Το ημερολόγιο ενός Αθηνέζου στην Ξεσσαλονίκη: H «Παλιά Αθήνα» και τα γλυκά της πόλης
Η Θεσσαλονίκη έχει κάποια μαγαζιά που αγγίζουν τα όρια του μύθου.
Περιεχόμενα
Κεφάλαιο: Παλιά Αθήνα
Η Θεσσαλονίκη έχει κάποια μαγαζιά που αγγίζουν τα όρια του μύθου. Ανάμεσά τους υπάρχει και η «Παλιά Αθήνα», ένα μέρος που το αγαπούν όλες οι «φυλές» της πόλης. Εκεί μπορεί να δεις στο ίδιο βράδυ συνεργεία, παρέες, οικογένειες, επιχειρηματίες και ανθρώπους που απλώς ξέρουν πού να φάνε καλά. Αυτό, πια, δεν είναι καθόλου αυτονόητο.
Αν με ρωτήσει κάποιος πόσο κοστίζει ένα τραπέζι για δύο άτομα στην «Παλιά Αθήνα», δεν μπορώ να απαντήσω με απόλυτη ειλικρίνεια. Το κόστος μπορεί να ξεκινήσει από περίπου 40 ευρώ το άτομο και να φτάσει άνετα στα 120. Μπορείς να τη βγάλεις με σουτζουκάκια — που είναι φανταστικά — αλλά μπορείς και να πας σε μια εξαίσια μοσχαρίσια κοπή. Μπορείς να μείνεις στη ρετσίνα, αλλά μπορείς και να ανοίξεις όποιο κρασί μπορείς να φανταστείς.
Οι επιλογές στο κρασί μοιάζουν ατελείωτες, σαν να υπάρχει κάπου ένα δεύτερο υπόγειο γεμάτο κάβες και μπουκάλια. Το ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι μόνο αυτό. Το σπουδαίο είναι ότι το μαγαζί καταφέρνει να κρατά μια σχεδόν σουρεαλιστική κοινωνική ισορροπία: σε ένα τραπέζι ο λογαριασμός μπορεί να είναι απλός και τίμιος, ενώ στο διπλανό να έχει ξεφύγει εντελώς. Και, παρ’ όλα αυτά, όλοι φαίνεται να ανήκουν στον ίδιο χώρο.

Πολλά μαγαζιά ξεκίνησαν κάποτε με αυτή τη λογική, αλλά στην πορεία μετατράπηκαν σε χώρους νεοπλουτίστικης επίδειξης. Εδώ, για να υπάρχει ακόμη αγάπη, σημαίνει ότι η ισορροπία κρατιέται. Γκρίνιες, φυσικά, υπάρχουν παντού, αλλά υπάρχει και μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον επιδειξία γευσιγνώστη και στον αληθινό γευσιγνώστη.
Ο πρώτος μπορεί να τρώει εξαιρετική ποιότητα, ειδικά αν έχει άπειρα χρήματα για ξόδεμα. Μέσα στην υπερβολή, όμως, πληρώνει συχνά τρομακτικές υπεραξίες και, από σνομπισμό, απορρίπτει νοστιμιές που φαίνονται ταπεινές. Ακόμη χειρότερα, αγνοεί τις ιστορίες πίσω από τις γεύσεις. Και η γεύση χωρίς ιστορία είναι μισή χαρά.
Για να σας προλάβω, δεν κατατάσσω τον εαυτό μου στην κλίκα των τίμιων γευσιγνωστών. Έχω αδικαιολόγητα, απολύτως ανόητα γευστικά πάθη και μπορώ να χορτάσω ακόμη και με ζεστό ψωμί και ένα ντιπάκι. Επίσης, δεν έχω καμία ιδιαίτερη γνώση στο κρασί που να με καθιστά αξιόλογο. Μετά από δύο-τρία ποτήρια ζαλίζομαι, ενώ λατρεύω και το ροζέ. Αν πεις σε οινοποιό ότι λατρεύεις το ροζέ, απλώς διατάζει δημόσιο λιθοβολισμό από φελλούς στην πλατεία του χωριού του.
Τι θα φας, λοιπόν, στην «Παλιά Αθήνα» αν πας πρώτη φορά; Δεν θέλει πολλή σκέψη: σουτζουκάκια, πατάτες με κασέρι, κοκορέτσι και μοσχαρίσια γλώσσα. Τη δεύτερη φορά, φυσικά, ξαναπαίρνεις σουτζουκάκια και μετά επιλέγεις μια μπιστέκα. Το σωστό είναι να δοκιμάσεις όλα τα στάδια του μαγαζιού: να ξεκινήσεις από τα ταπεινά, να καταλάβεις τη ρίζα της νοστιμιάς και ύστερα να φτάσεις στην κορυφή.
Και, φυσικά, μην ξεχάσεις τον χαλβά του μπακάλη. Γιατί μερικές φορές το τέλος ενός τραπεζιού δεν χρειάζεται φανφάρες· χρειάζεται μόνο κάτι απλό, γλυκό και βαθιά σωστό.
Διαβάστε επίσης

Κεφάλαιο: Γλυκά Θεσσαλονίκης
Στο πρόσφατο ταξίδι μου κατάλαβα ότι, όσο και να φωνάζουν οι Βόρειοι για τη χρησιμότητα των τρίγωνων, είναι φανταστικά για φωτογραφία· μετά τα κερνάς.
Δεν σας κρύβω ότι βρίσκω πολύ τίμιο το Αρμενοβίλ του «Αρμενοβίλ» και, βέβαια, μου αρέσει πάρα πολύ η πληθωρικότητα του προφιτερόλ του «Choureal».