Θα σε βγάλω έξω | Θανάση Χειμωνά, πάμε να δούμε τον «Καποδίστρια» του Σμαραγδή;
Όλοι περιμένετε από μένα έναν λίβελο. Ένα απολαυστικό σφυροκόπημα, μια αποδόμηση μέχρις εσχάτων της πιο πολυσυζητημένης ελληνικής ταινίας από τότε που το «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι» του Νίκου Αλευρά κόπηκε live από την κρατική τηλεόραση. Δεν ήταν άλλωστε τυχαία η επιλογή του klik.gr να επιλέξει τη συγκεκριμένη προβολή ως κάτι που, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα έκανα ποτέ στον εαυτό μου.
Ωστόσο, θα σας απογοητεύσω — καταρχάς για έναν πολύ απλό λόγο: είναι αρχή μου να μην κράζω ποτέ κάποιον ή κάτι το οποίο κράζει σύσσωμη η ελληνική κοινή γνώμη. Η εμπειρία μου, στα 55 χρόνια που κυκλοφορώ πάνω σε τούτο τον πλανήτη, είναι πως η ελληνική κοινή γνώμη έχει ΠΑΝΤΑ άδικο. Με αυτή τη σκέψη στο μυαλό και οπλισμένος με νηφαλιότητα και ψυχραιμία, ξεκίνησα να παρακολουθώ το εν λόγω έπος στο φιλόξενο Opera της Ακαδημίας.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ναι, ο Καποδίστριας έχει θέματα. Πάαααρα πολλά θέματα. Πρώτα απ’ όλα, πρόκειται για μια αγιογραφία. Και όχι, δεν με ενοχλεί το γεγονός ότι ο Σμαραγδής δεν ασχολήθηκε ούτε δευτερόλεπτο με τις (όχι λίγες) σκοτεινές πλευρές του πρώτου κυβερνήτη της χώρας. Αυτό δεν μας μαθαίνει τόσα χρόνια η επίσημη ελληνική ιστορία; Ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ένας άψογος, πεφωτισμένος ηγέτης και πως αν δεν τον δολοφονούσαν οι άξεστοι Νεοέλληνες (και οι ξένοι ανθέλληνες), η Ελλάδα σήμερα θα ήταν ένα κράμα Ελβετίας και Μονακό;

Στην περίπτωσή μας, όμως, η λέξη «αγιογραφία» είναι κυριολεκτική. Ο Καποδίστριας του Σμαραγδή παρουσιάζεται κανονικότατα ως ένας Έλληνας Χριστός. Σε μια σκηνή, οι κάτοικοι της Ψωροκώσταινας τον υποδέχονται μετά βαΐων και κλάδων, όπως οι πιστοί τον Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Αργότερα, βρίσκεται μια ανάσα από το να αναστήσει ένα πεθαμένο βρέφος — κάτι που τελικά δεν συμβαίνει, διότι η άτυχη μητέρα λιποθυμά και το πλάνο αλλάζει.
Βασικά, δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να καταφέρει ο Καποδίστριας. Απελευθερώνει την Ελβετία, σώζει τη Γαλλία από την καταστροφή και όταν δύο στρατιές Ελλήνων είναι έτοιμες να αλληλοσφαγιαστούν στα πλαίσια του εμφυλίου που εξελισσόταν παράλληλα με την Επανάσταση, μπαίνει στη μέση και τους λέει: «Τι μαλακίες είναι αυτές, βρε παιδιά; Άντε, δώστε τα χέρια». Εκείνοι τα δίνουν και ο Εμφύλιος λήγει επιτόπου.
Μοιραία, το έργο είναι απολύτως μανιχαϊστικό. Απέναντι στον Υπέροχο Καποδίστρια, ο θεατής συναντά τον Μοχθηρό Μέτερνιχ — ένα κράμα Ρόμπαξ, Αλέξις Κάρινγκτον Κόλμπι Ντέξτερ και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (όπως τον φαντάζονταν οι αυριανιστές το «βρόμικο» ’89) — καθώς και τους αδίστακτους κοτζαμπάσηδες, που παρουσιάζονται σαν γερολαδάδες άνθρωποι των σπηλαίων.
Η Παναγία, πάντως, δεν εμφανίζεται τόσο συχνά όσο έχει ακουστεί στον Τύπο. Μόλις τρεις φορές: στην αρχή, όταν ο νεαρός Καποδίστριας πέφτει από άλογο και σκάει στο έδαφος σαν καρπούζι (κατά κάποιο τρόπο δικαιολογημένα καθώς έχει χτυπήσει το κεφάλι του ), στη μέση, όταν ένας τύπος λέει κάτι άσχετο για άλογα κι εκείνος κάνει τον συνειρμό, και στο τέλος, όταν ο Καποδίστριας ψυχορραγεί — εντάξει, δεν έκανα σπόιλερ, το ξέρατε πως θα συμβεί αυτό.
Εδώ να πω πως δε θεωρώ κακό ένας σκηνοθέτης να απεικονίζει την Παναγία στις ταινίες του. Το πρόβλημα είναι ότι η Παναγία του Σμαραγδή δεν έχει καμία σχέση ούτε με εκείνη του Παζολίνι ούτε καν με αυτή του Τζεφιρέλι. Είναι απλώς μια μεσόκοπη κυρία με μαντήλα που κουνάει τα χέρια σαν να ζητάει πέναλτι. Από τις πιο άτυχες στιγμές της ταινίας.


Υπάρχουν κι άλλες άτυχες στιγμές. Οι Έλληνες μιλάνε ελληνικά, οι Ελβετοί και οι Γάλλοι γαλλικά, αλλά ο Μέτερνιχ με τους συμπατριώτες του το γυρνάνε στο αγγλικό. Κάποιος δε, είχε την φαεινή ιδέα να μεταμορφώσει τον (φίλο) Μάξιμο Μουμούρη σε Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, φορτώνοντάς του μια μυτόγκα και αποκριάτικα φρύδια, με αποτέλεσμα να θυμίζει περισσότερο τον Χάρρυ Κλυνν όταν υποδυόταν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Γενικά, η ταινία είναι αποστειρωμένη. Κάθε ηθοποιός μιλάει μόνο αφού σιγουρευτεί ότι ολοκλήρωσε ο προλαλήσας, δεν υπάρχει ούτε το παραμικρό φιλάκι και το χιούμορ απουσιάζει πλήρως — με εξαίρεση μια στιγμή που ο Πάνος Σκουρολιάκος κάνει τον βλάχο και λίγο αργότερα που ο Τάσος Παλατζίδης φτύνει κάτι χλέπες στο έδαφος.
Εδώ, βέβαια, θα πείτε: «Ρε Χειμωνά, είπες ότι δεν θα κράξεις, αλλά τελικά το πέρασες πριονοκορδέλα το έργο». Δεν είναι έτσι. Γιατί όλα τα παραπάνω αποτελούν μόνο τη μισή αλήθεια.
Γιατί ο Καποδίστριας δεν είναι για πέταμα. Πρόκειται για μια εξαιρετικά προσεγμένη παραγωγή από την αρχή ως το τέλος. Η φωτογραφία, η αισθητική, τα χρώματα εντυπωσιάζουν — σαν πίνακες ζωγραφικής. Ό,τι και να λέμε, ο Σμαραγδής το κατέχει το τόπι. Επίσης, ο καλός ηθοποιός Αντώνης Μυριαγκός, παρά το γεγονός ότι το σενάριο δεν τον βοηθά καθόλου, δίνει έναν πειστικό Καποδίστρια, έστω κι αν εμφανισιακά θυμίζει κάποιες φορές περισσότερο τον Κώστα Πρέκα (χωρίς μουστάκι) στον Επαναστάτη Ποπολάρο.
Πάνω απ’ όλα, όμως, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο Γιάννης Σμαραγδής είναι ένας έντιμος δημιουργός. Σου λέει: «Κύριε, αυτός είμαι, αυτό κάνω — κι αν σου αρέσει». Και η αλήθεια είναι πως όποιος πάει να δει τον Καποδίστρια ξέρει πάνω-κάτω τι θα αντιμετωπίσει. Εκείνος που λάτρεψε τη Σπασμένη Φλέβα του Οικονομίδη ίσως πάει μόνο για να τρολάρει. Όποιος, όμως, θέλει να χαλαρώσει με μια old school ταινία «για όλη την οικογένεια», σχετικά με μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής ιστορίας, θα περάσει καλά.
Εγώ, που ανήκω και στις δύο κατηγορίες, δεν πέρασα άσχημα. Και, ξέρετε κάτι; Δεν βλέπω γιατί ο Καποδίστριας είναι χειρότερος από τον Καζαντζίδη, που αποθεώθηκε από κοινό και κριτικούς (sic) πριν έναν χρόνο, ή — ακόμη περισσότερο — από όλες εκείνες τις «ψαγμένες» ελληνικές σειρές της τηλεόρασης που σκίζουν σε θεαματικότητες και κάθε λίγο «ρίχνουν το Twitter» (sic²).
Το κράξιμο, όμως, το τρώει μόνο ο Σμαραγδής. Επειδή ένας άρχισε να τον κράζει και πρέπει όλοι να κάνουν το ίδιο. Έτσι πάει.

YΓ 1. Το μάρκετινγκ του Καποδίστρια θα έπρεπε να διδάσκεται σε σεμινάρια. Δεν ξέρω αν ο Σμαραγδής το έκανε επίτηδες ή απλώς «του βγήκε», αλλά κατάφερε να στείλει στις αίθουσες — και να πληρώσουν εισιτήριο — ακόμη και τους πιο φανατικούς haters του. Φαινόμενο σπάνιο για κάθε μορφή τέχνης. Ό,τι κι αν γράψει ο πιο ψαγμένος σινεκριτικός ή ο Φούφουτος του Facebook με τους 20.000 φόλοουερς, ο Καποδίστριας πέτυχε.
ΥΓ 2. Στην ταινία δε βλέπεις ούτε έναν Τούρκο, ούτε μία πατάτα. Γιατί;
ΥΓ 3. Αν το klik.gr ήθελε σώνει και καλά να με κάνει να υποφέρω, ας με ανάγκαζε να δω όλους τους κύκλους από τις Άγριες Μέλισσες (ή οποιασδήποτε αντίστοιχης σειράς).
Θανάσης Χειμωνάς