Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Επτά ώρες στη συναυλία της Αννούλας της Βίσση
Ο Ρεμί περιγράφει με το δικό του μοναδικό τρόπο την εμπειρία του live της Άννας Βίσση, μαζί με τις before και after γαστριμαργικές απολαύσεις του.
Η Λου, η γυναίκα μου, έχει την άποψη ότι δεν πρέπει να χάνουμε τα σημαντικά μουσικά γεγονότα της χώρας· έτσι προσπαθεί να βρίσκεται σε όλες τις μεγάλες συναυλίες. Θα μου πεις: ποιες μεγάλες συναυλίες είχαν διαφημιστεί το καλοκαίρι στην Ελλάδα; Η συναυλία της Άννας στο ΟΑΚΑ και η συναυλία του Ρέμου στη Θεσσαλονίκη. Ο μοναδικός τρόπος να πάω στον Ρέμο, πάντως, ήταν να με δέσουν σε ένα κατάρτι στον Θερμαϊκό σαν σύγχρονο Οδυσσέα — και πάλι θα ζητούσα ωτοασπίδες από τις Σειρήνες.
Διαβάστε επίσης
Δεν μπορώ να πω ότι με τρελαίνουν τα τραγούδια της Άννας Βίσση. Για τη φωνή της, πάλι, δεν έχω να πω τίποτα αρνητικό. Πιστεύω ακράδαντα ότι, αν της έγραφε κάποιος άλλα τραγούδια, θα είχε αφήσει μεγαλύτερο μουσικό αποτύπωμα. Βέβαια, τότε δεν ξέρουμε αν θα γέμιζε το ΟΑΚΑ — η καλλιτεχνική υστεροφημία δεν κόβει πάντα 90.000 εισιτήρια.
Στο δίλημμα που ταλάνιζε κάποτε την ελληνική κοινωνία, «Βίσση ή Βανδή;», εγώ δεν έπαιρνα μέρος, γιατί ήμουν αθεράπευτος λάτρης της ελληνικής rock και των Stereo Nova. Παρ’ όλα αυτά —και από καθαρή επαγγελματική διαστροφή— αγόρασα δύο εισιτήρια των 20 ευρώ, στη θύρα όπου έχω βρει το κόλπο να παρκάρω στο Golden Hall και να βρίσκομαι στο γήπεδο σε πέντε λεπτά. Τη μελέτη των θυρών του ΟΑΚΑ δεν την έκανα για την Αννούλα, αλλά λόγω Παναθηναϊκού. Αν σηκώσουμε κάποτε το πρωτάθλημα στον ουρανό της Αθήνας, φαντάζομαι ότι θα επικρατήσει φρενίτιδα και η γνωστή αντίληψη «ας τα κάψουμε όλα, γιατί ποιος ξέρει πότε θα το ξαναπάρουμε». Άρα, έπρεπε να βρω από τώρα πιθανές κρυψώνες για το αυτοκίνητο. Η πρόληψη είναι η μισή ασφάλεια και η άλλη μισή είναι να μη φαίνεται το αμάξι.


Επειδή φανταζόμουν ότι, για να λένε sold out, θα είχε 70.000 κόσμο στις κερκίδες και άλλους 20.000 στην αρένα, σκέφτηκα να πάμε με τη Λου από τις 16:00 στο Golden Hall: να φάμε, να κάνουμε τη βόλτα μας και στις 19:00 να κατηφορίσουμε προς το ΟΑΚΑ. Ένα απλό σχέδιο, σχεδόν στρατιωτικό — μόνο οι χάρτες εκκένωσης έλειπαν.
Χωρίς ταλαιπωρία, παρκάραμε στο εμπορικό κέντρο και πήγαμε στο «Spit Jack». Παρότι δεν είχαμε κράτηση, βρήκαμε ευτυχώς τραπέζι. Στο μεταξύ, στο εμπορικό γινόταν πανικός: πρέπει να είχε έρθει πολύς κόσμος από την Κύπρο και, βέβαια, άπειρα κορίτσια όλων των ηλικιών. Εγώ, ψύχραιμος παρατηρητής των κοινωνικών φαινομένων, κοίταζα κυρίως το μενού.
Ευτυχώς, το «Spit Jack» δεν με απογοήτευσε. Και η πορκέτα ήταν ωραία και το μοσχάρι εξαιρετικό· έτσι, χορτάτοι και ωραίοι —τουλάχιστον χορτάτοι με βεβαιότητα— πήγαμε στο ΟΑΚΑ. Η διοργάνωση ήταν εξαιρετική: πολύς κόσμος στη φύλαξη, αδιάβροχο μιας χρήσης και βραχιολάκια. Για λίγο νόμιζα ότι μπαίναμε σε μουσική κατασκήνωση υψηλής ασφαλείας.


Στις 19:10 το στάδιο ήταν σχεδόν κατά 90% γεμάτο. Έπαθα πλάκα με το line-up και σκέφτηκα ότι η Αννούλα δεν είχε πάει για αρπαχτή: είχε ρίξει χρήμα στην παραγωγή και το χρήμα, κοινώς, δεν κρυβόταν. Στις 20:00 ακριβώς εμφανίστηκε ένας ομορφονιός DJ, του οποίου δεν κατάλαβα τον λόγο ύπαρξης — εκτός από το ότι μου προκάλεσε έναν τεράστιο πονοκέφαλο με τη σχεδόν άθλια και μονότονη ηλεκτρονική μουσική του. Ο τύπος είχε και φοβερή ωραιοπάθεια: κάθε φορά που τον έπιαναν οι κάμερες, πόζαρε λες και μόλις είχε ανακαλύψει το beat. Εντύπωση μου έκανε επίσης ότι δεν φορούσε ακουστικά. Αφού κακοποίησε τα αυτιά μας για μία ώρα, το set του τελείωσε ξαφνικά, χωρίς κορύφωση — σαν να έπεσε ο γενικός. Τότε έσβησαν τα φώτα, δημιουργήθηκε φρενίτιδα, η εισαγωγή θύμιζε φαντασμαγορικό σκυλάδικο και ξαφνικά η Άννα εμφανίστηκε από τον ουρανό τραγουδώντας το «Αιγαίο».
Να τονίσω ότι οι μουσικοί της ήταν —όπως πάντα— απίστευτοι. Παρ’ όλα αυτά, ο ήχος δεν τους βοηθούσε καθόλου: για τα πρώτα τριάντα λεπτά ήταν εξαιρετικά κακός. Σίγουρα δυσκόλεψε την κατάσταση και η βροχή, που έπεφτε ασταμάτητα επί σαράντα λεπτά· όλο και κάποιο βραχυκυκλωματάκι θα έκανε την εμφάνισή του, έτσι για να συμμετέχει κι ο καιρός στο show. Η σκηνοθεσία ήταν εξαιρετική, ιδιαίτερα η δουλειά του σκηνοθέτη που έδινε εικόνα στα τέσσερα τεράστια video walls. Η Άννα τραγούδησε κυρίως τα δικά της κομμάτια, με μια παρένθεση για το «Whole Lotta Love» των Led Zeppelin, το οποίο ερμήνευσε μαζί με την Ελληνοαυστραλή Orianthi, κιθαρίστρια της περιοδείας του Μάικλ Τζάκσον που τελικά δεν έγινε ποτέ. Αφιέρωσε επίσης ένα τραγούδι στον Μαζωνάκη.

Ο κόσμος, να τονίσω, δεν ήταν σαν κι εμένα, που πήγα εκεί από επαγγελματική διαστροφή. Ήταν πιστός στην Ελληνίδα pop star: κόσμος που δεν είχε τη δυνατότητα να τη βλέπει στο μαγαζί όπου τραγουδούσε, πληρώνοντας 300 ευρώ για να θαυμάζει επί τρεις ώρες μια κολώνα. Κοινώς, όλο αυτό είχε και έναν κοινωνικό χαρακτήρα — επιτέλους, η κολώνα έχασε τη βραδινή της βάρδια.
Δεν έμεινα μέχρι το τέλος. Με έπιασε μια κούραση και, όπως αποδείχθηκε, καλά έκανα: και την Αννούλα είδα για δυόμισι ώρες και από το γήπεδο έφυγα μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, απλά έκανα στάση και για ένα βρώμικο και σκέφτηκα ότι κάποια στιγμή πρέπει να κάνω ένα αφιέρωμα στα Βρώμικα της Αθήνας. Αν έμενα μέχρι το τέλος, αυτό το άρθρο πιθανότατα δεν θα γραφόταν· θα βρισκόμουν ακόμη στο πάρκινγκ, κάπου ανάμεσα σε δύο κορναρίσματα και μια υπαρξιακή κρίση.

Αν πέρασα καλά; Θα πω ότι δεν το μετάνιωσα. Η παραγωγή ήταν πλουσιοπάροχη, δεν υπήρξε καμία ταλαιπωρία και, εντάξει, θυμήθηκα και τραγούδια που στα είκοσί μου άλλοτε τραγουδούσα κι άλλοτε μισούσα. Όπως τα «Μαθητικά Χρόνια», που ακόμη δεν έχω καταλάβει γιατί προκαλούν τέτοια ψυχεδέλεια στο κοινό, ή το «Παραλύω», όπου ο Καρβέλας μάλλον σκέφτηκε: «Παραλύω, σχολείο, λεωφορείο» — και κάπως έτσι γεννήθηκε ένα τραγούδι. Η έμπνευση, τελικά, περνάει συχνά από στάση λεωφορείου.
Διαβάστε επίσης