Ο «Ήχος της Πτώσης» ή όταν η κακοποίηση γίνεται arthouse θέαμα

Ο «Ήχος της Πτώσης» ή όταν η κακοποίηση γίνεται arthouse θέαμα

Το πολυβραβευμένο δράμα της Μάσα Σιλίνσκι μιλά για το διαγενεακό τραύμα εντυπωσιακά πλην επιφανειακά.

Συμβαίνει πολύ συχνά κατά τη διάρκεια μιας κινηματογραφικής σεζόν, αλλά τελευταία έχουν μαζευτεί αρκετές κυκλοφορίες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είτε χαρακτηρίζονται από έντονο συναισθηματικό εκβιασμό είτε επενδύουν στη συγκίνηση μέσω του πένθους. Από το «Άμνετ» μέχρι τη «Μεγάλη Χίμαιρα» το τραύμα και η απώλεια έχουν γίνει η συνήθειά μας τελευταία. Αναπόφευκτα, οι βασικές αντιρρήσεις γύρω από αυτά τα έργα αφορούν το πώς χειρίζονται τη φόρτιση των θεατών και συγκριμένα, το βαθμό στον οποίο ευαίσθητες καταστάσεις – ιστορίες γίνονται προϊόντα ψυχαγωγίας, δηλαδή επιφανειακά θεάματα. Στη σχετική συζήτηση, τώρα, έρχεται να προστεθεί ο «Ήχος της Πτώσης» (Μάσα Σιλίνσκι), ο οποίος όσον αφορά τη στήλη, εμπίμπτει στην τελευταία κατηγορία.

Με σειρά κορυφαίων διακρίσεων στις πλάτες του (Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, βραβείο σκηνοθεσίας Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, Χρυσή Αθηνά – 31ες Νύχτες Πρεμιέρας), αλλά και με σήμα κατατεθέν την εικαστική αρτιότητα του ύφους του, το γερμανικό φιλμ αναπτύσσει τις παράλληλες ιστορίες τεσσάρων γυναικών που ζουν στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο έχοντας μεταξύ τους πολλές δεκαετίες να τις χωρίζουν. Ένας επιπλέον συνδετικός κρίκος, πως όλες έχουν υποστεί διαφορετικής μορφής κακοποίηση με θύτη μια αντρική φιγούρα στον κοντινό περίγυρό τους.

Ο Ήχος της Πτώσης The Sound of Falling 2

Προφανείς προθέσεις, πολύ σύντομα

Ήδη από τη συνοπτική διατύπωση της πλοκής, είναι τρομερά εύκολο να διακρίνει κανείς τις βλέψεις της Σιλίνσκι. Θέλει να θίξει όχι μόνο τη διαχρονικότητα του διαγενεακού τραύματος, αλλά και το πόσο βαθιά ριζωμένες είναι οι πατριαρχικές νοοτροπίες που συντηρούν τη διαιώνισή του. Αυτή η αποκαρδιωτική διαπίστωση αποτελεί και το ουσιαστικό κέντρο βάρους της δραματουργίας, αφού έτσι απογυμνώνεται τόσο η σιωπηρή ανοχή πληγωτικών συμπεριφορών όσο και το γεγονός πως πράξεις σαν και αυτές συμβαίνουν σε κοντινά διαμερίσματα και διαπράττονται από άντρες καθημερινούς, όπως λέει και το σύνθημα. «Αντηχούν», αν θέλετε, στο πέρασμα του χρόνου, όπως προδίδει ο τίτλος. Γίνεται, άρα, αντιληπτό, πως παρόλο που είναι πολύτιμο να σκιαγραφηθεί ευκρινώς το πλαίσιο που επιτρέπει την εμφάνιση κακοποιητικών φαινομένων, ταυτόχρονα, απουσιάζει η διάθεση να εμβαθύνει η αφήγηση σε οτιδήποτε πέρα από αυτό. Σαφώς, η παραπάνω προσέγγιση δεν είναι εκ προοιμίου ελαττωματική. Εξελίσσεται σε σεναριακό τροχοπέδη, όμως, όταν ως πρόθεση αποσαφηνίζεται εξαιρετικά νωρίς και δεν αναπτύσσεται παρά ελάχιστα στο πέρας δυόμιση ληθαργικών κινηματογραφικών ωρών. Την ίδια στιγμή, οι καθαυτό ηρωίδες που δήθεν μπαίνουν στο κάδρο ώστε να κατανοηθεί το άλγος τους και το πώς, από το ένα λεπτό στο άλλο, μετατρέπονται σε θύματα, δεν αποκτούν ποτέ την υπόσταση που τους αναλογεί. Εξαρχής και μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους, είναι υποκείμενα ορισμένα αποκλειστικά από το τραύμα τους, δίχως ξεχωριστά ποιοτικά χαρακτηριστικά αν και ζουν σε εντελώς διαφορετικές εποχές.

Ο Ήχος της Πτώσης The Sound of Falling 3

Καλλιέπεια δε σημαίνει χειραφέτηση

Η αδυναμία της Σιλίνσκι να εμπλουτίσει το σύμπαν της αποδεικνύεται και από το πόσο συχνά χρησιμοποίει τις ίδιες επιφανειακές μεταφορές. Ενδεικτικό παράδειγμα η επανάληψη σκηνών σε ποτάμι με τις πρωταγωνίστριες να βρίσκονται εντός, εκτός και επί τα αυτά, τσαλαβουτώντας στη αδυσώπητη ορμή του χρόνου, τη συντριβή των αποσιωπημένων πληγών τους, την ανάγκη να περάσουν στην απέναντι όχθη και την ανεξαρτησία. Όλα αυτά, μαζί, έχουν ενδιαφέρον την πρώτη φορά, όχι και τόσο την τρίτη ή τέταρτη, χωρίς τίποτα νέο να έχει μεσολαβήσει ενδιάμεσα.

Πάντως, είναι το τουπέ σκηνοθετικού ακαδημαϊσμού που υιοθετεί το φιλμ το οποίο προκαλεί ακαριαία δυσφορικό αλληθώρισμα, κοινώς eye roll, όχι φυσικά αυτό που θέλει να πει. Διότι, βασικά, συνοδεύεται από μια ποιητική επιτήδευση που τάχα μου ψηλαφεί την επικοινωνία με κάτι πιο εσωτερικό, αν όχι και υπερβατικό, αλλά στο μεταξύ η όποια αυθεντικότητα έχει εγκαταλείψει την παραγωγή. Παρατήρηση που επιβεβαιώνεται στον επίλογο, όπου η ιστορία του μικρότερου κοριτσιού «κορυφώνεται» με την πιο οφθαλμοφανή αναπαράσταση πρότερου σκηνικού, ενώ αμέσως μετά, η ψυχολογική κατάπτωση μιας άλλης ηρωίδας αποδίδεται με όρους ατμοσφαιρικού βίντεο κλιπ! Χαλάλι, βέβαια, όταν το κινηματογραφικό ύφος μιας ταινίας έχει το άλλοθι του arthouse δημιουργού.

Τελευταίο σκηνοθετικό φάουλ και ίσως σημαντικότερο, ο τρόπος που η Σιλίνσκι προκαλεί σασπένς και αγωνία κάνοντας ελιγμούς γύρω από τον τόπο και το χρόνο που οι χαρακτήρες της πρόκειται να πληγωθούν. Ολόκληρη η πρώτη πράξη, σε σύνολο δυόμιση ωρών θυμίζουμε, αφορά την προετοιμασία ενός εδάφους που γνωρίζουμε ήδη ότι είναι στρωμένος με πόνο. Και για να κάνουμε μια σύνδεση με την εισαγωγή, απέναντι σε τέτοιες αφηγηματικές επιλογές το προσωπικό «εκβιαστόμετρό» μας χτυπά κόκκινο. Αν μη τι άλλο, γιατί είναι δείγμα ενσυναίσθησης και κινηματογραφικής συμπόνοιας το να φέρεσαι στους πρωταγωνιστές σου σα να είναι πραγματικοί και όχι απλώς εργαλεία παραγωγής δακρύων.

Η ταινία «Ο Ήχος της Πτώσης» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους (5/2) από το Cinobo.

Σχετικά άρθρα