Γιατί δεν φλερτάρουμε πια αναλογικά και πώς ξαναμαθαίνεται μια δεξιότητα που είχαμε δεδομένη
© Pascal Bernardon /Unsplash

Γιατί δεν φλερτάρουμε πια αναλογικά και πώς ξαναμαθαίνεται μια δεξιότητα που είχαμε δεδομένη

Μερικές απλές τεχνικές για να ξαναμάθουμε να φλερτάρουμε από κοντά και να καταλάβουμε τι μας μπλοκάρει.

Υπήρχε μια εποχή που, αν σου άρεσε κάποιος, είχες περιορισμένες επιλογές. Μπορούσες να τον κοιτάξεις, να χαμογελάσεις, να πλησιάσεις και —στην πιο ριψοκίνδυνη εκδοχή του σεναρίου— να του μιλήσεις. Σήμερα τα πράγματα είναι σαφώς πιο… πολιτισμένα. Μπορείς να τον ακολουθήσεις στο Instagram, να δεις 47 φωτογραφίες του χωρίς να αφήσεις ίχνη, να περιμένεις τρεις ημέρες, να κάνεις ένα απολύτως στρατηγικό like σε story και μετά να συζητήσεις με τέσσερις φίλους αν το «χαχα ναι» που σου απάντησε είχε ερωτικό υπόβαθρο. Πρόοδος!

Κι όμως, πίσω από την υπερβολή υπάρχει ένα ενδιαφέρον ψυχολογικό φαινόμενο: έχουμε αποκτήσει περισσότερους τρόπους από ποτέ να έρθουμε σε επαφή και, ταυτόχρονα, πολλοί άνθρωποι αισθάνονται λιγότερο άνετοι με την πιο απλή μορφή επαφής: η ζωντανή. Το αναλογικό φλερτ δεν εξαφανίστηκε επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να ερωτεύονται ή να επιθυμούν. Άλλαξε επειδή άλλαξε το περιβάλλον μέσα στο οποίο γνωριζόμαστε, κι όταν αλλάζει το περιβάλλον, αλλάζει σταδιακά και η συμπεριφορά μας.

Το πρόβλημα με το πραγματικό φλερτ είναι ότι συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο

Από ψυχολογική άποψη, μια δια ζώσης προσέγγιση είναι μια μικρή άσκηση έκθεσης. Δεν μπορείς να διορθώσεις την πρώτη σου πρόταση, να αφήσεις το μήνυμα στα drafts μέχρι να συμβουλευτείς την παρέα, δεν υπάρχει φίλτρο, ούτε η δυνατότητα να απαντήσεις δύο ώρες αργότερα ώστε να φανείς μυστηριωδώς απασχολημένος. Υπάρχεις εσύ, ένας ο άλλος άνθρωπος και η πιθανότητα να μην εξελιχθούν τα πράγματα όπως θα ήθελες. Αυτό είναι ακριβώς που κάνει το αναλογικό φλερτ τόσο απαιτητικό — και τόσο χρήσιμο.

Η έρευνα γύρω από το κοινωνικό άγχος έχει δείξει εδώ και χρόνια έναν βασικό μηχανισμό: η αποφυγή μειώνει το άγχος βραχυπρόθεσμα, αλλά μπορεί να το συντηρεί μακροπρόθεσμα. Κάθε φορά που αποφεύγω μια κατάσταση επειδή με αγχώνει, αισθάνομαι προσωρινή ανακούφιση. Ο εγκέφαλος όμως μαθαίνει κάτι ύπουλο: «Καλά έκανες και το απέφυγες. Ήταν επικίνδυνο». Κάπως έτσι, μια απλή κοινωνική πράξη μπορεί σταδιακά να αποκτήσει δυσανάλογο ψυχολογικό βάρος.

Δεν πλησιάζω επειδή αγχώνομαι. -> Δεν εξασκούμαι επειδή δεν πλησιάζω. -> Και τελικά αγχώνομαι ακόμη περισσότερο επειδή δεν εξασκούμαι = Ένας εξαιρετικός μικρός φαύλος κύκλος.

Τα apps δεν δημιούργησαν τον φόβο της απόρριψης. Του έδωσαν όμως απόσταση

Οι άνθρωποι φοβούνταν την απόρριψη πολύ πριν αποκτήσουμε Wi-Fi ή καν ρεύμα! Η ανάγκη να ανήκουμε και να γινόμαστε αποδεκτοί είναι θεμελιώδης ανθρώπινη ανάγκη. Η κοινωνική απόρριψη δεν βιώνεται ως ένα απλό, ουδέτερο δεδομένο, έχει συναισθηματικό κόστος και ο εγκέφαλος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στα σημάδια αποκλεισμού. Το ψηφιακό περιβάλλον δεν εξαφάνισε αυτή την ευαισθησία, την έκανε όμως πιο διαχειρίσιμη. Το μήνυμα προσφέρει χρόνο, το προφίλ προσφέρει πληροφορία και η απόρριψη συχνά συμβαίνει χωρίς να χρειαστεί να τη βιώσεις μπροστά στον άλλον. Αυτό έχει προφανή πλεονεκτήματα, έχει όμως και μια παρενέργεια: μειώνεται η εξάσκησή μας στην αβεβαιότητα. Και το φλερτ είναι, πάνω απ’ όλα, αβεβαιότητα.

Έχουμε περισσότερες επιλογές αλλά όχι απαραίτητα περισσότερη αποφασιστικότητα

Η ψυχολογία της επιλογής έχει αναδείξει ένα ενδιαφέρον παράδοξο: οι περισσότερες διαθέσιμες επιλογές δεν οδηγούν πάντοτε σε μεγαλύτερη ικανοποίηση ή ευκολότερες αποφάσεις. Στο online dating αυτό γίνεται σχεδόν χειροπιαστό. Όταν μπροστά σου εμφανίζεται μια φαινομενικά ατελείωτη σειρά πιθανών συντρόφων, είναι εύκολο να αρχίσεις να αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους σαν επιλογές σε κατάλογο. «Αυτός μου αρέσει, αλλά ίσως υπάρχει κάποιος καλύτερος», δύο swipes μετά. Ο επόμενος. Κι ο επόμενος. Και ούτω καθ’εξής…

Η ψευδαίσθηση της απεριόριστης επιλογής μπορεί να μας κάνει πιο επιλεκτικούς, αλλά όχι απαραιτήτως πιο διαθέσιμους για σύνδεση. Το αναλογικό φλερτ λειτουργεί σαφώς διαφορετικά. Δεν έχεις μπροστά σου 300 profiles, έχεις έναν άνθρωπο. Και για μερικά λεπτά καλείσαι να ανακαλύψεις ποιος είναι.

φλερτ τεχνικές
© Omar:. Lopez-Rincon / Unsplash

Υπάρχει επίσης το άγχος του «μην παρεξηγηθώ»

Ιδιαίτερα για τους άνδρες, η σύγχρονη συζήτηση γύρω από τα όρια και τη συναίνεση έχει δημιουργήσει και μια εύλογη ερώτηση: «Πότε μια προσέγγιση είναι φλερτ και πότε γίνεται ενόχληση;». Η απάντηση δεν βρίσκεται σε κάποιο μυστικό εγχειρίδιο ανδρικής συμπεριφοράς, βρίσκεται στην αμοιβαιότητα. Το υγιές φλερτ δεν είναι μια τεχνική με την οποία πείθεις κάποιον να ενδιαφερθεί, αλλά μια διαδικασία μέσα από την οποία ανακαλύπτετε αν υπάρχει αμοιβαίο ενδιαφέρον. Αυτό αλλάζει τα πάντα! Δεν πλησιάζεις για να «κερδίσεις», πλησιάζεις για να δεις.

Κάνεις μια μικρή κίνηση και παρατηρείς αν υπάρχει ανταπόκριση. Ο άλλος σε κοιτάζει; Συνεχίζει τη συζήτηση; Ρωτάει πράγματα για εσένα; Γελάει, συμμετέχει, παραμένει παρών; Ή απαντά ευγενικά αλλά σύντομα, στρέφεται αλλού, κοιτάζει συνεχώς το κινητό του και δίνει σαφή σήματα ότι η αλληλεπίδραση καλό θα ήταν να ολοκληρωθεί; Η κοινωνική νοημοσύνη δεν έχει να κάνει μόνο με το πότε μπορείς να πλησιάσεις, αλλά να ξέρεις και πότε να φύγεις. Και, παρεμπιπτόντως, το «χάρηκα, καλή συνέχεια» είναι μια εξαιρετικά υποτιμημένη ανδρική δεξιότητα.

Γιατί η απόρριψη μας τρομάζει τόσο;

Επειδή σπάνια την αφήνουμε να σημαίνει μόνο αυτό που σημαίνει. Το «Δεν ενδιαφέρεται», είναι μια απλή πληροφορία, μέσα στο κεφάλι μας όμως μπορεί να μετατραπεί σε «Δεν είμαι αρκετά ωραίος»/ «Δεν της αρέσει ο τρόπος που μιλάω» / «Δεν ξέρω να φλερτάρω» / «Οι γυναίκες δεν ενδιαφέρονται για μένα». Σε λίγα δευτερόλεπτα, ένα άτομο που γνωρίζουμε μόνο τέσσερα λεπτά, έχει αποκτήσει μυστηριωδώς την εξουσία να αξιολογήσει ολόκληρη την προσωπική μας αξία.

Φαντάζομαι πως τώρα που το διαβάζετε, δε σας φαίνεται και πολύ λογικό όταν κάποιος το διατυπώνει έτσι. Η γνωσιακή ψυχολογία θα μιλούσε εδώ για υπεργενίκευση και προσωποποίηση: παίρνουμε ένα μεμονωμένο γεγονός και του αποδίδουμε ένα πολύ ευρύτερο νόημα. Η πραγματικότητα είναι λιγότερο δραματική. Η έλξη εξαρτάται από αναρίθμητους παράγοντες: προσωπικές προτιμήσεις, συγκυρία, συναισθηματική διαθεσιμότητα, προηγούμενες εμπειρίες, χημεία. Κάποιος μπορεί απλώς να μη θέλει.

Πώς εξασκείται λοιπόν ξανά το αναλογικό φλερτ;

Ξεκινώντας όχι με το φλερτ, αλλά με την κοινωνικότητα. Αν έχεις συνηθίσει να επικοινωνείς κυρίως μέσα από οθόνες, το να θέσεις ως πρώτο στόχο «θα πλησιάσω μια άγνωστη γυναίκα που μου αρέσει πολύ» είναι περίπου σαν να αποφασίζεις να αρχίσεις τρέξιμο δηλώνοντας συμμετοχή στον Μαραθώνιο. Ξεκίνα από τις επαναλήψεις. Μίλα με αγνώστους χωρίς ερωτικό στόχο. Πιάσε κουβέντα με κάποιον σε μια παρέα. Ρώτησε κάτι χωρίς να έχεις προετοιμάσει την επόμενη πρόταση. Κάνε ένα σχόλιο σε μια κοινωνική περίσταση. Μείνε παρών όταν εμφανιστούν εκείνα τα δύο δευτερόλεπτα αμηχανίας αντί να αρπάξεις αμέσως το κινητό. Αυτό που εκπαιδεύεις δεν είναι τις δεξιότητές σου να «την πέφτεις», αλλά η κοινωνική ευχέρεια.

Δεύτερο βήμα: μάθε να αντέχεις το μικρό «όχι»

Η σταδιακή έκθεση είναι βασική αρχή σε αποτελεσματικές ψυχολογικές παρεμβάσεις για το άγχος. Η λογική της είναι απλή: αντί να περιμένεις να εξαφανιστεί το άγχος για να δράσεις, μαθαίνεις σταδιακά ότι μπορείς να δράσεις ενώ υπάρχει άγχος. Εφαρμοσμένο στο φλερτ, αυτό δεν σημαίνει να βάλεις στόχο να μαζέψεις είκοσι απορρίψεις το Σάββατο το βράδυ λες και παίζεις Pokémon Go. Σημαίνει να επιτρέψεις στον εαυτό σου μικρές πράξεις έκθεσης, όπως να κρατήσεις ένα βλέμμα, να χαμογελάσεις, να ξεκινήσεις μια κουβέντα, να δείξεις ενδιαφέρον πρώτος. Έπειτα να προτείνεις έναν καφέ όταν η αλληλεπίδραση δείχνει αμοιβαία ή να ανακαλύψεις εμπειρικά ότι, ακόμη κι αν η απάντηση είναι «όχι», η ζωή συνεχίζεται με εντυπωσιακή συνέπεια.

Τρίτο βήμα: σταμάτα να παρακολουθείς συνεχώς τον εαυτό σου

Ένα χαρακτηριστικό του κοινωνικού άγχους είναι η υπερβολική αυτοπαρατήρηση. Πώς φαίνομαι; Μιλάω πολύ; Είμαι αστείος; Φαίνομαι αγχωμένος; Τι να πω μετά; Όσο περισσότερο η προσοχή στρέφεται προς τα μέσα, τόσο λιγότερη μένει διαθέσιμη για τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί μας. Και τότε συμβαίνει κάτι ειρωνικό: στην προσπάθειά μας να κάνουμε καλή εντύπωση, σταματάμε να συνδεόμαστε.

Ένα πολύ καλύτερο σημείο εστίασης είναι η περιέργεια. Τι άνθρωπος είναι αυτός απέναντί μου; Τι τον κάνει να γελάει; Τι τον ενδιαφέρει; Πώς αισθάνομαι εγώ μαζί του; Γιατί υπάρχει και αυτή η ερώτηση, την οποία συχνά ξεχνάμε όταν μας αρέσει πολύ κάποιος: Όχι μόνο «του αρέσω;», αλλά «Μου αρέσει πραγματικά;».

Και, ναι, βάλε το κινητό στην τσέπη

Υπάρχει ένας εξαιρετικά πρακτικός λόγος. Το κινητό έχει γίνει ο κοινωνικά αποδεκτός τρόπος να μη βρισκόμαστε ποτέ πραγματικά μόνοι σε δημόσιο χώρο. Περιμένεις κάποιον; Scroll. Υπάρχει παύση στη συζήτηση; Scroll. Δεν ξέρεις κανέναν στο πάρτι; Scroll. Νιώθεις αμήχανα για δέκα δευτερόλεπτα; Να ΄ναι καλά το Instagram. Μόνο που αυτές ακριβώς οι μικρές παύσεις ήταν κάποτε οι χώροι μέσα στους οποίους γεννιόταν η αυθόρμητη κοινωνική επαφή. Για να συμβεί μια τυχαία γνωριμία, πρέπει πρώτα να φαίνεσαι διαθέσιμος για γνωριμία. Να κοιτάζεις γύρω σου, να συναντάς βλέμματα, να παρατηρείς, ακόμη και να βαριέσαι λίγο. Η πλήξη, άλλωστε, έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα σε αρκετές γνωριμίες.

Το φλερτ δεν είναι performance

Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο που έχουμε να ξαναμάθουμε. Για αρκετούς άνδρες, το φλερτ έχει συνδεθεί με την ιδέα ότι πρέπει να παρουσιάσουν μια συγκεκριμένη εκδοχή του εαυτού τους: σίγουρη, αστεία, ενδιαφέρουσα, χαλαρή, αρρενωπή, κοινωνικά άψογη. Αυτό είναι εξαντλητικό! Άσε που συνήθως φαίνεται…

Η πραγματική αυτοπεποίθηση δεν είναι η βεβαιότητα ότι θα αρέσεις στον άλλον. Είναι η πεποίθηση ότι θα είσαι εντάξει ακόμη κι αν δεν του αρέσεις. Αυτή η μικρή διαφορά αλλάζει ολόκληρη τη δυναμική, γιατί τότε μπορείς να είσαι παιχνιδιάρης, χωρίς να γίνεσαι πιεστικός. Να δείχνεις ενδιαφέρον, χωρίς να παρακαλάς για επιβεβαίωση. Να ρισκάρεις, χωρίς να θεωρείς ότι διακυβεύεται η αξία σου. Και, κυρίως, μπορείς να ακούσεις ένα «όχι» χωρίς να χρειάζεται ούτε να θυμώσεις ούτε να καταρρεύσεις. Γιατί τελικά, ίσως αυτό που μας λείπει είναι η εξοικείωση με το απρόβλεπτο.

Οι ψηφιακές γνωριμίες μάς προσφέρουν πολλά: πρόσβαση, επιλογές, πληροφορίες, ευκολία. Δεν υπάρχει λόγος να τις δαιμονοποιήσουμε. Απλώς η ανθρώπινη έλξη εξακολουθεί να έχει ένα ενοχλητικά αναλογικό χαρακτηριστικό: χρειάζεται δύο ανθρώπους να είναι πραγματικά παρόντες. Το βλέμμα, η φωνή, η αμηχανία, το χιούμορ που προκύπτει εκείνη τη στιγμή, η μικρή παύση πριν απαντήσει ο άλλος, η αίσθηση ότι κάτι ίσως συμβαίνει — όλα αυτά δεν βελτιστοποιούνται ιδιαίτερα καλά από αλγόριθμο. Το καλό φλερτ δεν είναι τεχνική κατάκτησης, αλλά η ικανότητα να λες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, «μου κίνησες το ενδιαφέρον» και να αφήνεις στον άλλον την ελευθερία να απαντήσει.

Ναι ή όχι. Και να είσαι αρκετά καλά και με τα δύο.

Σχετικά άρθρα