοινό μπορεί επίσης να βιώσει αυτό το συναίσθημα ύπαρξης και ανυπαρξίας.
Αν θέλετε, μιλήστε μας για τη χρήση της μουσικής στο φιλμ. Αποτελεί βασικό συστατικό του, όχι μόνο λόγω της παρουσίας των M83 στο σάουντρακ ή cult ποπ κομματιών σαν το «Butterfly» (Smile.DK), αλλά και εξαιτίας της σκηνής του καραόκε που έγινε άμεσα κλασική.
Εμπιστεύομαι χωρίς ενδοιασμούς τους M83 γιατί είμαι μεγάλος θαυμαστής της μουσικής τους. Ωστόσο η συνεργασία μας δεν ακολούθησε μια συμβατική πορεία. Ας πούμε, δεν τους έδωσα ένα σενάριο με τεχνικές υποδείξεις. Αντίθετα, συμπεριφέρθηκα στη μουσική σα να αποτελεί σώμα του Παραληρηματικού. Για αυτό, έδινα στους M83 αναλυτικές περιγραφές αυτού του φαντάσματος που διασχίζει αιώνες. Ήλπιζα πως θα έγραφαν κάποια μουσική παράλληλα με τα γυρίσματα. Στην πράξη βρεθήκαμε σε απόλυτο συγχρονισμό, ήταν ένα αρκετά παράξενο συναίσθημα, παρόλο που η λογική ήθελε να μη δουλέψει καθόλου αυτός ο συνδυασμός. Παρόλα αυτά πετύχαμε την πιο υπέροχη επικοινωνία.
Με όλο το θάρρος, σκέφτεστε ποτέ ότι μπορεί να είστε ένας από τους τελευταίους σκηνοθέτες που εκπροσωπούν αυτό που λέμε «ποιητικό σινεμά»;
Η κάθε εποχή χρησιμοποιεί τη δική της γλώσσα για να αποτυπώσει την ποίηση. Σίγουρα δεν πιστεύω πως ανήκω στην τελευταία γενιά που κάνει κάτι τέτοιο. Ποίηση είναι η χρήση συμπαγών λέξεων και οπτικής γλώσσας για να απεικονιστεί κάτι απερίγραπτο. Είναι το όριο της γλώσσας και αντίστοιχα, το όριο του σινεμά.
Η ταινία «Αναγέννηση» κυκλοφορεί από τη Weird Wave (8/10). Διαβάστε περισσότερες κινηματογραφικές συνεντεύξεις εδώ.