Ο Μπλαμούτσας στην Ηλεία είναι ΤΟ σουβλάκι

Ο Μπλαμούτσας στην Ηλεία είναι ΤΟ σουβλάκι

Ζουμερό, με γλυκό λίπος, καραμελωμένες άκρες και εκείνη τη μυρωδιά που σε γυρίζει σε αυλές, πανηγύρια, καλοκαίρια και παιδικές πείνες. Ένα καλαμάκι απ' την Ηλεία μπαίνει στο Πάνθεον του Χοιρινού Καλαμακίου.

Ένα από τα καλύτερα, πιο νοσταλγικά και πιο τίμια χοιρινά καλαμάκια στον κόσμο βρίσκεται στα Καβάσιλα Ηλείας, στην ψησταριά του Μπλαμούτσα. Δεν μιλάμε απλώς για ένα γρήγορο φαγητό της επαρχίας, αλλά για μια μικρή τελετουργία γύρω από τη φωτιά, το κρέας, την καλαμιά και εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι ανακαλύπτεις κάτι που οι ντόπιοι ήξεραν πάντα και οι υπόλοιποι αργήσαμε αδικαιολόγητα να μάθουμε.

Το θέμα σε αυτή τη ζωή είναι να έχεις την πληροφορία. Έτσι κι εγώ, όπως καθόμουν ανέμελος και έβλεπα το ηλιοβασίλεμα στην παραλία της Κουρούτας, προσπαθώντας να αποφασίσω αν τελικά πρέπει να γίνω διορατικός σκηνοθέτης ή να παραμείνω ένα αξιοπρεπές γαστρονομικό τρολ, συναντώ τον Νίκο Καραφλό, τον άνθρωπο πίσω από το εντυπωσιακό ξενοδοχείο «Dexamenes». Με κοιτάει σχεδόν επιτιμητικά και μου λέει: «Ξέρεις ότι δεκαπέντε λεπτά από εδώ υπάρχει ένας μύθος και εσύ, που το παίζεις άτυπος γενικός γραμματέας μιας τάχατες επιτροπής νοστιμιάς, το αγνοείς;»

Προφανώς, πριν καν τελειώσει τη φράση του, είχα ήδη μπει σε κατάσταση συναγερμού. Δεν υπάρχουν πολλές στιγμές στη ζωή που οφείλεις να δράσεις χωρίς δεύτερη σκέψη· αυτή ήταν μία από αυτές. Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόμουν στα Καβάσιλα, μπροστά στην ψησταριά του Μπλαμούτσα, με την ανυπομονησία ενός ανθρώπου που έχει ακούσει τη λέξη «μύθος» και τη λέξη «καλαμάκι» στην ίδια πρόταση.

Ο Μπλαμούτσας είναι το παρατσούκλι του Δημήτρη, ενός ανθρώπου που δεν φαίνεται να βιάζεται να αποδείξει τίποτα σε κανέναν. Ψήνει χοιρινό περασμένο σε φυσική καλαμιά, όπως παλιά, και κάθε βράδυ ετοιμάζει όσα πιστεύει ότι μπορεί να ψήσει σωστά: περίπου 100 με 150 καλαμάκια την ημέρα. Αν δεν προλάβεις, απλώς δεν έχει. Δεν ανοίγει δεύτερο γύρο, δεν κάνει εκπτώσεις, δεν υποκύπτει στην αγωνία του πελάτη που έφτασε αργά. Αυτό από μόνο του είναι δήλωση φιλοσοφίας.

Την ώρα που έφτασα, ετοίμαζε τα τελευταία. Και, φυσικά, δεν έφταναν για μένα. Του είπα ότι ήρθα από μακριά, από το μακρινό Παρίσι, του είπα ότι είμαι ένας άτυπος ταξιδιώτης που αναζητά τυχαίες απολαύσεις και, κάπου ανάμεσα στην υπερβολή και την απόγνωση, συνέβη το απίστευτο. Ο Δημήτρης, αφού πήρε την άδεια των πελατών του, αφαίρεσε από κάθε παραγγελία από ένα καλαμάκι για να μπορέσει να μου δώσει δύο. Ευχαρίστησα, φυσικά, τους ευγενικούς κυρίους που βοήθησαν να ολοκληρωθεί αυτή η μικρή γαστρονομική αμαρτία και παρέλαβα τα δύο υπέροχα καλαμάκια με λίγες τηγανητές πατάτες.

Το καλαμάκι ήταν ζουμερό, με γλυκό λίπος, καραμελωμένες άκρες και εκείνη τη μυρωδιά που σε γυρίζει σε αυλές, πανηγύρια, καλοκαίρια και παιδικές πείνες. Δεν υπήρχε τίποτα περιττό επάνω του. Ήταν χοιρινό, φωτιά, αλάτι, χρόνος και χέρι. Οι πατάτες, από την άλλη, ήταν πραγματικές πατάτες: χρυσαφένιες, απλές, χωρίς καμία διάθεση να μεταμφιεστούν σε κάτι πιο «δημιουργικό». Ήταν το απόλυτο. Ήταν το original χοιρινό καλαμάκι. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα τι να πω. Έχασα τα λόγια μου και ήθελα να φιλήσω και τον Δημήτρη και τους δύο ανθρώπους που έκαναν την ευγενική παραχώρηση. Νομίζω ότι αυτό το καλαμάκι μπαίνει χωρίς δεύτερη σκέψη στο Πάνθεον του Χοιρινού Καλαμακίου.

Το τέλος μας βρήκε με μαθήματα για το πώς κόβει την καλαμιά και πώς περνάει επάνω της το κρέας, με εκείνη τη φυσικότητα που έχουν οι άνθρωποι που κάνουν κάτι καλά για χρόνια. Μου αποκάλυψε επίσης ότι είχε δεχτεί άπειρες προτάσεις να ψήσει στην Αθήνα. Δεν ξέρω αν πρέπει να έρθει. Ίσως κάποιοι μύθοι πρέπει να μένουν εκεί όπου γεννήθηκαν, για να αξίζει το ταξίδι μέχρι αυτούς.

Σχετικά άρθρα