Οι φυγάδες του Χομεϊνί: Από το όνειρο της ελευθερίας στο γκέτο του Λαυρίου
Αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν στο Λαύριο, χωρίς φίλους, χωρίς σχολείο, σ’ ένα δωματιάκι τρία επί τρία. Το «σφάλμα» τους; Ήρθαν στον κόσμο απά ένα ζευγάρι Τούρκων κομουνιστών.

Οι φυγάδες του Χομεϊνί: Από το όνειρο της ελευθερίας στο γκέτο του Λαυρίου

Με αφορμή τις συρράξεις και τη διεθνή βία, θυμόμαστε πως τα πραγματικά θύματα του πολέμου είναι οι κατατρεγμένοι, οι αντιφρονούντες, και όσοι δεν συμβιβάστηκαν. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.

Χιλιάδες Ιρανοί έχουν εγκαταλείψει τα τελευταία χρόνια τη χώρα τους. Άλλοι γιατί είναι ανυπότακτοι, άλλοι αντικαθεστωτικοί και άλλοι για ν’ αποφύγουν το θάνατο στον πόλεμο με το Ιράκ. Η πατρίδα μας είναι ένα πέρασμα, αναγκαστικό, στο δρόμο για τη Δύση. Αφού περάσουν τα βουνά του Κουρδιστάν, την Τουρκία, τον Έβρο, φτάνουν στη χώρα μας. Μερικοί καταφέρνουν (όσοι έχουν μερικές χιλιάδες δολάρια) να φύγουν. Άλλοι μένουν εδώ, συλλαμβάνονται και οδηγούνται στο Λαύριο. Και ‘κει η μεγάλη αναμονή αρχίζει παρέα με τους Τούρκους, τους Κούρδους και Ανατολικοευρωπαίους. Πήγαμε και σας περιγράφουμε τη ζωή και τις εμπειρίες των ανθρώπων αυτών, που το πρόβλημά τους είναι ότι είναι ανεπιθύμητοι παντού.

Ο Σαΐντ, μαχητής του Εργατικού Κόμματος του Κουνιστόν, βρίσκεται σήμερα στο μέτωπο.

Το Λαύριο θα μπορούσε άνετα να διεκδικήσει τον τίτλο της πιο άσχημης ελληνικής πόλης. Απαράδεκτα κρύο το χειμώνα, ανυπόφορα ζεστό το καλοκαίρι, βουλιάζει μέσα στη σκόνη, τη λάσπη, τον καύσωνα και το μπετόν, χωρίς να’ χει τίποτα το αξιόλογο να επιδείξει, τίποτα το όμορφο. Τόπος ιδανικός για την εγκατάσταση του στρατοπέδου των πολιτικών προσφύγων, των δεκάδων ανθρώπων που εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους επειδή δεν έχουν σε τίποτα πια να ελπίζουν. Τούρκοι και Ιρανοί κι ελάχιστοι Ανατολικοί, άνθρωποι που μπαίνουν κρυφά στη χώρα μας και ζητούν πολιτικό άσυλο πιστεύοντας σε κάποιες «καλύτερες μέρες».

Όμως, όλες εκείνες τις ατέλειωτες ώρες που περνούν κολυμπώντας τον Έβρο, τις νύχτες που διασχίζουν με τα πόδια τα βουνά του Κουρδιστάν παίζοντας θανάσιμο κρυφτό με τους Τούρκους ή τους Ιρανούς φρουρούς των συνόρων, τις μέρες που μαζεύουν από δω κι από κει τα δολάρια για να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο πλαστό διαβατήριο ή τη συνοδεία κάποιου βοσκού που θα τους οδηγήσει στην «ελευθερία», όλες αυτές τις μέρες και τις ώρες οι άνθρωποι αυτοί δεν ξέρουν πως το τελευταίο μέρος όπου θα ’πρεπε ν’ αναζητήσουν την ελπίδα τους είναι το γκέτο του Λαυρίου. Ίσως αγνοούν εντελώς την ύπαρξη του γκρίζου, άχαρου κι άσχημου κτιρίου που υψώνεται στ’ αριστερά της κεντρικής πλατείας μιας εξίσου γκρίζας, άσχημης και άχαρης πόλης.

Δεν πρόκειται περί φυλακής. Οι πρόσφυγες μπορούν να μπαίνουν και να βγαίνουν όπως και όποτε θέλουν απ’ τις αφύλακτες πόρτες. Κανείς δεν τους εμποδίζει. Μπορούν να πηγαίνουν στις γύρω οικοδομές και να ψάχνουν για δουλειά, αρκεί να έχουν εξασφαλίσει άδεια εργασίας. Και άδεια δύσκολα δίνεται. Δεν υπάρχουν δουλειές για τους Έλληνες, θα υπάρξουν για τους πρόσφυγες; Προς μεγάλη απογοήτευση των εργολάβων βέβαια, που σαφώς προτιμούν τα φτηνά προσφυγικά χέρια, που δε θέλουν ΙΚΑ, ένσημα και ασφάλιση και που δεν είναι σε θέση να διεκδικήσουν το παραμικρό. Ελεύθεροι, λοιπόν, να πάνε όπου θέλουν. Αν όμως τους πιάσει η Αστυνομία σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της χώρας χωρίς άδεια εργασίας, έστω κι αν έχουν πάει για «διακοπές», θα τους συλλάβει και θα τους στείλει πίσω στο Λαύριο. Στο γκέτο δεν υπάρχει ο φόβος του Εβρέν και του Χομεϊνί. Δεν υπάρχει όμως και τίποτε άλλο.

Μόνιμοι κάτοικοι

Δύο οικήματα φιλοξενούν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες νοοτροπίες. Στο πρώτο, το μεγαλύτερο, το στολισμένο με πολύχρωμες αφίσες του Μαρξ και του Λένιν και τα κατακόκκινα σφυροδρέπανα, ζουν 400 Τούρκοι. Πολλοί πιστεύουν πως αυτοί είναι οι μόνοι «κάτοικοι» του στρατοπέδου. Η λέξη «Λαύριο» φέρνει αυτόματα στο μυαλό πολλών τη λέξη «Τούρκος». Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Στο δεύτερο κτίριο, το πιο μικρό, στο ισόγειο του οποίου στεγάζεται το αστυνομικό τμήμα της πόλης, «φιλοξενούνται» οι Ιρανοί κι όλοι οι άλλοι «αντικομουνιστές», όπως αβασάνιστα χαρακτηρίζονται από την υπηρεσία Αλλοδαπών. Κάποιοι Βούλγαροι, Πολωνοί και Ρουμάνοι που μένουν πολύ λίγο στο γκέτο πριν φύγουν για άλλες χώρες ή και για την Αθήνα, εφοδιασμένοι με διαβατήρια και άδειες παραμονής, έτοιμοι να δουλέψουν και να ζήσουν.

Ανάμεσά τους και είκοσι επτά Ιρανοί. Ελάχιστοι μπροστά στις εκατοντάδες των συμπατριωτών τους που εγκαταλείπουν το Ιράν και αναζητούν σε άλλες χώρες την ελευθερία που δεν υπάρχει ούτε ως λέξη πια στην πατρίδα τους. Φοβισμένοι, κρύβουν τα πρόσωπά τους απ’ το φακό και δίνουν ψεύτικα ονόματα. Φοβούνται να δείξουν ακόμη και τις πλάτες τους, υποστηρίζοντας πως με κάποιο… σύστημα «μπορεί ο Χομεϊνί να καταλάβει ποιοι είμαστε». Και τότε; Όλοι έχουν αφήσει πίσω τους οικογένειες, γυναίκες, φίλους και παιδιά. «Δεν το ’χουν σε τίποτα να εκτελέσουν ένα παιδί δέκα χρόνων…»

Μουσά

Ο Μουσά, ένας ψηλός και πολύ αδύνατος μελαχρινός, με έντονα τα σημάδια της ατέλειωτης ταλαιπωρίας στο πρόσωπό του, είναι 29 χρόνων και μέλος των Μουτζαχεντίν. Έφτασε στο Λαύριο πριν από δύο μήνες, ακολουθώντας το δρόμο που πριν απ’ αυτόν ακολούθησαν οι χιλιάδες των συμπατριωτών του. « Έμεινα στη φυλακή τρία ολόκληρα χρόνια. Είχε αρρωστήσει η γυναίκα μου και βγήκα μια μέρα να της πάρω φάρμακα. Μ’ έπιασαν τότε κι επί ενάμιση μήνα, η γυναίκα μου δεν ήξερε ούτε πού είμαι, ούτε τι κάνω, αν ζω ή αν πέθανα. Μου ’δεσαν τα μάτια, μ’ έβαλαν σ’ ένα φορτηγό και με πήγαν μαζί με άλλους σ’ ένα χωριό κοντά στη θάλασσα. Εκεί μας βασάνισαν. Μια μέρα, μας έστησαν επτά άτομα στον τοίχο κι άρχισαν να πυροβολούν για εκφοβισμό… Μόνον τρεις μείναμε ζωντανοί…».

Ο Μουσά κατάφερε να δραπετεύσει απ’ τη φυλακή, όταν μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο για νοσηλεία. Κρύφτηκε σε φίλους και γνωστούς και με τη βοήθεια της οικογένειάς του κατάφερε να ’ρθει σε επαφή μ’ ένα λαθρέμπορο που αναλάμβανε να βγάζει ανθρώπους απ’ τη χώρα.

«Ζητούσε 6.000 δολάρια για να με μεταφέρει ως τη Γερμανία», συνεχίζει σε ήρεμα περσικά. «Το σύστημά του ήταν απλό: μπορούσε να με προμηθεύσει με πλαστό διαβατήριο. Διόμισι χιλιάδες δολάρια για να με περάσει στην Τουρκία. Μόλις θα περνούσα τα σύνορα, θα του ’δινα πίσω το διαβατήριο, εκτός κι αν είχα τα υπόλοιπα χρήματα για να φθάσω ως τη Γερμανία. Δεν τα είχα όμως. Έτσι, με 500 δολάρια που είχαν απομείνει, κατάφερα να περάσω με λεωφορείο απ’ την Τουρκία στη χώρα σας…».

Αλή

Ο 19χρονος Αλή είναι ο μόνος απ’ την ομάδα των Ιρανών που κατάφερε να μπει μόνος του απ’ το Ιράν στην Τουρκία. Χωρίς χρήματα, χωρίς πλαστά διαβατήρια, χωρίς βοσκούς για συνοδεία. Εντελώς μόνος.

«Είχα μάθει το δρόμο γιατί ζούσα στο Μακού, το χωριό απ’ όπου φεύγουν κρυφά οι περισσότεροι. Μέσα απ’ τα βουνά, αν είσαι τυχερός και ξέρεις, μπορείς να φτάσεις στο Βαν, στο Κουρδιστάν. Όταν μπήκα στην Τουρκία, μ’ έπιασαν και μ’ έβαλαν στη φυλακή. Έμεινα εκεί δύο μήνες κι έπειτα μ’ άφησαν ελεύθερο. Για να μπω στη χώρα σας, κολύμπησα τον Έβρο. Για να περάσεις απ’ το Μακού στο Βαν, όμως, πρέπει να ’χεις τους θεούς με το μέρος σου… Μπορείς να το κάνεις μόνο νύχτα, γιατί οι Τούρκοι φρουροί των συνόρων παίρνουν χρήματα αν καταφέρουν να στείλουν κάποιον πίσω στο Ιράν. Έφυγα γιατί δεν ήθελα να πολεμήσω. Κανείς δε θέλει να πολεμήσει στην πατρίδα. Αυτήν τη στιγμή, λόγω του πολέμου, κάθε οικογένεια έχει χάσει από δύο τουλάχιστον παιδιά… Και δεν καταλαβαίνουμε γιατί πρέπει να δώσουμε τη ζωή μας. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν είναι ελεύθερος, κανείς δεν μπορεί να ζήσει ήσυχος στην πατρίδα μου. Δεν ήταν ότι πεινούσαμε ή δεν είχαμε δουλειές. Ούτε κι έχω καμία σχέση με τα πολιτικά. Αλλά ο Χομεϊνί είναι εχθρός όλων, άσχετα με τα πολιτικά “πιστεύω” του καθένα. Κανείς δεν είναι ελεύθερος και σε λίγο κανείς δε θα μείνει ζωντανός…».

Ιράν

Ιρανοί

Όλοι οι άλλοι Ιρανοί του Λαυρίου πέρασαν στη χώρα μας πληρώνοντας. Δυόμισι χιλιάδες δολάρια απ’ την Περσία στην Τουρκία, 600 ή 700 απ’ την Τουρκία ως εδώ. Οι παραλήπτες των χρημάτων είναι Πέρσες ή Τούρκοι κι όποιος έχει τις κατάλληλες διασυνδέσεις μπορεί να ’ρθει σε επαφή μαζί τους. Αυτοί σε φέρνουν σε επαφή με βοσκούς που σε οδηγούν μέσα απ’ τα βουνά στην Τουρκία. Υπάρχουν τρεις δρόμοι: απ’ το Μακού, το Σαλμάς και το Ρεζάγια, περιοχές στα ιρανικά σύνορα. Κάποιοι όμως, ελάχιστοι, μπόρεσαν να περάσουν και μέσω του Ιράκ! «Εδώ, αν εξαιρέσει κανείς τις συνθήκες μέσα στο γκέτο, τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα», μας λέει ο Χασάν, ο οποίος στην πατρίδα του είχε σπουδάσει οικολογία και τώρα τα χέρια του έχουν γεμίσει πληγές απ’ την οικοδομή. «Περιμένουμε μερικούς μήνες, προσπαθώντας να εξασφαλίσουμε άδειες εργασίας κι έπειτα μας δίνουν διαβατήρια και φεύγουμε. Πρώτα πηγαίναμε στον Καναδά, αλλά τώρα τελευταία η κατάσταση έχει δυσκολέψει εκεί. Έτσι, πηγαίνουμε στην Αυστραλία…».

Τούρκοι

Για τους 400 Τούρκους όμως, που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο γκέτο του Λαυρίου, τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα και καθόλου ελπιδοφόρα όπως για τους Ιρανούς ή τους Ανατολικούς πρόσφυγες. Κομουνιστές όλοι, έφυγαν απ’ την πατρίδα τους αναζητώντας μια χώρα για να ζήσουν σαν άνθρωποι. Έφυγαν για να σώσουν τη ζωή τους. Για τον τρόπο που μπήκαν στην Ελλά δα δε λένε και πολλά πράγματα. «Περάσαμε κολυμπώντας τον Έβρο, αυτό αρκεί». Δε θέλουν να μάθουν οι αρχές το δρόμο διαφυγής τους, για να μπορέσουν να φύγουν κι άλλοι, να φύγουν χιλιάδες, όλοι όσοι πεινάνε και βασανίζονται και φυλακίζονται και εκτελούνται στην Τουρκία του Εβρέν.

«Μόλις περνάμε τον Έβρο, μας παραλαμβάνουν οι δικοί σας και μας ρωτούν τα στρατιωτικά μυστικά της χώρας μας. Τι στρατό έχει, αν υπάρχει στρατός στην Κωνσταντινούπολη και πόσος, αν έχουμε τανκς και τι τανκς, τι όπλα, ποια συστήματα. Μας απειλούν και μας εκβιάζουν. Αν δεν απαντήσουμε, δεν έχει πολιτικό άσυλο. Εμείς όμως δεν έχουμε λόγο ν’ απαντήσουμε. Ό,τι και να ’ναι, η Τουρκία είναι πατρίδα μας…».

Στο γκέτο στριμώχνονται μέσα σε δωματιάκια-κελιά, οκτώ πάνω σε κουκέτες, οικογένειες με τρία και τέσσερα και πέντε παιδιά σε χώρους τρία επί τρία, κοινόχρηστες τουαλέτες, σκουπίδια και βρωμιά. Οι ίδιοι κάνουν ό,τι μπορούν. Καθαρίζουν και πλένουν μόνοι τους, πίνουν τσάι και συζητούν, βγαίνουν βόλτες στην πόλη και βλέπουν τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα παντού, περιμένοντας την πολυπόθητη άδεια εργασίας. Το ελληνικό κράτος τους παρέχει τρία γεύματα την ημέρα κι ένα γιατρό που εμφανίζεται στο άθλιο ιατρείο του γκέτο για μία ώρα κάθε μέρα, εκτός Σαββατοκύριακου. Κι αν πάθει κανείς κάτι το Σάββατο;

«Αν δεν… πεθάνει ώς τη Δευτέρα, μπορεί και να του δώσουν άδεια να μεταφερθεί στην Αθήνα».

Ιράν

Αζίζ

Ο Αζίζ πέρασε κολυμπώντας τον Έβρο και μετά από μερικούς μήνες, έκανε το ίδιο κι η γυναίκα του με τα τέσσερα παιδιά τους. Σήμερα, η γυναίκα είναι άρρωστη κι ο γιατρός του γκέτο αρνείται να δώσει την άδεια να φύγει για κάποιο αθηναϊκό νοσοκομείο. Τα παιδιά προσπάθησαν να πάνε στο δημοτικό σχολείο του Λαυρίου, αλλά δεν μπόρεσαν να μείνουν παρά λίγες μόνο μέρες. Τα άλλα παιδιά δεν ήθελαν να τα δεχτούν με κανέναν τρόπο. Δεν τους μιλούσαν -και σε ποια γλώσσα να τους μιλήσουν;- δεν τα ’παιζαν, τα κορόιδευαν και τα πείραζαν.

«Δεν έχουμε λεφτά, δεν έχουμε δουλειά, δεν έχουμε φίλους, δεν έχουμε ελπίδες. Δεν έχουμε τίποτα. Μας απειλούν πως αν δεν καθίσουμε ήσυχοι, αν δεν πειθαρχήσουμε, θα μας στείλουν πίσω στην Τουρκία. Οι μόνοι που μας βοηθούν, είναι τα κόμματα της αριστεράς. Οργανώνουν τις πορείες και τις συγκεντρώσεις μας, “περνάνε” τα προβλήματα και τα αιτήματά μας. Με τους κατοίκους της πόλης δεν τα πάμε και τόσο καλά. Μας θεωρούν όλους κλέφτες, επειδή υπήρξαν κατά καιρούς κάποιοι αλήτες που έκλεψαν και δημιούργησαν προβλήματα. Δεν είμαστε όλοι έτσι όμως… Ευτυχώς, είχαμε μια συζήτηση με το δήμαρχο, τον κ. Τόγκα (ΚΚΕ εσωτερικού), ο οποίος μας υποσχέθηκε κάθε δυνατή βοήθεια…».

Για τους Τούρκους το μέλλον είναι άγνωστο, αβέβαιο, πολλές φορές κατάμαυρο: «Αν είσαι στη φυλακή, ξέρεις πως μετά από δέκα, μετά από είκοσι χρόνια, θα ’ρθει η ώρα να βγεις. Εμείς δεν ξέρουμε τίποτα. Καθόμαστε εδώ και περιμένουμε μια άδεια εργασίας που δε μας τη δίνουν. Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε φίλους, δε ζούμε… Κι αν φύγουμε κρυφά και μας πιάσουν χωρίς διαβατήριο σε κάποια άλλη χώρα, μας στέλνουν πίσω στην Τουρκία. Κι εκεί, δεν υπάρχει περίπτωση να μείνουμε ζωντανοί…»

Κούρδοι

Ανάμεσα στους Τούρκους, στο ίδιο κτίριο, ζει μια ομάδα 50 ανθρώπων που με δυσκολία ανταλλάσσει έστω και μία κουβέντα μαζί τους. Τα μέλη του εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν, μαχητές που κι αυτοί μπήκαν κρυφά απ’ τον Έβρο και που δεν είχαν καμία δυσκολία στο να προδώσουν οποιοδήποτε στρατιωτικό μυστικό της Τουρκίας στις ελληνικές αρχές. Γι’ αυτούς οι άδειες και τα διαβατήρια είναι εύκολα και γρήγορα. «Εμείς ήρθαμε εδώ για δουλειά, για διδασκαλία», θα μας πει ο Σαιντ, που σήμερα έχει γυρίσει πίσω στο Κουρδιστάν, πίσω στα στρατόπεδα που προετοιμάζουν τον ένοπλο αγώνα. «Εμείς δεν ήρθαμε εδώ γιατί πεινούσαμε ή για να βρούμε δουλειά, όπως οι Τούρκοι. Ήρθαμε για να διδάξουμε τον κόσμο μας, για να προετοιμάσουμε τον απελευθερωτικό μας αγώνα. Με την κυβέρνησή σας δεν έχουμε κανένα απολύτως πρόβλημα. Με τους Τούρκους έχουμε, γιατί είναι εναντίον μας. Δε συμφωνούν με τον αγώνα μας, αυτοί θέλουν απλώς να ζήσουν καλύτερα. Εμείς αγωνιζόμαστε για την ελευθερία του λαού μας…».

Πεντακόσιοι άνθρωποι στο γκέτο του Λαυρίου περνούν τις μέρες, τους μήνες και τα χρόνια τους πιστεύοντας σε κάτι καλύτερο. Ανάμεσά τους κι ένας Λίβυος αντικαθεστωτικός που έχει συμπληρώσει έξι χρόνια στο γκέτο και θέλει κι αυτός να μιλήσει. Η δική του μαρτυρία μπορεί να βάζει ένα «φινάλε» στο κομμάτι μας, δεν είναι όμως σε θέση να βάλει τέλος στις ταλαιπωρίες όλων αυτών των ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν απ’ το Λαύριο. Τίποτα δεν είναι σε θέση να το πετύχει αυτό, όσο υπάρχουν άνθρωποι που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις πατρίδες, τις οικογένειες και τα όνειρά τους σε αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο…

«Αν κάποιος δεν μπορέσει να φύγει απ’ την Ελλάδα, είναι αναγκασμένος να μείνει στη φυλακή του Λαυρίου για όλη του τη ζωή. Είμαι έξι χρόνια εδώ και δεν έχω καμία ελπίδα να φύγω. Διαβατήριο δε μου δίνουν, άδεια εργασίας δε μου δίνουν. Στις οικοδομές δεν έχω τη σωματική δυνατότητα να δουλέψω. Σ’ αυτό το μέρος, όποιος έχει τέτοιο πρόβλημα, είναι αναγκασμένος να πεθάνει εδώ. Τους είπα πως η μόνη λύση είναι η αυτοκτονία και κούνησαν τα κεφάλια τους. “Τι μας νοιάζει εμάς κι αν αυτοκτονήσεις;”. Και σωστά. Γιατί θα ’πρεπε να τους νοιάζει; Το πρόβλημα είναι δικό μου και όχι δικό τους. Θα πεθάνω εδώ λοιπόν;».

Κείμενο: Γκέλη Βούρβουλη

Φωτογραφίες: Ρακοσυλλέκτης

Τεύχος 3, Ιούνιος 1987

*Το άρθρο αναδημοσιεύεται διατηρώντας την αρχική μορφή

Σχετικά άρθρα