Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Οι κοσμοναύτες της Βικτώριας τρώνε μπακαλιάρο
Δες αυτήν την νοητή πίστα απογείωσης που θα σε πάει από το ζοφερό παρόν ταξίδι στο φεγγάρι!
Περιεχόμενα
Kεφάλαιο 1: Ο νοητός διάδρομος απογείωσης κοσμοναυτών της Αθήνας!
Ο μπαμπάς μου είχε ένα φίλο από τότε που ήρθε στην Ελλάδα το 1980, τον κ. Μίσα, με τον οποίο γνωρίστηκαν στο Κίεβο και από τότε πριν φύγει ο δεύτερος για το τελευταίο ταξίδι των κοσμοναυτών, πίνανε κάθε πρωί καφέ στην πλατεία Βικτωρίας πριν ξεκινήσουν για την δουλειά. Αν υπολογίσεις ότι μιλάμε για 44 χρόνια, κοινώς 50.000 ώρες από την ζωή τους τις πέρναγαν στην μυθική πλατεία της Αθήνας· πολλές φορές χωρίς να λένε κουβέντα, απλά παρατηρούσαν.
Πολλές φορές πήγαινα και εγώ και μάλιστα αρκετές φορές είχα πετύχει και τον Μίμη Δομάζο. Αυτοί βέβαια πίνανε καφέ στο Floca και προτιμούσαν την αριστερή πλευρά της πλατείας. Ο μπαμπάς μου έλεγε ότι η πλατεία Βικτωρίας, η Μιχάηλ Βόδα, η Αριστοτέλους, το Αρχαιολογικό Μουσείο είναι τα πιο όμορφα σημεία της πόλης. Αρκετά μεσημέρια πηγαίνανε στον «Λάκη» και περνάνε ένα πιάτο ο καθένας τους και ένα τσίπουρο.
Όταν έφυγε ο κ. Μίσα, ο μπαμπάς μου δεν ξαναπάτησε στην πλατεία. Όταν έκλεισε ένας χρόνος με πήρε τηλέφωνο και με παρακάλεσε να πάμε ξανά να κάνουμε την συνήθεια που είχε 44 χρόνια με τον φίλο του. Η άτυπη ημέρα μνήμης ξεκίνησε με καφέ στα αριστερά όπως βλέπουμε την Βικτώρια. Παραγγείλαμε δύο espresso διπλούς και απλά παρατηρούσαμε τον κόσμο που σχεδόν έτρεχε για να προλάβει κάτι. Είναι σημαντικό να μπορείς να παρατηρείς χωρίς να κρίνεις , δηλαδή να είσαι ένας αόρατος επισκέπτης.
Ξαφνικά ο μπαμπάς μου σηκώνεται, διασχίζουμε την πλατεία και πηγαίνει στο γεωργιανό φούρνο. Παίρνει 2-3 ψωμιά και μου τα δίνει και διασχίζουμε την Πλατεία και φτάνουμε στο «Ουζερί του Λάκη».

Κάθεται στα έξω τραπέζια και παραγγέλνει μίαα καλαμαράκια τηγανητά, καλαμαράκι ψητό, μία χταποδοκεφτέδες και μια μαύρη μακαρονάδα με σουπιές. Το τηγανιτό καλαμαράκι ήταν αφρός, ενώ το ψητό ένα έπος. Επίσης θυμήθηκα ξανά πόσο μου άρεσαν οι κεφτέδες χταποδιού. Αλλά η συγκλονιστική στιγμή ήταν η μαύρη μακαρονάδα από τις σουπιές.
Ο μπαμπάς μού αναφέρει ότι αυτό είναι το αγαπημένο του πιάτο γιατί του θυμίζει τον φίλο του. Πραγματικά ήταν εξαιρετική και μου έκανε και εντύπωση ότι την μαυρίλα την έσπαγαν τα κόκκινα πιπέρια, τα οποία καλύτερα να τα βγάλεις πριν ξεκινήσεις την ανακάλυψη του πιάτου. Ωραίος και τίμιος ήταν ο Λάκης, δεν ξέρω αν σας έχω αναφέρει ότι με το καλαμαράκι παθαίνω σοκ. Ξαφνικά ο μπαμπάς μου πίνει την τελευταία γουλιά ούζου και μου λέει με σοβαρότητα: «Πάμε να σου δείξω την απόλυτη ομορφιά της Αθήνας την οποία αγνοούν οι κάτοικοι της. Αυτό κάναμε κάθε απόγευμα με τον Παναγιώτη· περπατάγαμε από την Πλατεία και φτάναμε στο Μουσείο και στο Πολυτεχνείο όταν ο ήλιος είχε αρχίζει να δύει».
Ο μπαμπάς μου πηγαίνει στο μέσο του πεζοδρομίου και μου λέει «δες την απόλυτη εικόνα».
Η εικόνα είχε το Πολυτεχνείο, τον απέραντο δρόμο, στο βάθος την Ακρόπολη και το πορτοκαλί του ουρανού. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να συλλάβω κάποια στιγμή ομορφιάς, στην οποία δεν υπάρχει μελαγχολία, όπως αυτή που αντίκριζα στα μάτια μου. Ο κόσμος που περπατά σαν χαμένος, τα χιλιάδες καλώδια, το ταλαιπωρημένο Πολυτεχνείο, η αγέρωχη Ακρόπολη και ο Αττικός Ήλιος. Αν με ρωτήσεις «τι βρίσκεις στην Αθήνα», θα σε πάω στην μέση της Πατησίων και θα σου πω «δες αυτήν την νοητή πίστα απογείωσης που θα σε πάει από το ζοφερό παρόν ταξίδι στο φεγγάρι»!
Κεφάλαιο 2: Μπακαλιάρος

Τον λατρεύω τον μπακαλιάρο! Είναι το πιο εύκολο και γευστικό ψάρι, τον λατρεύω σαν μπιάνκο, τον λατρεύω τηγανιτό, τον λατρεύω σαν ψαροκροκέτα. Βασικά είναι και οι ημέρες λόγω 25ης Μαρτίου που όλη η Ελλάδα τρώει επίσημα μπακαλιάρο. Να τονίσω ότι παθαίνω και αμόκ και με την σκορδαλιά και μάλιστα να είναι turbo, με ένταση στο τέρμα.
Αν πρέπει να σταθώ σε ένα πιάτο που μου έκανε εντύπωση, θα πήγαινε το μυαλό μου στο δημιούργημα του Βασίλη Ρούσου στο «The Zillers», σε ένα πιάτο μπακαλιάρο που παρουσιάζεται σε όλες τις εκδοχές του και μπιάνκο και τηγανιτό. Βέβαια λατρεύω και αυτό το αρχέγονο με το κουρκούτι που φτιάχνει ο μπαμπάς μου. Κάθε φορά που το φτιάχνει γυρνάω τον χρόνο πίσω και ταξιδεύει ο νους μου πριν 40 χρόνια που πιτσιρικός ήρθα σε επαφή με τον τηγανιτό μπακαλιάρο.
Ο θείος μου ο Θοδωρής, αδελφός του παππου μου, ήταν μεγάλη κρασοκανάτα και μεγάλος κατασκευαστης μεζέδων. Ένα μεσημέρι έφτιαξε για αυτόν, τον μπαμπά μου και τον φίλο του μπακαλιάρο παστό τηγανιτό για να τον συνδυάσουν με το κρασί. Τελικά τους έμεινε μόνο το κρασί γιατί έπεσα ιερά μαχόμενος στον μεζέ τους και τον τσάκισα όλο. Ηταν η πρώτη μου επαφή και η πρώτη αγάπη. Βέβαια από εκείνη την ημέρα κράτησα μόνο την αγάπη για τον μπακαλιάρο και ένιωσα μια απέχθεια για το κρασί, γιατί ο Θείος μου έφυγε στο τέλος από αυτό.

Kεφάλαιο 3: Κάψουλες στο διάστημα
Καμία φορά σκέφτομαι που πάνε αυτά που χάνονται, γλυκά, τραγούδια, γεύσεις, αυτά που αγαπήσαμε κάποτε. Η αλήθεια πάντως είναι ότι δεν το σκέφτεσαι τότε που χάθηκαν, ξαφνικά σου καρφώνονται στο μυαλό μια τυχαία ημέρα και συνήθως όταν φεύγει το άτομο που το έχεις συνδέσει.
Η θεία μου η Τασούλα ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα σχεδόν σαν άγγελος, ξανθά μαλλιά, κίτρινα θα έλεγα, αδύνατη και εύθραυστη. Μου είχε μια απίστευτη αδυναμία, έλεγε πάντα ότι ήμουν ο αγαπημένος της ανιψιός. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε άλλον, ήμουν και ο μοναδικός. Δεν την έβλεπα συχνά γιατί είχε μετακομίσει στο Αγαθονήσι μόλις πήρε σύνταξη για να κοιτάζει την θάλασσα.
Μου έρχεται συνέχεια μια εικόνα να είναι με την λεπτή σιλουέτα της σε ένα βράχο με ένα γκρίζο τοπίο, να της παίρνει ο άνεμος τα κίτρινα της μαλλιά και αυτή να καπνίζει αγέρωχα, κοιτάζοντας το άπειρο. Από το άπειρο μου έρχεται και άλλη μια παιδική ανάμνηση, όταν μια χρονιά γυρίσαμε από τα καλοκαιρινά μπάνια, μόλις με είδε στην επιστροφή στο σπίτι , μου είπε «α καλέ έγινες αραπάκι». Εγώ έβαλα τα κλάματα που με είπε έτσι, δεκαετία των 80s στην Ελλάδα υπήρχε διάχυτο ένα είδος ρατσισμού, θυμάστε φαντάζομαι τις απειλές των γιαγιάδων μας αν δεν ήμασταν ήσυχοι, θα μας πάρει ο «αράπης» ή ο «γύφτος».
Στενοχωρήθηκε η Θεία μου από τα αναφιλητά μου δάκρυα και την επόμενη ημέρα μου φέρνει ένα γλυκό, το αραπάκι και μου λέει στο είπα γιατί είσαι τόσο γλυκός σαν και αυτό. Αν και στενοχωρημένος το καταβρόχθισα, την συγχωρέσα κατευθείαν και της έδωσα ένα φιλί.
Καμία φορά σκέφτομαι όταν οι άνθρωποι φεύγουν, τους επιστρέφονται αυτά που έχασαν και αγάπησαν τις χαμένες γεύσεις τους, τις παλιές σοκολάτες τους και τα αγαπημένα τους τραγούδια. Όλα αυτά μπαίνουν σε μια ατομικη κάψουλα και απογειώνονται όλα μαζί στο διάστημα. Κάποια στιγμή αν βρω στο δρόμο ένα κοσμοναύτη, θα τον ρωτήσω αν έχει δει τέτοιες κάψουλες δίπλα στα αστέρια.