Μιλώντας με τη Μάρω Κοντού: Οι ιστορίες που μου αφηγήθηκε

Μιλώντας με τη Μάρω Κοντού: Οι ιστορίες που μου αφηγήθηκε

Μια συνάντηση και μια μεγάλη πολύωρη συζήτηση στο σπίτι της, πριν 11 χρόνια.

Ήταν Σεπτέμβριος του 2015 και έπεφταν οι πρώτες βροχές, ακόμη και στις πιο κομψές γειτονιές της Αθήνας. Γκρι – καφέ απόνερα, αχνιστή άσφαλτος και ξεπλυμένα πεζοδρόμια. Στο φωτεινό διαμέρισμα της, η Μάρω Κοντού, όμως είχε λιακάδα. Μια λιακάδα που ξεχύνεται από το κίτρινο – πορτοκαλί της καφτάνι, το πρόσωπο της και κυρίως το μυαλό της, που έμοιαζε να μην έχει ποτέ συννεφιές. Έργα τέχνης, καθόλου φλύαρα και επιδειξιομανή στους τοίχους. Ζωγράφος η ίδια, αλλά δεν ήταν τα δικά της! «Μ’ αρέσει να τα χαρίζω» μου είχε πει. Το περασμένο βράδυ από τη συνάντηση μας, είχε ξενυχτήσει για να δει τα αποτελέσματα των εκλογών. «Γιατί άφησα την πολιτική, μετά από δυο εκλογές, αλλά σχεδόν ενάμιση χρόνο, μόλις στο Κοινοβούλιο; Γιατί πολύ απλά δεν κάνω εγώ για αυτήν!». Μου έλεγε πως όλοι λίγο πολύ φταίξαμε για την Ελλάδα, για να την χαλάσουμε. Από το σκουπίδι στα πεζοδρόμια που πετάξαμε και την αγένεια, μέχρι τη διαφθορά για την οποία σωπάσαμε. Μου έλεγε πως η ασχήμια ήταν παντού. Στους δρόμους, στα τραγούδια, στις σχέσεις των ανθρώπων. «Έχει σχέση αυτή η Ελλάδα με εκείνη του 60; Χρειάζεται οργάνωση, αφοσίωση, εργατικότητα, συνεννόηση, συναίσθηση, αισθητική και προσήλωση». Τι κάναμε όλοι και φυσικά οι πολιτικοί πρώτα απ’ όλα;», την είχα ρωτήσαμε. «Σκατά τα κάναμε!», μου ‘χε πει αποστομωτικά και εκφραστικά…

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Κάτι παιδικά χρόνια αστικά και σημαδεμένα από τον θάνατο του πατέρα

Μια φορά και έναν καιρό στο Κουκάκι, λέει, ήταν ένα πολύ ωραίο κορίτσι, που στα 16 του, το αγαπούσαν παθιασμένα, δυο αγόρια. Ήταν η μαμά της, που «φαίνεται, άφηνε ελπίδες και στους δύο», λέει η Μάρω Κοντού! Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς της, που είχαν καταγωγή από την Σμύρνη. Την φώναζαν πάντα Μπέμπι. Ένα απογευματάκι, που εκείνη τέλειωνε το σχολείο της, στήσανε και οι δυο καρτέρι και της ζήτησαν να διαλέξει εκείνη την στιγμή. Ο πατέρας της Μάρως ήταν 18 χρονών, φορούσε μακρύ παντελόνι και σακάκι, τη στολή του σχολείου του. Ο άλλος ήταν με κοντό παντελονάκι. Κάπως της φάνηκε αυτό και έδειξε ντροπαλά, με το κεφάλι σκυμμένο και ένα αδιόρατο, δειλό νεύμα του χεριού της, τον μπαμπά της Κοντού, λοιπόν. «Μόνο ασπρόμαυρες, μικρές φωτογραφίες έχω από αυτόν. Πάντα ρώταγα πως ήταν; Πως γέλαγε; Χειρονομούσε; Η αδελφή μου, πέντε χρόνια μεγαλύτερη, λέει πως του μοιάζω στο πως πιάνανε τα χέρια του και έφτιαχνε με το τίποτα ομορφιά. Μια φορά, λέει, ήταν η γιορτή της μαμάς. Βγήκε στο κήπο και με κάτι βέργες και φωτιά, φώτισε ένα τεράστιο καλλιγραφικό “Χρόνια Πολλά” μες στο σκοτάδι για εκείνη» θα μου πει, τόσα χρόνια μπροστά από από όσα διηγείται και πίσω, από όταν τα είπε εκείνον, τον Σεπτέμβρη του 2015 σε ένα δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι.

Μάρω Κοντού

Πονάει η μνήμη της μεγάλης απουσίας του γονιού, όμως. Λέει πως τον είχαν στο Σωτηρία. Παιδί να πλησιάσει και από μακριά απαγορευόταν. Ήταν δυόμιση χρονών όταν πέθανε. Δεν είχε ούτε μια μνήμη! την σημάδεψε η απουσία. «Φαίνεται πάντα έψαχνα πατέρα στους άντρες, αλλά αυτοί δεν έδειχναν διατεθειμένοι να αναλάβουν το ρόλο!» μου είχε πει χαμογελώντας. Στις πολύ μεγάλες δυσκολίες, στα αφάνταστα ζόρια της ζωής, πάντα απευθύνονταν στον πατέρα της. «Να σε έβλεπα 5 λεπτά, μόνο!», «πώς να μύριζες;», «τι χρώμα να είχε η επιδερμίδα και τα μάτια σου;». Πάντα απορία και εικόνα μόνο στο ασπρόμαυρο, κακοτυπωμένων παλιών φωτογραφιών…». Παντρεύτηκε η Μάρω μια φορά τον πρωτοπόρο και εμπνευσμένο Αριστείδη Καρύδη Φουξ και μια δεύτερη με κάποιον που δεν μάθαμε ποτέ. «Δεν τον ξέρετε, δεν ασχολούταν με τον χώρο, δεν χρειαζόταν να μαθευτεί κάτι» μου είχε πει χρησιμοποιώντας πάντα πληθυντικό απόστασης της αστικής ευγενείας. Τότε, λοιπόν, της συνέβη κάτι πολύ παράξενο, που όμως μπόρεσε να εξηγήσει.

Μια αλλόκοτη ιστορία γάμου, απουσίας, ειλικρίνειας και μαγικής αφήγησης

«… Μια μέρα πριν τον γάμο μας, θέλησα να είμαστε χωριστά τάχα για το έθιμο. Μάλλον, ήθελα, να ξεκουραστώ, να φτιάξω τα νύχια μου, να αφοσιωθώ με νωχέλεια στην νυφική μου προετοιμασία. Έκανα θυμάμαι ένα καυτό μπάνιο και ξάπλωσα με τις ώρες στην μπανιέρα, μέσα σ’ αρώματα και αφρόλουτρα. Με πήρε τηλέφωνο. “Ερχομαι από ‘κει, να πιούμε ένα ουίσκι”. Με το μπουρνούζι και τα μαλλιά τυλιγμένα στην πετσέτα, καθίσαμε στο τραπέζι της κουζίνας. Ξαφνικά κοίταξα στην ανοιχτή πόρτα, σαν καμάρα από πίσω του. Άρχισα να φωνάζω πριν αναλυθώ σε λυγμούς και καταρρεύσω, “μην τρομάξεις… μην τρομάξεις… ο μπαμπάς μου είναι πίσω σου”. Ταλαντεύονταν η φιγούρα του πατέρα μου, στην πόρτα και με κοίταζε σοβαρά, βουβά και… ασπρόμαυρα! Σημείωσα το ύψος που τον είδα στην πόρτα. Ήταν στο 1,74. Όσο ο μπαμπάς. Φορούσε σκληρό πουκάμισο και πλεκτή γραβάτα στερεωμένη από κάτω με μια παραμάνα – καρφίτσα και ριγέ κοστούμι με σκούρο γκρι και λευκό στις μικρές ριγίτσες! Ρώτησα την μαμά και ναι, αυτό ήταν το αγαπημένο του ντύσιμο! Μετά τον γάμο επικοινώνησα με έναν κορυφαίο ψυχίατρο, που δεν υπάρχει πια. Μου είπε, περίπου και χωρίς επιστημονική ορολογία στο μεταφέρω, πως συγκεκριμένα σημεία του εγκέφαλου, κάτω από πίεση και συναισθηματική φόρτιση, μπορούν να ανασυνθέσουν, να φτιάξουν να μοιάζουν με ζωντανές, φωτογραφίες, εικόνες, που έχουν συγκρατήσει. Για αυτό τον είχα δει, ασπρόμαυρο! Δεν ξέρω ποια είναι πραγματικότητα και δεν το ψάχνω κιόλας…»… Εκείνο το βράδυ όμως! Ήπιαν και ένα δεύτερο ουίσκι και κοιμηθήκαν χωριστά. Και η Μάρω Κοντού, η καλλονή, με τα ατελείωτα πόδια, με το γλυκό χαμόγελο, η σταρ, το ορφανό κοριτσάκι πάντα, είχε έναν υπέροχο ύπνο, όλο ευτυχία, γιατί είχε δει, επιτέλους, τον πατέρα της…

© ΜΠΟΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ / EUROKINISSI

Την πιο μυθιστορηματική ιστορία αγάπης την έζησε η… μαμά της!

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, πριν Εμφύλιο, με αγώνα για επιβίωση και κάπου στο Κουκάκι, μια νέα γυναίκα παλεύει να μεγαλώσει δυο κορίτσια μόνη της. Κάποτε ο άλλος νεαρός, με το κοντό παντελονάκι κάποτε, που είχε ερωτευτεί την μαμά της Μάρως και δεν τον διάλεξε, επέστρεψε στην Αθήνα, από κάποιο μακρινό ταξίδι του, μιας και είχε φύγει με τα καράβια. Πήγε στο νεκροταφείο, γιατί όσο έλειπε είχε χαθεί ο πατέρας του. Δεν είχε κάνει άλλη σχέση και είχε μια φωτογραφία την Μπέμπι, πάντα στη καμπίνα του. Όπως περπατούσε, είδε ανάμεσα στα μάρμαρα, το όνομα του πατέρα της Μάρως και εκεί πάνω στο μνήμα, ήταν μια νεαρή γυναίκα, με μαύρες κάλτσες και πλερέζα που έκρυβε το πρόσωπο της, βουτηγμένη στην πίκρα και το πένθος.

«Ποιος Κοντός είναι αυτός;» ρώτησε ταραγμένος και «μήπως ήξερε την γυναίκα του;». Η Μπέμπι αποκάλυψε το πρόσωπο της! Παντρεύτηκαν! Η Μάρω Κοντού τον θυμόταν, πάντα, με μια κιθαρίτσα, να την καθίζει στα γόνατα του και να τραγουδάνε μαζί και να της κάνει σεκόντο και εκείνη να κλείνει τα αφτάκια της μου για να μη μπερδευτεί και χάσει την πρώτη φωνή. Σε ένα ταξίδι με το καράβι του που ήταν του Ερυθρού Σταυρού, τους βομβάρδισαν οι Γερμανοί. Ήταν ή το 1943 ή το 44! Λέγανε πως κρύβανε στα αμπάρια αγωνιστές. Πάει! Χάθηκε στην θάλασσα, κάπου έξω από την Ιταλία! Η Μπέμπι σπαράχθηκε για άλλη μια φορά. Η ιστορία της, διπλώθηκε στην τσάκιση της μεγάλης Ιστορίας, που γυρνώντας σελίδες συνθλίβει ζωές. Και έπρεπε να πιάσει αμέσως δουλειά, για να ζήσει τα κορίτσια της, τα δυο φορές ορφανά. Έλειπε ατελείωτες ώρες στο Υπουργείο Παιδείας. Η γιαγιά ανέλαβε να μεγαλώσει την Μάρω και την αδελφή της, το σπίτι, την καθημερινότητα. «Και ήταν η αυστηρή, αφού η μαμά δεν μπορούσε, με τίποτα, να είναι» θυμόταν εκείνη.

Μάρω Κοντού

«Φτου σου, πουτ*νάκι!»

Η Μαρω, κάνει χορό και μάλιστα παίρνει υποτροφία για μια σπουδαία Γερμανική σχολή. Δεν μπορούσε να πάει. Ναι μεν δεν θα πλήρωναν τη σχολή, αλλά θα έπρεπε να υπάρχουν λεφτά για να μένει κάπου, για να τρώει, να ζει. Ένα βράδυ είπε στη μάνα της, στο δωμάτιο της, ξαπλωμένη στην άκρη του κρεββατιού της, πως δεν θέλει να πάει στην Εθνική Τράπεζα, όπως η αδελφή της και όλη της η οικογένεια, αλλά να ασχοληθεί με τη σκηνή. Η γιαγιά, στο δικό της δωμάτιο, ετοιμαζόταν για ύπνο. Είχε λύσει τον αυστηρό της κότσο και έπλεκε κοτσίδα για να κοιμηθεί και να μη μπερδευτούν τα μαλλιά της. Εμφανίστηκε απειλητικά μπροστά τους. Της έριξε ένα βλέμμα Κέρβερου! «Φτου σου, πουτ*νάκι!»! Έτσι της είπε!

Βαριά την πήρε η Μάρω τη κουβέντα της! Όλα τα χρόνια της στο θέατρο, ούτε αριστερά κοιτούσε, ούτε δεξιά. Μην και δικαιωθεί, έστω σαν υποψία εκείνη η κουβέντα της. Μα όλα ήταν γραφτό να συμβούν. Εθνικό Θέατρο και Μαριάνθη Κοντού. Α! Ναι, αυτό ήταν το όνομα της! Μόνο στο σπίτι της, την φώναζαν Μάρω και εκείνη Μάρω ήταν και ένιωθε και για αυτό μετά, το Μάρω κράτησε. Για την εποχή όμως, το Μάρω ήταν λαϊκό πολύ, δεν το ήθελαν, μα εκείνη δεν την ένοιαζε.

Για 5 χρόνια στο Εθνικό που ήθελε χορεύτριες έκανε Χορό σε όλο σχεδόν το αρχαίο δράμα και βουβά πρόσωπα. Τις κοπέλες από τις Σχόλες Χορού τις πλήρωναν με 1700 δραχμές και τις κοπέλες απ τη Δραματική, που κάνανε την ίδια δουλειά, με 2.200. Θυμώσανε μια μέρα, οι ψηλές και ωραίες των Σχολών Χορών, λοιπόν, η Κοντού, η Μαίρη Χρονοπούλου και η Φλωρέτα Ζάνα και πήγανε και δώσανε στα εξαιρετικά ταλέντα. Πήρανε την άδεια και εκείνη βρέθηκε στον θίασο του Ηλιόπουλου σε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, με 5.000 μισθός παρακαλώ και πάει και το Εθνικό και τα 1.700 και όλα τα καλά του! Με την Χρονοπούλου ήταν φίλες, από πολύ νέες. Η Μάρω ήταν στην Σχολή της Κούλας Πράτσικα και η Μαίρη στης Ραλλούς Μάνου. Γνωριστήκαν στο Εθνικό και πάντα τις μπέρδευαν. Μέχρι πριν λίγα φώναζαν την Μάρω «κυρία Χρονόπουλου» στο δρόμο και την Μαίρη, «κυρία Μάρω»!

Ο μυθικός Δημήτρης Χορν και πως έγινε συμπρωταγωνίστρια του, σαν «Μελίνα, αλλά πιο νέα»

Ο μέγας γόης του κοινού, ο άριστος των ηθοποιών, ο σαγηνευτικός Δημήτρης Χορν έκανε, κάποτε, μια εκπομπή στο ραδιόφωνο «Τα καθημερινά του καθημερινού», με τον Άλκη Στέα, πολύ δημοφιλή παρουσιαστή της τηλεόραση και του ραδιοφώνου, καθώς και πολλά χρόνια του Πατρινού Καρναβαλιού. «Έχω ένα έργο και θέλω μια σαν τη Μελίνα, αλλά πιο νέα» του έλεγε. Ο Στέας του μίλησε για την Μάρω, που ήταν με τον θίασο του Ηλιόπουλου, στην Θεσσαλονίκη. Την βρήκε ο Στέας! Ανένδοτη εκείνη! «Στο Εθνικό δεν άνοιγα το στόμα μου και τώρα θα βγω δίπλα στο Χορν να πρωταγωνίστρια; Δεν κάνω! Δεν είμαι σε θέση!», έλεγε. Έρχεται δεύτερη φορά Θεσσαλονίκη και της δίνει ένα αεροπορικό εισιτήριο για να συναντηθούν με τον Χορν στην Αθήνα. Τρέμοντας, εκείνη, φτάνει σε ένα αριστοκρατικό σπίτι στην Βασιλίσσης Σοφίας, όπου της ανοίγει ένα μικρό παιδάκι, με μαύρο μακό μπλουζάκι, ξεχειλωμένο στο γιακά και ένα ντρίλινο –τα υφαντά τότε, σαν τζιν!- παντελόνι. Εκείνη έβλεπε τον Χορν στο θέατρο και πάνω στη σκηνή, από την πλατεία και φάνταζε γιγάντιος, μα τώρα ήταν ένας κανονικός, νέος άνδρας. Της διάβασε το έργο όλο, της έβαλε και μουσικές ενδιάμεσα που είχε διαλέξει. Προς τέλος, εκείνη έκλαψε.

«Επιτυχία θα χει», είπε, χαμογελώντας ο Χορν. «Σας ευχαριστώ πολύ αλλά δεν είμαι σε θέση να κάνω αυτό το ρόλο, εγώ, δίπλα σας. Γεια σας, συγγνώμη για το χρόνο σας» του είπε εκείνη, αποφασισμένα. Φώναξε δυνατά κάνοντας το σταυρό του και αναφώνησε, αθυρόστομος και απρόβλεπτος όπως ήταν: «έλα μου@ί στον τόπο σου! Άλλες βγαίνουν απ’ τη Σχολή και θέλουν να κάνουν Μήδεια απευθείας και αυτή λέει δεν μπορεί!». Λίγο καιρό αργότερα παίζανε στην Πάτρα. Η Μάρω ήταν στο καμαρίνι με την Κατερίνα Γιουλάκη, που είχανε μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά και γνωριζόνταν από πάντα, η όποια μόλις είχε βγει απ’ το Εθνικό. Πήγε ο Γιώργος Πάντζας και εκείνος σε πρώτη εμφανιση, που έφερνε μια γούνα και έλεγε «αυτό από τον κύριο, κυρία» και τους είπε «κάτω είναι ο Χορν με τον Βόκοβιτς και τον Κανάκη» μας λέει. «Σιγά μην είναι και η Μονρόε!» ειρωνεύτηκε η Κοντού! Πήγε η Κατερίνα να δει απ’ την αυλαία. «Είναι» της είπε. Τον άκουσαν, μετά να φωνάζει στα παρασκήνια, «Ντινάκοοοο;». Πήγε και βρήκε την Μάρω και της δήλωσε πως αν δεν είναι καλή στο έργο, εκείνος θα φύγει στο διάλειμμα, αν όχι θα καθίσει μέχρι τέλους!

Αρχίζει το έργο! Άγχος η Μάρω και δεν υπήρξε έπιπλο στη σκηνή που δεν έπεσε πάνω του! Μελάνιασε απ’ τα χτυπήματα. Στο διάλειμμα πήγε και την βρήκε. «Φρικτή ήσουν, χάλια, αλλά είχες τη σκηνή που δοκιμάζεις τη γούνα και κρύβεις το πρόσωπο σου και φωνάζεις “σ’ αγαπώ” και κάνεις σίγουρα για το ρόλο». Την άλλη μέρα το πρωί μια μικρή φωτογραφία της στον τύπο, με την καλύπτρα απ’ το Χορό της τραγωδίας του Εθνικού, έγραφε από κάτω: «Η νέα πρωταγωνίστρια του Χορν». Και παίξανε χρόνια πολλά μαζί και κάποτε μετά το «Οδός ονείρων», της είπε «τώρα είσαι έτοιμη να φύγεις. Πέτα». Εκείνη πάλι φοβόταν.

«”Εσύ και ο Αλεξανδράκης και σε αηδίες να παίξετε, ατσαλάκωτοι θα βγαίνετε” μου ‘χε πει». Παρά τις σαν αλήθεια ερωτικές σκηνές, όπως εκεί που χορεύουν το «Κοντεύει έξι» στο «Αλίμονο στους νέους», που δεν υπάρχει πιο ερωτικά εμμονικό και αφοσιωμένο σαν χάδι βλέμμα απ’ αυτό που την κοιτάζει ο Χορν, τίποτα ποτέ ερωτικό δεn συνέβη μεταξύ τους. Άλλωστε με τη διασημότητα τους και τα χρόνια που πέρασαν δεν θα υπήρχε και λόγος να μην αποκαλυφθεί. «Ο Τάκης είχε τα δικά του, τις αγωνίες του και εγώ τον έρωτα μου το μεγάλο με τον Αριστείδη. Και μάλιστα αυτό αποδεικνύεται γιατί παντρευτήκαμε εκείνη, περίπου, την περίοδο», έλεγε η Μάρω Κοντού.

Ο Χορν, ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, ο Λάμπρος και η Μάρω

Ο Χορν πέρα απ’ τον μύθο, θυμόταν η Κοντού πως υπέφερε πάντα! Πως φοβόταν τις αρρώστιες, pως τυραννιόταν γιατί νόμιζε πως δεν είναι κάλος ηθοποιός, πως δεν επαρκούσε για τους ρόλους. «Βασάνιζε τον εαυτό του, μόνο, με τους άλλους ήταν υπέροχος. Ο πιο δοτικός άνθρωπος που υπήρξε. Γενναιόδωρος, μεγαλόψυχος. Ο καλύτερος!» έλεγε. Και ο Χατζιδάκις ήταν «ένας κύριος! Ένας γλυκύτατος άνθρωπος! Με έναν πόνο στα μάτια του, όμως, πάντα. Με ένα τραγούδι του τον έχω πάντα μέσα μου…το “τι να μου κάνουν δάκρυα δυο και στεναγμοί σαράντα δυο, μανούλα μου”». Και ο Τσαρούχης! «Α! Μα τι ευφάνταστος, πανέξυπνος, μοναδικός άνθρωπος! Κάποτε στο σπίτι της Ροζίτας της Σωκκου, μόλις έχουμε γνωριστεί, σε μια παρέα και συζητάμε και ακούει τι λέω. Φωνάζει λοιπόν δυνατά: «πρώτη φορά συναντάω ηθοποιό που δείχνει τον ποπό της στο θέατρο και είναι και έξυπνη»! Τότε έπαιζα σε μια παράσταση που εμφανιζόμουν με ένα ολόσωμο δίχτυ!».

Θυμόνταν όλα αυτά και γελούσε, ξεκαρδίζονταν η Μάρω Κόντου και ο χρόνος δεν υπήρχε σαν η σχέση της μαζί του να ήταν μια αιρετική διερεύνηση, που δεν την ακουμπούσε. Την είχα ρωτήσει για τον άλλο της κινηματογραφικό και θεατρικό παρτενέρ, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Τον θυμόταν ως άριστο επαγγελματία, να πηγαίνει πρώτος στο θέατρο και να φεύγει τελευταίος. Ήξερε τα λόγια απ’ την πρώτη εβδομάδα. Ήταν τυπικότητος με όλους. Όμως πάντα κάποιος του έφταιγε. Η ταξιθέτρια, ο ταμίας, πάντα κάτι θα έβρισκε! Δουλέψανε μαζί χρόνια και είχαν άριστη επαγγελματική σχέση, με επικοινωνία στη σκηνή και μόνο.

Μάρω Κοντού

Τα παιδιά που δεν έκανε και ο μεγάλος έρωτας

Στα 21 της, έμαθε πως δεν θα κάνει ποτέ παιδιά. Το δέχτηκε! Και χρόνια αργότερα, βλέποντας τι αγωνίες τραβάνε οι γονείς, είπε ίσως να ‘τανε και καλύτερα. Μια φίλη που το παιδί της έμπλεξε με ναρκωτικά. Οι αρρώστιες! Ή να χάνεις παιδί! Αβάσταχτα πράγματα. Μόνο μια φορά, στα 35 της, στην καλύτερη της ηλικία, το θέλησε πολύ. Εκείνος ήταν στα 38. Ο μεγάλος έρωτας! Πήγαν στην Ελβετία. Είχε μαζί της όλες τις εξετάσεις της. Έκανε και εκεί. «Ο Ελβετός με κοίταξε στα μάτια και μου είπε πολύ απλά: “Δεν θα κάνεις πότε παιδί! Είναι αδύνατον. Και όποιος σου πει να μπεις σε διαδικασίες και να προσπαθήσεις, να τον χτυπήσεις και να φύγεις. Θα είσαι πάντα όμως, δέκα χρόνια νεότερη από τις συμμαθήτριες σου και εξωτερικά και εσωτερικά στα όργανα σου, ενώ δεν θα πάθεις πότε γυναικολογικό καρκίνο. Γιατί δεν υιοθετείτε ένα παιδάκι; Αν θέλετε μπορούμε να σας βρούμε και από την Ελβετία”».

Διαλύθηκε αυτή η σχέση. Ίσως τον άφησε η ίδια να φύγει. Ένιωθε στα μάτια του πως μαράζωνε. Και κάτι σκηνές ζηλοτυπίας αναίτιες, μια ενδόμυχη κατηγόρια σε εκείνη, που δεν εκφραζόταν, αλλά αιωρούνταν, πηχτή, στον αέρα γύρω τους. Πριν λίγα χρόνια, πέθανε. Μέσω φίλων βρήκε το τηλέφωνο της και μια μέρα και την πήρε ο γιος του. Του τα ‘χε πει όλα για εκείνη. Από τότε κάνανε συχνά παρέα. Κάπου είχε αγαπημένη φωτογραφία με εκείνον τον μεγάλο έρωτα. Βράδυ! Καλοκαίρι. Χορεύανε για πάντα. Κοίταγαν τον φακό. Αγκαλιά! Πάντα νέοι, λαμπεροί και αιώνια ερωτευμένοι! Ή όσο κρατάει το κλικ μιας πόζας!

Μητέρα!

Μεγάλες θεατρικές επιτυχίες, ταινίες που πέρασαν στην ιστορία, πολιτική, βουλευτιλίκι, αλλά μέσα της μέτρησε πάντα πολύ, η θητεία σαν πρόεδρος του Μητέρα. Για αυτό και μόνο υπήρξε ευγνώμων στην πολιτική, που της άνοιξε το δρόμο. Δεν έβαλε κάτι στο μυαλό της για αυτά τα παιδιά και δεν το πέτυχε. Είχε και πόνο μεγάλο! Η αδελφή της είχε πάει, κάποτε, στο Μητέρα και μόλις είδε τα μωρά να σηκώνουν όλα τα χεράκια τους, μήπως τα πάρει αγκαλιά όποιος περνούσε, έσπασε. «Δεν μπορώ, δεν αντέχω» έλεγε με λυγμούς. Μα η Μάρω, δεν έκανε πίσω, ούτε αφηνόταν στην θλίψη. Όχι! Εκεί καταπάνω. Για να ζήσουν καλυτέρα!

© ΜΠΟΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ / EUROKINISSI

Την πρώτη της μέρα, ως πρόεδρος, την υποδέχτηκαν ευγενικά, τυπικά, αποστασιοποιημένα, με μια δυσφορία στα πρόσωπα οι εργαζόμενοι. Όλη τη μέρα γνώριζε κόσμο, που είχε στρυφνότητα στο πρόσωπο. Και κάποτε μπήκε σε ένα δωματιάκι, που στην κούνια ήταν ένα μωρό μπρούμυτα! Σήκωσε το κεφαλάκι του, την κοίταξε κατάματα και… της χαμογέλασε! Για εκείνη, ήταν σαν να βγήκε ένας τεράστιος, πορτοκαλί, καινούργιος, ζωογόνος ήλιος! Από τότε, βιαζόταν να τελειώσει τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν, να στριμώξει ραντεβού, να μιλήσει στα τηλέφωνα της και να πάει στο Φοίβο, όπως τον ονόμασε! Η μαμά του ήταν 16 χρόνων. Φοβόταν να το πει στους γονείς της. Η Μάρω της έλεγε «προχώρα και εδώ είμαι εγώ»! Κάποτε το είπε και οι άνθρωποι το δεχτήκαν.

Μετά θυμόταν ένα άλλο πολυαγαπημένο της παιδί. Ψεύδιζε χαριτωμένα και ήταν ένας γλύκας. Υποστήριζαν πως είχε νοητική στέρηση. Πήγανε πρώτη φορά τα παιδιά θάλασσα μαζί της και της είπε «Κυδία Μάδω; Τι είναι μετά τον ουδανό; Τι είναι πέδα απ τη θάλαθθα;». Μεγάλωσε με υπέροχους γονείς! Υπήρξε άριστος στις ξένες γλώσσες και μαθητής με επαίνους. Τέλειωσε σπουδές αστρονομίας. «Από τότε, φαινόταν» έλεγε η Μάρω Κόντου, «αφού ρώταγε τι είναι μετά τον ουρανό! Και αλήθεια τι είναι μετά τον ουρανό;». Ίσως Μάρω Κοντού, ο ίδιος ο ουρανός, να είναι εκείνα τα παιδιά με προβλήματα υγείας! Αυτά που σε σακάτευαν! Αυτά που δεν ήθελε κανείς και σε πλήγωνε αυτό τόσο πολύ. Αυτά που δεν ξέχασες ποτέ!

Μάρω Κοντού

Η Μάρω Κοντού δεν είχε λήξει μέσα της, μέχρι τέλους το αν πιστεύει στον Θεό. Έλεγε πως θα πεθάνει και δεν θα ‘χει βρει την απάντησή της. Κάποιες φορές ένιωθε πως, ναι, πιστεύει! Όμως, μετά αρνιόταν να δεχτεί ότι, αν υπάρχει, πώς αφήνει τόσο πόνο; Πώς μπορεί ο ίδιος, ο Μέγας, ο Απόλυτος, να μην γκρεμίζεται από τα ουράνια του, από σπαραγμό βλέποντας αχάιδευτα παιδιά με υψωμένα χεράκια να παρακαλούν για αγκαλιές; Πώς;

Λιακάδες και ουράνια τόξα και χαϊδεμένα μωρά

Θυμάμαι τη συζήτηση, κάποτε, να τελειώνει και να βγαίνω στο δρόμο, έξω, ξανά. Ψηλά από το Γαλάτσι, μετά τη βροχή, είχε σκάσει ένα ολοκάθαρο ουράνιο τόξο, τόσο έντονο που λες εκεί, εκεί ψηλά, οι άνθρωποι θα ακουμπούν τα χρώματα! Αναρωτιόμουν αν είχε βγει στο μπαλκόνι της κι αν το κοιτούσε και πόσο πολύ θα της αρέσει αυτό το τέλος της βροχής! Αλλά τι λέω; Στο σπίτι της Μάρως Κοντού, είχε πάντα λιακάδα, είπαμε. Και τέτοια λιακάδα έχει αυτός ο Ιουλιος που την πήρε για πάντα, ευχόμαστε βαθιά μέσα μας και με πάθος, σαν  να κάνουμε manifest, για έναν τόπο, που η αγκαλιά η δική της θα χωράει όλα εκείνα τα παιδιά με τα υψωμένα χεράκια, ορφάνια δεν θα υπάρχει, ούτε πόλεμος από όσα έζησε στη δική της ζωή και θα έχει μόνο μωρουδιακά χάδια, χρώματα πολλά σαν στους πίνακες της και ωραίους ανθρώπους να μιλάνε για θέατρο, τέχνη, ομορφιά και γαλήνη αιώνια.

Σχετικά άρθρα