Η Πόλη Unplugged: Η μουσική της Corniza είναι καταστασιακή, όπως ένα situationship
Συμμετείχε με live στο Takeover πάρτι που έκανε το Stegi.Radio και ήταν από εκείνες τις βραδιές που λες «ok, κάτι συμβαίνει εδώ»
Η Αθήνα, όταν θέλει, μπορεί να γίνει πραγματικά ευρωπαϊκή. Το Takeover Stegi.Radio ήταν μια βραδιά-κατάληψη δημιουργικότητας: stages που άλλαζαν ρυθμό από δωμάτιο σε δωμάτιο, live acts και DJ sets που έσμιγαν με performances, εικαστικά και κόσμο που δεν ήρθε απλώς να δει, αλλά να συμμετέχει. Μια πολυσυλλεκτική γιορτή σύγχρονης κουλτούρας, όπου η έννοια του φεστιβάλ μπλέχτηκε με εκείνη του πάρτι. Μέσα σε αυτό το πολυεπίπεδο σκηνικό, η Corniza ανέβηκε μόνη της στη σκηνή. One woman show, με synths, φωνή και μια παρουσία που δεν χρειάζεται φανφάρες. Δεν ήταν απλώς ένα live, ήταν μια δήλωση ταυτότητας.
Πίσω από το project βρίσκεται η Κρυσταλλία Θεοδώρου. Γεννημένη στην Καλαμπάκα, ήρθε στην Αθήνα στα 18 της για να σπουδάσει θεατρολογία. Η μουσική ακολούθησε αργότερα, όμως στην ουσία ήταν πάντα εκεί. Όπως μου λέει, δυσκολεύεται να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς αυτήν. Ήταν ανέκαθεν το βασικό της σημείο αναφοράς. Το θέατρο προέκυψε ως φυσική προέκταση, όχι ως αντικατάσταση. Όσο δοκιμάζει διαφορετικές μορφές τέχνης, τόσο συνειδητοποιεί ότι όλες ξεκινούν από τη μουσική και σε αυτήν επιστρέφουν. Αν δεν υπήρχε, πιστεύει πως θα ήταν ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Και αν —υποθετικά— τη στερούνταν ξαφνικά, θα στρεφόταν στο θέατρο. Γιατί εκεί βρίσκει τον πιο κοντινό τρόπο να συνεχίσει να αφηγείται και να υπάρχει μέσα από την τέχνη.

φωτο: Γιώργος Γερανιός
Η ιστορία πίσω από το όνομα Corniza είναι όσο αυθόρμητη φαντάζεσαι. Στα φοιτητικά της χρόνια, όταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο ήταν σχεδόν «υποχρεωτικό», δεν μπορούσε να αποφασίσει. Σε μια διαδρομή με το 608 από Ζωγράφου προς Σύνταγμα, είδε μια ταμπέλα που έγραφε «Κρύσταλλα-Κορνίζες». Στη λέξη «Κρύσταλλα» ένιωσε σαν να βλέπει το δικό της όνομα. Και η «Κορνίζα» έμεινε. Αστικό στιγμιότυπο που έγινε ταυτότητα.
Η μετάβασή της από την κλασική μουσική στην ηλεκτρονική δεν έγινε από επανάσταση αλλά από ανάγκη. Όταν χρειάστηκε να συνθέσει μόνη της μουσική για παραστάσεις της σχολής, η ηλεκτρονική παραγωγή της πρόσφερε αυτονομία και ταχύτητα. Της άρεσε το μέσο. Της έδινε τη δυνατότητα να δημιουργεί μόνη και να ελέγχει τα πάντα. Ο αναλογικός εξοπλισμός, τα συνθεσάιζερ, οι συχνότητες που επεξεργάζεται live, όλα περνούν από τα χέρια της. Δεν χρησιμοποιεί έτοιμες φόρμες, χτίζει τους ήχους από το μηδέν και τους συγχρονίζει επί τόπου.

φωτο: Γιώργος Γερανιός
Το πρώτο της release, Corniza Noise, το 2015, ήταν η στιγμή της συνειδητοποίησης. Τότε κατάλαβε ότι μπορεί να σταθεί μόνη της ως δημιουργός. Από εκεί και πέρα, ο ήχος της έγινε πιο συγκεκριμένος, πιο δομημένος, με περισσότερα ρυθμικά στοιχεία και σαφέστερη ποπ κατεύθυνση, χωρίς να εγκαταλείπει τις ρίζες της. Κλασική μουσική, ψυχεδέλεια 60s και 70s, dub, reggae, techno, ambient, rave, clubbing, όλα συνυπάρχουν. Οι επιρροές της δεν λειτουργούν ως ρετρό αναφορά αλλά ως πρώτη ύλη.
Όταν τη ρωτώ ποιά σειρά ή ταινία θα ήθελε να έχει ντύσει η μουσική της, απαντά πως θα ήθελε να έχει γράψει τη μουσική για το Poor Things και το όνειρό της είναι να συνεργαστεί με τον Γιώργο Λάνθιμο. Η σχέση εικόνας και ήχου είναι για εκείνη οργανική, δεν βλέπει τη μουσική ως συνοδευτική, αλλά ως αφηγηματική δύναμη.

«Η μουσική μου είναι εικόνα», αναφέρει. «Αυτός είναι ο σκοπός της. Να δημιουργεί εικόνες μέσα στο μυαλό σου. Είναι κάπως καταστασιακή». Και πράγματι, στο live της στη Στέγη, δεν ένιωθες ότι ακούς απλώς κομμάτια. Ένιωθες ότι περνάς μέσα από σκηνές. Φώτα χαμηλά, παλμοί που ανεβαίνουν, φωνή που σε τραβάει από το χέρι και σε πηγαίνει αλλού.
Τη ρωτώ τι την εμπνέει στην καθημερινότητα: «Δυστυχώς ο πόνος», απαντά. Οι έρωτες, οι απώλειες, οι άνθρωποι. Της αρέσει να γνωρίζει τυχαίους ανθρώπους και να ακούει τις ιστορίες τους. Από εκεί αντλεί υλικό. Μου μιλά για το “Ode to mother”, ένα τραγούδι που έγραψε αντλώντας έμπνευση από τη μητέρα μιας φίλης της στη Γερμανία, η οποία εμφάνισε άνοια σε νεαρή ηλικία και μπήκε σε ψυχιατρική κλινική. «Μου είχε πει πόσο δύσκολο είναι να αγαπάς τη μητέρα σου και να μη σε αναγνωρίζει πια».

Η Corniza χει ζήσει στο Βερολίνο, μέσα στη σκηνή των clubs και των ατελείωτων party. Εκεί έμαθε τι σημαίνει κοινότητα στην ηλεκτρονική μουσική. Αν και κάποτε ένιωθε μόνη ως γυναίκα σε μια σκηνή με κυρίαρχη ανδρική παρουσία, σήμερα αισθάνεται ότι ανήκει σε μια κοινότητα γυναικών που πειραματίζονται με performance και ήχο. Η νοοτροπία αλλάζει και αυτό φαίνεται και στα line-ups.
Στη Στέγη παρουσίασε υλικό από την καινούργια δουλειά της που θα βγει μέσα στο 2026. Πιο χορευτικός ήχος, έντονα dub στοιχεία, περισσότερος στίχος. Θέλει να απευθυνθεί σε παγκόσμιο κοινό, γι’ αυτό και γράφει στα αγγλικά. Της αρέσει να περπατά στην πόλη, ειδικά τη νύχτα. Εκεί, λέει, όλα αποκτούν άλλη υφή.
Φεύγοντας από το Takeover, σκεφτόμουν ότι η Corniza δεν είναι απλώς ένα ακόμα όνομα στην ηλεκτρονική σκηνή. Είναι μια καλλιτέχνιδα η οποία, μέσα σε μια μουσική σκηνή που συχνά παίζει safe, τολμά να στήσει τον δικό της ήχο και να μας καλέσει να μπούμε μέσα στην κορνίζα της.