Η πόλη unplugged: Εγώ για καφέ πήγα στο Μουσείο Μαρία Κάλλας…
© Μουσείο Μαρία Κάλλας

Η πόλη unplugged: Εγώ για καφέ πήγα στο Μουσείο Μαρία Κάλλας…

Και με την ευκαιρία είδα και το μουσείο που είναι υπερτέλειο.

Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε εσάς, αλλά εγώ έχω αυτή τη μαγική ικανότητα να ζω στην Αθήνα και να αγνοώ επιδεικτικά όλα της τα μουσεία. Έχω περάσει μπροστά από το Μουσείο Μαρία Κάλλας δεκάδες φορές από το 2023 που άρχισε να λειτουργεί στο ωραιότατο νεοκλασικό κτίριο στην οδό Μητροπόλεως, αλλά πάντα με έβρισκε στη φάση «α, ναι, να πάμε κάποια στιγμή».

Αυτή η στιγμή ήρθε όταν ένας φίλος που δουλεύει εκεί, με προσκάλεσε να περάσω για καφέ. Το είπε με εκείνη την ανεμελιά που υπονοεί ότι δεν χρειάζεται να ενδιαφέρεσαι για την όπερα ή τη Μαρία Κάλλας, αρκεί να έχεις διάθεση για έναν ωραίο cappuccino. Είμαι ακριβώς αυτός ο τύπος.

Ξεκίνησα λοιπόν με τον καφέ στο μυαλό και μηδενική πρόθεση να καλλιεργηθώ. Έλα όμως που, μόλις μπήκα μέσα, κάτι συνέβη. Το μουσείο σε υποδέχεται με εκείνη την αύρα παλιάς Αθήνας που έχει πιει espresso με το Παρίσι. Μουσική υπόκρουση, καθαρή αισθητική, ηρεμία και μια αίσθηση ότι κάπως βρίσκεσαι πιο κοντά στο μυστήριο της τέχνης, χωρίς καν να χρειαστεί να καταλάβεις τι ακριβώς είναι το bel canto.

Ο φίλος μου ο Γιάννης Δημητράκης εργάζεται στη φύλαξη του χώρου, αλλά, πρωτίστως, κυρίως και πάνω απ’ όλα είναι ηθοποιός και καλλιτέχνης. Τον έχεις δει σε αρκετά σήριαλ στην ελληνική τηλεόραση, τον έχεις ακούσει σε διαφημίσεις και φυσικά ανέλαβε την ξενάγηση μου.

Στον πρώτο όροφο πήγα τοίχο-τοίχο και είδα τις ημερομηνίες με τους κυριότερους σταθμούς στη ζωή της Κάλλας. Σε βιτρίνες προσωπικά αντικείμενα και κοστούμια της, επιστολές, παρτιτούρες, φωτογραφίες από τις σκηνές του κόσμου που τραγούδησε και πάρα πολλά ακόμα αντικείμενα μιας συλλογής που ξεκίνησε ο Δήμος Αθηναίων το 2000.

Φωτογραφίζομαι κι εγώ σαν ντίβα στον καθρέφτη της ντίβας.

Ο ένας την ήθελε και δεν τον ήθελε, ο άλλος δεν την ήθελε και τον ήθελε. Story of our life.

Στο δεύτερο όροφο η εμπειρία είναι πιο διαδραστική. Μπαίνεις από τη μία αίθουσα στην άλλη και περιηγείσαι στον ακουστικό κόσμο της Κάλλας.

Έχει αναπαυτικές πολυθρόνες για να κάτσεις και να ακούσεις όπερες που τραγούδησε και σπάνιες ηχογραφήσεις, να κλείσεις τα μάτια και να αφήσεις τη φωνή της να σε χαλαρώσει. Συνέβη και σ’ εμένα που χαλαρώνω με pop playlists. Οριακά δεν κοιμήθηκα σ’ αυτή την αίθουσα.

Ενώ έκανα βόλτα με το ύφος της δήθεν τυχαίας επισκέπτριας, ο φίλος Γιάννης άνοιξε μια πόρτα να διαβώ στην αίθουσα εκδηλώσεων του τρίτου ορόφου και ψιθύρισε συνωμοτικά: Έλα να σου γνωρίσω τη Μαρία.

Η Μαρία λοιπόν ήρθε στην Ελλάδα από την Αλβανία το 1991 και είναι η καθαρίστρια του μουσείου. Είναι όμως και καθηγήτρια μουσικής, τραγουδάει και παίζει πιάνο. Δηλαδή, δεν γίνεται να δουλεύεις στο Μουσείο Μαρία Κάλλας, να σε λένε Μαρία και να είσαι και της μουσικής. Είναι σχεδόν καρμικό.

Σκέφτηκα ότι αυτό το μουσείο δεν είναι απλώς ένα ακόμη εκθετήριο. Είναι σαν μικρό σύμπαν καλλιτεχνικής ενέργειας. Έχει φωνές, πρόβες, πάθη, όνειρα και όχι μόνο της Κάλλας. Όλοι εκεί μέσα μοιάζουν να έχουν κάτι δημιουργικό στο αίμα τους. Λες και η ίδια η ντίβα, από ψηλά, κάνει κάστινγκ κάθε φορά που προσλαμβάνουν κάποιον.

Δεν θα ζητούσα από τη Μαρία να παίξει κάτι το πιάνο; Εννοείται ότι θα το έκανα, είμαι φοβερός ζήτουλας σε κάτι τέτοια.

Στο τέλος, έφτασε και η ώρα για τον περιβόητο καφέ. Ήταν όντως εξαιρετικός. Βασικά, ο χώρος του καφέ είναι ό, τι ωραιότερο έχω δει τελευταία. Να πάρεις δηλαδή το λάπτοπ σου και να έρθεις εδώ να δουλέψεις, όνειρο.

Αλλά πλέον, δεν ήταν ο καφές το θέμα. Είχα πάει για τον φίλο μου, για τον cappuccino και για να περάσει η ώρα, κι έφυγα με ένα απρόσμενο δέος. Κι αν με ρωτήσεις τώρα γιατί δεν είχα πάει νωρίτερα, δεν έχω καλή απάντηση. Ίσως γιατί πίστευα ότι για να πας σε μουσείο για την Κάλλας πρέπει να έχεις δει τουλάχιστον τη «Τόσκα». Τελικά, χρειάζεται μόνο περιέργεια και ίσως έναν φίλο σεκιουριτά και καλλιτέχνη, που κάνει πρόβες τις ατάκες του ανάμεσα στις βιτρίνες και τα εκθέματα.

ΥΓ. Και όπως κάθε μουσείο που σέβεται τον εαυτό του, έτσι και το μουσείο Μαρία Κάλλας έχει shop με τέλεια πραγματάκια. Λάτρεψα την τσάντα με τα μάτια της και έγινε δικιά μου. Γιατί χωρίς λίγη κατανάλωση δεν βγαίνει η ζωή. Ακόμα κι όταν πας σε μουσείο.

Σχετικά άρθρα