Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Καλοκαίρι στην Αθήνα, Μαφάλντα και «La Maison»
Οι καραμέλες με αλκοόλ δημιουργούν ωραίες μνήμες.
Περιεχόμενα
Κεφάλαιο: Μια ιστορία και ένα γλυκό
Είναι ιδανικό να γυρνάς παντού το καλοκαίρι στην Αθήνα, όταν λείπουν όλοι για μπάνιο. Άδειοι οι δρόμοι. Πού πήγαν όλοι, σκέφτεσαι. Μα στις ταλαιπωρίες της θάλασσας!
Στο άτυπο βιβλίο μου, που κυκλοφορεί σύντομα -το «σύντομα» δεν μπορώ να το προσδιορίσω- και θα λέγεται Οι κακοτοπιές, έχω αφιερώσει πολλά κεφάλαια στην Κυριακή στη θάλασσα.
Διαβάστε επίσης
Θα αποκαλύψω ότι αυτό ήταν και το μείον του μπαμπά μου. Μας πήγαινε στη θάλασσα στις 08.00 το πρωί και φεύγαμε στις 20.00 το βράδυ. Δεν θυμάμαι τα πάντα, γιατί γύρναγα σε ημιλιπόθυμη κατάσταση. Ένιωθα βασανισμένος, σαν να ήμουν κρατούμενος σε γιαπωνέζικο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ένιωσα και επηρεασμένος, που είδα και τον «Αλύγιστο» πρόσφατα, της Αντζελίνας Τζολί. Πραγματικά, τι τρέλα με αυτόν τον τύπο. Όλα χάλια του πήγαιναν από την αρχή. Ευτυχώς που μετά τα κατάφερε. Θα έλεγε κανείς, αν δεν ήξερες ότι η ιστορία του είναι αληθινή, ποιος σκέφτηκε αυτές τις υπερβολές.
Όταν μεγάλωσα, ορκίστηκα από μέσα μου ότι δεν θα ξαναπάω θάλασσα. Τελικά πηγαίνω, αλλά κάθομαι ακριβώς 30 λεπτά. Δεν μπορώ τον ήλιο, δεν μπορώ το αλάτι, δεν μπορώ την άμμο, δεν μπορώ το βότσαλο. Φταίει που μεγάλωσα με τη Μαφάλντα, όπου ο Μιγκελίτο πίστευε ότι η θάλασσα είναι μια τεράστια σούπα.
Πολύ ευγενικά παιδιά στο «La Maison». Τους ρώτησα τι πρέπει να πάρω, αν έρχομαι πρώτη φορά. Δεν τους είπα ποια γλυκά θα στέλναμε στο διάστημα, γιατί μπορεί να καταλάβαιναν ότι ήμουν εγώ. Εξάλλου, ποιος ρωτάει τέτοιες σουρεαλιστικές τρέλες;
Διαβάστε επίσης
Να τονίσω ότι ο γιος μου γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου, την ημέρα που ο Άρμστρονγκ πάτησε το πόδι του στη Σελήνη. Μικρό τον έλεγα Astro Boy. Βέβαια, δεν σας κρύβω, λόγω σουρεαλιστικού σοσιαλιστικού παρελθόντος, ήθελα να είχε γεννηθεί όταν πέταξε ο Γιούρι Γκαγκάριν. Γενικά, μου αρέσει πιο πολύ η λέξη «κοσμοναύτης» από το «αστροναύτης».

Μου πρότειναν μιλφέιγ (εξαιρετικό), cheesecake (ποτέ δεν πίστευα ότι θα μου άρεσε το cheesecake) και μπαμπά με ρούμι. Το τρίτο δεν μου το πρότειναν. Μου είπαν lemon pie, αλλά το πήρα γιατί δεν είχα φάει ποτέ μπαμπά με ρούμι και ακόμα δεν έχω καταλάβει αν μου αρέσει. Τον πήρα γιατί θυμήθηκα τον μπαμπά μου και τις ταλαιπωρίες που πέρναγα. Ίσως, αν είχα λίγες καραμέλες ρούμι, να πέρναγα ωραία στα μπάνια της δεκαετίας του ’80. Θα έτρωγα δύο-τρεις και θα ήμουν χαρούμενος. Βασικά, θα τα έβλεπα όλα όμορφα και διαφορετικά. Οι καραμέλες με αλκοόλ δημιουργούν ωραίες μνήμες.
Εγώ, που απεχθάνομαι να πίνω ούζο, μου αρέσει να το νιώθω στο φαγητό και να τρώω τις καραμέλες του. Ωραία χρόνια τότε. Ό,τι υπήρχε στις φοντανιέρες της γιαγιάς είχε αλκοόλ: καραμέλες με ούζο, σοκολατάκια με λικέρ και μπαμπάδες με ρούμι.
Τελικά, όταν τα δοκίμασα, σκέφτηκα ότι έκανα χαζομάρα που δεν πήρα και τη σοκολατίνα και ένα άλλο που ήταν σε μια κονσέρβα. Πρέπει να είναι και ωραίος τύπος ο ιδιοκτήτης, που είναι και ο ζαχαροπλάστης. Πολύ χαμογελαστό παιδί και ανθρώπους που είναι τόσο χαρωπούς και ευγενικούς, η γιαγιά μου έλεγε να τους συμπαθώ λίγο παραπάνω. Και γενικά, πάντα ακούω τις γιαγιάδες μου.