Η Πόλη Unplugged: Στο Vinyl Market της Τεχνόπολης το βινύλιο νικάει το χρόνο

Η Πόλη Unplugged: Στο Vinyl Market της Τεχνόπολης το βινύλιο νικάει το χρόνο

Βινύλιο και digging μέχρι τελικής πτώσης σ' ένα event που αποδεικνύει ότι η μουσική χρειάζεται κι ένα εξώφυλλο.

Ξεκίνησα για το Vinyl Market φορώντας μια τσάντα φτιαγμένη από δίσκους. Γιατί εγώ τη ζω τη βόλτα, μπαίνω στο ρόλο. Για την ιστορία, την είχα πάρει από ένα παζάρι στην Τουρκία πριν δεκαπέντε χρόνια, τότε που αγόραζα πράγματα χωρίς να σκέφτομαι αν κολλάνε με το μέλλον μου.  Να που κόλλησαν, και τώρα είχα την ευκαιρία να γίνω το θέαμα της εκδήλωσης.

Το Vinyl Market στην Τεχνόπολη έχει πάντα πολύ κόσμο. Κάποιοι το βλέπουν σαν βόλτα, αλλά κάποιοι άλλοι κάνουν κανονικό προσκύνημα γιατί έχει πλέον καθιερωθεί ως ένα από τα σοβαρά ραντεβού της δισκοφιλικής Αθήνας. Με το που πλησιάζεις, το καταλαβαίνεις. Σαστίζεις με την ποσότητα των δίσκων, ακούς συζητήσεις για εκδόσεις και φράσεις όπως «το είχα, το πούλησα, το μετάνιωσα», αλλά κυρίως βλέπεις ανθρώπους κάθε ηλικίας που πραγματικά αγαπούν το βινύλιο.

Στους πάγκους συμμετέχουν δισκοπωλεία από όλη την Ελλάδα, ανεξάρτητα labels, συλλέκτες που ξέρουν πολύ καλά τι πουλάνε και ακόμα καλύτερα τι κρατάνε για τον εαυτό τους. Εδώ δεν έρχεσαι για να ρίξεις μια ματιά. Έρχεσαι για να ξοδέψεις εργατοώρες στο ψάξιμο. Και πράγματι, η φετινή εκδήλωση είχε υλικό για όλους: ελληνικές εκδόσεις που δεν τις βρίσκεις ούτε με τάμα, κλασική μουσική για τους πιο δύσκολους ακροατές, heavy metal με εξώφυλλα που σε κοιτάνε απειλητικά, ροκ παλιό και νέο, jazz, disco, electronica, αλλά και δίσκους βασισμένους σε παραστάσεις και ταινίες, soundtrack που σε κάνουν να θυμάσαι σκηνές που έχουν γραφτεί στο DNA σου.

Υπήρχε και ένας πάγκος αποκλειστικά με ιαπωνικές εκδόσεις, δηλαδή all time classic μουσική, γνωστά συγκροτήματα, αλλά τυπωμένα και κυκλοφορημένα από ιαπωνικές εταιρείες. Δεν ξέρω γιατί να θέλει κανείς να πάρει τους Led Zeppelin με ιαπωνικούς τίτλους, αλλά ίσως ένας συλλέκτης έχει άλλη γνώμη.

Ο κόσμος που πραγματικά αγαπά το βινύλιο ξεχωρίζει εκεί μέσα, είναι στοχοπροσηλωμένος. Ο λάτρης του δίσκου κάθεται πάνω από ένα καφάσι για είκοσι λεπτά χωρίς να σηκώσει κεφάλι. Κρατά κινητό με λίστα, αφιερώνει στο digging το χρόνο του και θυσιάζει τον αυχένα του. Κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι έχει σκύψει τόσο πολύ που όταν σηκώνεται, παραπατά. Αλλά συνεχίζει, γιατί μπορεί ο επόμενος δίσκος να είναι «αυτός» που ψάχνει.

Εγώ δεν έχω τόσο κόλλημα με το βινύλιο, αλλά έχω σοβαρό κόλλημα με τα εξώφυλλα. Έχω αγοράσει δίσκους μόνο και μόνο επειδή είχαν ωραία φωτογραφία, περίεργη γραμματοσειρά ή χρώματα που μου μίλησαν εκείνη τη στιγμή. Δεν το θεωρώ περίεργο. Είναι ακριβώς αυτό που λείπει από τον τρόπο που ακούμε μουσική σήμερα. Στο streaming όλα είναι μικρά, συμπιεσμένα και περαστικά. Δεν κάθεσαι να δεις το artwork. Δεν το πιάνεις, δεν το γυρίζεις, δεν ανακαλύπτεις λεπτομέρειες. Κι όμως, πολλά εξώφυλλα δίσκων είναι κανονικά έργα τέχνης,  ισότιμα με τη μουσική, που μπορείς να τα κορνιζώσεις στον τοίχο.

Δίπλα μου, ένας τύπος έψαχνε ιταλική ντίσκο. Το έλεγε σε όποιον περνούσε από κοντά, λες και αν δηλώσεις αρκετές φορές την επιθυμία σου, το σύμπαν θα σου την φέρει στο πιάτο. Ξεφύλλιζε γρήγορα, με άγχος. Κάποια στιγμή σταμάτησε απότομα, τράβηξε έναν δίσκο και χαμογέλασε σαν να του είπαν ότι δεν χρειάζεται να πληρώσει ΕΝΦΙΑ φέτος. «Τον βρήκα», είπε, και για πέντε δευτερόλεπτα δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο. Αυτό είναι το vinyl moment. Δεν το ανεβάζεις story, δεν το κάνεις post. Το ζεις και τέλος.

Το ενδιαφέρον είναι ότι όλο αυτό δεν συμβαίνει κόντρα στην εποχή, αλλά μέσα σε αυτή. Το βινύλιο τα τελευταία χρόνια ανεβαίνει παγκοσμίως, με πωλήσεις που αυξάνονται σταθερά και σε αρκετές αγορές έχουν ήδη ξεπεράσει τα CD. Σε μια εποχή όπου η μουσική είναι παντού και ταυτόχρονα πουθενά, ο δίσκος επιστρέφει ως κάτι συγκεκριμένο. Δεν είναι πρακτικός, δεν είναι φθηνός, δεν είναι εύκολος και ίσως γι’ αυτό έχει αποκτήσει ξανά αξία. Για την ακρίβεια, υπήρχαν εκεί δίσκοι που έκαναν 40 και 50 ευρώ.

Στην Ελλάδα, η αγορά δίσκου δεν είναι τεράστια, αλλά είναι ζωντανή. Υπάρχουν δισκοπωλεία που επιμένουν, νέοι άνθρωποι που ξεκινούν συλλογές, επανεκδόσεις ελληνικών άλμπουμ που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε χαμένα. Και το Vinyl Market στην Τεχνόπολη κάθε χρόνο δεν είναι απλώς ένα event, είναι απόδειξη ότι υπάρχει κοινό που θέλει να ψάξει, να ακούσει και να διαλέξει κάτι που θα μπει σε μια δισκοθήκη. Μπορεί να μην υπάρχει πια πικάπ στα σπίτια μας, αλλά υπάρχει χώρος για τους δίσκους. Η ζωή είναι αναπάντεχη και δίνει ξανά θέση στα πράγματα που αξίζουν.

ΥΓ. Για την ιστορία και πάλι, η τσάντα μου έδωσε ρεσιτάλ. Εγώ φωτογράφιζα τους δίσκους και κάποιοι φωτογράφιζαν εμένα.

Σχετικά άρθρα