Πήγαμε τον βραβευμένο με Prix Méditerranée 2025 συγγραφέα Δημήτρη Σωτάκη στον Σώτη Βολάνη

Πήγαμε τον βραβευμένο με Prix Méditerranée 2025 συγγραφέα Δημήτρη Σωτάκη στον Σώτη Βολάνη

Ο συγγραφέας Δημήτρης Σωτάκης γράφει για τη βραδιά που βγήκε μαζί μας στον Σώτη Βολάνη.

Στα τέλη του προηγούμενου Οκτώβρη και ενώ μόλις είχα επιστρέψει από το Παρίσι, όπου βρισκόμουν για μια παρουσίαση της γαλλικής έκδοσης ενός βιβλίου μου, χτύπησε το τηλέφωνό μου. Εκείνη την ώρα έκανα μια βόλτα κάπου στο κέντρο της Αθήνας, μετά από μια επαγγελματική συνάντηση και αναπολούσα τις συναρπαστικές συζητήσεις που είχα τις προηγούμενες ημέρες με Γάλλους καλλιτέχνες και συγγραφείς που γνώρισα εκεί, συζητήσεις περί Τέχνης, για το μέλλον της παγκόσμιας λογοτεχνίας, για την συνεισφορά του σουρεαλισμού στον γραπτό λόγο και άλλα ζητήματα που προέκυψαν μέσα σ’ αυτή τη μοναδική παριζιάνικη ατμόσφαιρα. Αυτή την ηδονική ονειροπόληση διέκοψε, λοιπόν, ο ήχος του τηλεφώνου. Στην άλλη άκρη της γραμμής βρισκόταν η Λίλα Σταμπούλογλου, η οποία χωρίς περιστροφές μου λέει το εξής: «Έλα, Σωτάκη, το Σάββατο πάμε Σώτη Βολάνη;». Στην αρχή δεν ήμουν βέβαιος αν άκουσα καλά ή αν μου είχαν γεννηθεί κάποιες παραισθήσεις και χρειάστηκε να επιβεβαιώσω τη φράση που ξεστόμισε η Λίλα: «Ναι, ναι, Βολάνη, Σάββατο βράδυ, πώς σου φαίνεται;».

Δώσαμε ραντεβού στις 11:30 έξω από το μαγαζί. Έφτασα πρώτος, την περίμενα έξω. Εκείνη την ώρα άρχισαν να καταφθάνουν και οι πρώτοι πελάτες, στεκόμουν δίπλα στο προσωπικό του πάρκινγκ, ακριβώς απέναντι από την κύρια είσοδο. Και ναι, υπήρξα τυχερός, αφού σε λίγο σταματάει μπροστά μου ένα αυτοκίνητο, κάποιος ανοίγει την πίσω πόρτα, λέει: «Γεια σου Σώτη, καλλιτέχνη μου!» και βγαίνει ο Βολάνης! Ήμουν παρών στην άφιξη του σταρ της βραδιάς! Κάποια στιγμή -αφού πια είχε φτάσει και η Λίλα- μπήκαμε μέσα. Η πρώτη εντύπωση από τον εσωτερικό χώρο ήταν απογοητευτική. Θέλω να πω ότι το εν λόγω μαγαζί ήταν όμορφο! Μα εγώ περίμενα και ευχόμουν για κάτι παρακμιακό, τι ήταν αυτό τώρα; Ήθελα σκοτάδι και ύποπτες φάτσες, μα όλα εκεί ήταν πολύ γυαλισμένα και τακτοποιημένα. Τέλος πάντων, παρήγγειλα τη βότκα μου ενώ ήδη είχε αρχίσει το πρόγραμμα.

Σωτάκης σώτης Βολάνης

Σωτάκης σώτης Βολάνης

Είχαμε αρκετή αγωνία για το τι θα ακολουθούσε. Μια σειρά από νεαρές τραγουδίστριες προετοίμαζαν το έδαφος για τον main act Sotis, αλλά είχαμε ακόμα χρόνο για αυτό. Κάπου εκεί έκανα την έκπληξη και διηγήθηκα στη Λίλα το παρακάτω περιστατικό. Μια μέρα των αρχών της δεκαετίας του 2000 βρισκόμουν σε ένα μουσικό στούντιο. Ξαφνικά μπήκε μέσα ο Σώτης Βολάνης. Κάθισε στο πιάνο μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας-τουλάχιστον στα δικά μου-και άρχισε να παίζει δεξιοτεχνικά και με αξιοζήλευτη ταχύτητα ένα μουσικό θέμα που απαιτούσε μεγάλη δεξιότητα και γνώση, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται σε κάποιους. Με λίγα λόγια, αν και μεγαλωμένος με Tears for Fears, Duran Duran και George Michael, δεν θα άκουγα ποτέ τέτοια μουσική, αλλά τρέφω μεγαλύτερο σεβασμό σε αυτή την αυθεντικότητα και το ταλέντο του Σώτη και τον προτιμώ από τους νέους γκλαμοσκυλάδες των μεγάλων πιστών των τελευταίων ετών.

Ήμασταν έτοιμοι, πλησίαζε η ώρα της μεγάλης εμφάνισης. Η ορχήστρα τον υποδέχτηκε εμφατικά, πραγματικός χαμός! Ξεπήδησε στην πίστα φορώντας ένα μακρύ τζάκετ, με μια στάμπα στο πίσω μέρος του, φορούσε μαύρα γενικώς, κι ενώ έδειχνε σχετικά ορεξάτος, μου έδωσε την εντύπωση ότι μόλις πριν πέντε λεπτά κάποιος τον είχε ξυπνήσει και του είπε: «Έλα Σώτη, βγαίνεις!». Τέλος πάντων, ξεκίνησε να τραγουδάει ένα σετ τραγουδιών που είτε δεν γνώριζα, είτε είχα ακούσει μια δυο φορές από δω κι από κει, μέχρι που κάποια στιγμή-μετά από πολλή ώρα- είπε με ένταση στο μικρόφωνο κάτι που με παραξένεψε: «Και τώρα πάμε όλοι μαζί τον εθνικό ύμνο!». Ποτέ δε φανταζόμουν ότι ο Σώτης θα είχε τόσο υψηλό εθνικό φρόνημα και από σεβασμό κατέβηκα από το σκαμπό που καθόμουν και στάθηκα όρθιος, αλλά τότε τον άκουσα να διευκρινίζει: «Πόσο μου λείπει η ζεστή αγκαλιά σου!».

Σωτάκης σώτης Βολάνης

Σωτάκης σώτης Βολάνης

Με τις πρώτες νότες όλο το κοινό έδειξε ξαφνικά μεγαλύτερο ενθουσιασμό, δεν θα μπορούσε άλλωστε φυσικά να συμβεί κάτι διαφορετικό, αφού στην πραγματικότητα αυτό το τραγούδι είναι ο ουσιαστικός λόγος που βρισκόμασταν εκεί. Κάπου στα μισά του εν λόγω άσματος (νομίζω συγκεκριμένα στο σημείο «Λείπεις και είμαι μόνος μου, κρυώνω, δεν αντέχω, παγώνω, νιώθω να τελειώνω») κι ενώ λικνιζόμουν παρασυρμένος από τη γενική χαρά που επικρατούσε, ξαφνικά αναρωτήθηκα τι έχει πάει στραβά στη ζωή μου και βρίσκομαι εδώ απέναντι από τον Σώτη Βολάνη ξημερώματα Κυριακής, σίγουρα κάτι δεν έχω κάνει σωστά, μια σκέψη που πολύ γρήγορα εξατμίστηκε αφού σε λίγο με άκουσα να ουρλιάζω: «Πού να σε βρω, να σου πω σ αγαπώ, πού να σε βρω, με ποιον τρόπο να ζω!», κατεβάζοντας όση βότκα είχε απομείνει στο ποτήρι μου.

Σωτάκης σώτης Βολάνης

Η βραδιά για εμάς πλησίαζε στο τέλος της. Είχα αποδεχθεί την πρόταση της Λίλας και τώρα ο αγώνας πλησίαζε στη λήξη του. Πώς αισθανόμουν; Σίγουρα όχι ηττημένος όπως θα είχε προβλέψει κάποιος, ιδιαίτερα οι κοντινοί μου φίλοι. Βγήκα στο δρόμο, ήταν ήδη πολύ αργά. Είπαμε καληνύχτα και περίμενα να περάσει κανένα ταξί να με γυρίσει σπίτι. Κάποια στιγμή σταμάτησε ένα μπροστά μου. Η διαδρομή ξεκίνησε, ο ταξιτζής άλλαξε δύο τρεις σταθμούς, λίγο ειδήσεις, λίγο ροκ, λίγο βαριά λαϊκά και σε αυτήν την σύντομη ραδιοφωνική περιπλάνηση, σαν να ήταν σκηνοθετημένη η σκηνή, ακούω έκπληκτος: «Πού να σε βρω, να σου πω σ’ αγαπώ!».

«Αφήστε το εδώ!», του λέω και βολεύτηκα καλύτερα στη θέση μου.

Δημήτρης Σωτάκης

Σχετικά άρθρα