Αποκλειστικό: Πώς η επιτυχημένη παράσταση «Εθνικός Ελληνορώσων» έγινε ταινία
Οι Γιώργος Τελτζίδης και Αντώνης Τσιοτσιόπουλος μας μιλούν για τη διασκευή του δημοφιλούς θεατρικού έργου που περνάει στη μεγάλη οθόνη.
Περιεχόμενα
Μία από τις πιο πολυσυζητημένες θεατρικές παραστάσεις της τελευταίας δεκαετίας περνάει στη μεγάλη οθόνη. Ο λόγος για τον «Εθνικό Ελληνορώσων», ο οποίος μετά από μια επιτυχημένη πορεία στο σανίδι σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη, τώρα φιλοδοξεί να επαναλάβει το σουξέ του στις σκοτεινές αίθουσες.
Σύμφωνα με την επίσημη σύνοψη, η υπόθεση αφορά μια παρέα παιδικών φίλων στα σαράντα, η οποία «συναντιέται μία φορά το μήνα για να παίξει μπάσκετ στο παλιό κλειστό γήπεδο του Εθνικού Ελληνορώσων. Όταν ένας από αυτούς εξαφανίζεται ξαφνικά, ένα νέο μέλος έρχεται να καλύψει την θέση του στην ομάδα. Αυτό που μοιάζει με ένα ακόμη συνηθισμένο παιχνίδι μετατρέπεται σταδιακά σε έναν μακρύ αποχαιρετισμό: στη φιλία όπως την ήξεραν, στη νεότητά τους και σε εκείνη την εκδοχή του εαυτού τους που πίστευαν πως θα διαρκούσε για πάντα».
Τη σεναριακή διασκευή συνυπογράφουν οι Γιώργος Τελτζίδης και Αντώνης Τσιοτσιόπουλος. Εκτός από πρωταγωνιστής, ο Τσιοτσιόπουλος είχε γράψει το κείμενο του θεατρικού και βλέπει ένα ακόμα έργο του να γίνεται ταινία, μετά την πρόσφατη μικρού μήκους «100 Χρόνια Μπροστά» (Μιχάλης Γιγιντής). Όσο για τον Τελτζίδη, είναι ένας από τους πλέον διακεκριμένους δημιουργούς του ελληνικού σινεμά, έχοντας σκηνοθετήσει ή γράψει τα σενάρια ταινιών μικρού μήκους που έχουν αποσπάσει σειρά βραβείων («Βούτα», «Souls All Unaccompanied», «Pirateland»), ενώ παράλληλα έχει σκηνοθετήσει τις σειρές «Ο Πρώτος Από Εμάς» και «Το Τελευταίο Νησί», μεταξύ άλλων. Σημειωτέον, ο «Εθνικός Ελληνορώσων» είναι το ντεμπούτο του στις μεγάλου μήκους.
Με αφορμή την ολοκλήρωση των γυρισμάτων του «Εθνικού Ελληνορώσων» και την έναρξη του μοντάζ, οι Τελτζίδης και Τσιοτσιόπουλος περιγράφουν στο ΚΛΙΚ πώς έγινε η ταινία, απαντώντας στις παρακάτω ερωτήσεις.

Πώς αποφασίσατε να προχωρήσετε αυτήν τη διασκευή; Φαντάζομαι πως ένα κίνητρο για να μεταφερθεί το έργο στον κινηματογράφο ήταν η επιτυχία της θεατρικής παράστασης.
Γιώργος Τελτζίδης: Όλα τα θεατρικά έργα του Αντώνη, από τον «Κωλόκαιρο» μέχρι τα «Ανεξάρτητα Κράτη», κουβαλούν κινηματογραφικούς κώδικες, από τον ρυθμό και τη γλώσσα μέχρι την ατμόσφαιρα. Αυτό τα κάνει ιδανική πρώτη ύλη για μια διασκευή. Είχα τύχει να δω την παράσταση το 2018, χωρίς τότε να γνωριζόμαστε με τον Αντώνη, και ταυτίστηκα αμέσως με τον κόσμο της. Σκέφτηκα πως αυτό το έργο θα ήταν ωραίο να γίνει ταινία. Και σχεδόν δέκα χρόνια μετά, βρισκόμαστε εδώ, να μιλάμε για την ολοκλήρωση της.
Αντώνης Τσιοτσιόπουλος: Σίγουρα έπαιξε ρόλο η επιτυχία της παράστασης, με την έννοια ότι είδαμε πως αυτή η ιστορία αφορά κόσμο. Αλλά δεν νομίζω ότι αρκεί αυτό για να κάνεις μια ταινία. Δε λες «πήγε καλά στο θέατρο, πάμε να το κάνουμε και σινεμά». Ή τέλος πάντων μπορεί και να το πεις, αλλά δε μου φαίνεται και η καλύτερη των αφορμών. Το αν αυτή η ιστορία θα μπορούσε να συστηθεί ξανά ως κάτι διαφορετικό, αυτό μου φάνηκε πραγματικά ενδιαφέρουσα προκληση. Στο θέατρο είχε βρει τη μορφή του, είχε κάνει τον κύκλο του και μάλιστα έναν πολύ ωραίο κύκλο. Οπότε δεν είχε κανένα νόημα να κινηματογραφήσουμε, με έναν τρόπο, την παράσταση. Έπρεπε να γίνει ταινία. Να αποκτήσει τα χαρακτηριστικα μιας ταινιας. Κι εκεί μπήκε ο Γιώργος Τελτζίδης και αρχίσαμε να το ξαναβλέπουμε από την αρχή.
Γιώργο, αν και ομολογουμένως έχεις μπόλικη πείρα πια, βίωσες κάτι διαφορετικά κάνοντας την πρώτη μεγάλου μήκους σου;
Γ.Τ.: Ανάμεσα στον «Εθνικό Ελληνορώσων» και τις μικρού μήκους ταινίες, μεσολάβησαν κάποια τηλεοπτικά πρότζεκτς με τεράστιο φόρτο εργασίας και γυρίσματα που διήρκεσαν πάνω από δέκα μήνες. Οπότε, ο όγκος της δουλειάς μού φάνηκε διαχειρίσιμος, αλλά ταυτόχρονα εξαντλητικός. Αυτό που ήταν σίγουρα διαφορετικό, σε σχέση με οτιδήποτε έχω κάνει στο παρελθόν, ήταν η ουσιαστική συναισθηματική εμπλοκή μου σε όλα τα στάδια της ταινίας. Ήθελα να ζήσω και να χαρώ αυτή την εμπειρία όσο το δυνατόν περισσότερο και ταυτόχρονα, να χειριστώ όλα τα υλικά της ταινίας με τη μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια.

Ατίστοιχα, Αντώνη, πώς νιώθεις που ένα ακόμα κείμενό σου μεταφέρεται στο σινεμά; Μοιάζει σαν οι δύο τέχνες να σε εμπνέουν με τρόπο που τις θέλεις σε σταθερή επικοινωνία. Σα να μην υπάρχει ουσιαστικός λόγος να διαχωρίζονται.
Α.Τσ.: Δε ξέρω αν τις θέλω σε σταθερή επικοινωνία. Μάλλον αυτές επικοινωνούν από μόνες τους κι εγώ τρέχω από πίσω. Όταν έμφανιζεται μια ιστορία, δεν κάθομαι να σκεφτώ πολύ αν είναι θέατρο ή σινεμά ή αν κάποια στιγμή θα γίνει το ένα ή το άλλο. Με ενδιαφέρουν απλά οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Μετά έρχεται το μέσο και δίνει το στίγμα της προσέγγισης. Άλλο να έχεις έξι τύπους πάνω σε μια σκηνή κι άλλο να τους βάλεις σ’ ένα πραγματικό γήπεδο και να μπορείς να μπεις με την κάμερα στα μούτρα τους, στη ζωή τους. Εγώ πάντως αγαπάω και τα δύο. Κάποτε έλεγα ότι αγαπάω περισσότερο το θέατρο, μετά το σινεμά, μετά είπα δε γαμιέται, γιατί πρέπει σώνει και ντε ή το ένα ή το άλλο; Αγάπα τα όλα… Τζάμπα είναι. Οπότε ας πούμε ότι παραμένω συνεπής σ’ αυτό.
Σύνεβη κάτι στα γυρίσματα που δεν το περιμένατε; Πείτε μας, αν θέλετε, μερικά περιστατικά που μπορεί να σας έχουν μείνει ή να είχαν απλώς πλάκα.
Γ.Τ.: Το παίρνω πια ως δεδομένο πως σε ένα γύρισμα θα εμφανιστούν διάφορα εμπόδια και προβλήματα. Αλλά αυτά είναι, στα αλήθεια, και τα υλικά από τα οποία φτιάχνεται μια ταινία. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ότι, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την έναρξη των γυρισμάτων, χάσαμε για γραφειοκρατικούς λόγους το βασικό μας location. Το αρχικό πλάνο ήταν η ιστορία να γυριστεί σε ανοιχτό γήπεδο. Ο καταπληκτικός φωτογράφος της ταινίας, Νικόλας Καρανικόλας, ευτυχώς είχε ένα εφεδρικό πλάνο και πρότεινε το κλειστό γήπεδο που τελικά χρησιμοποιήσαμε. Ένα μεγάλο πρόβλημα μάς οδήγησε τελικά σε μια λύση που θεωρώ ότι έφερε πολλά περισσότερα στην ταινία. Το δεύτερο ήταν η τεράστια προσπάθεια που κάναμε για να πείσουμε τον Νίκο Γκάλη να κάνει μία guest εμφάνιση. Κάτι που τελικά δεν καταφέραμε και θα με πονάει για πάντα!
Α.Τσ.: Είναι μια σκηνή που ο Στάθης Σταμουλακάτος μας βάζει και τρέχουμε πάνω κάτω το γήπεδο. Ο κύριος Τελτζίδης και η παραγωγή είχαν την καταπληκτική ιδέα να γυρίσουμε αυτή την σκηνή την τελευταία μέρα των γυρισμάτων γύρω στις τρεις το πρωί. Μετά από άπειρες ατελείωτες επαναλήψεις τα πόδια μου απλά σταματήσαν να δέχονται εντολές και με παράτησαν. Σταμάτησα το γύρισμα και είπα απλά φωνάζοντας «Εγώ δεν μπορώ άλλο! Τελείωσα!». Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που διέκοψα γύρισμα λέγοντας πως δεν μπορώ. Δεν έχω καθόλου τύψεις γι’ αυτό. Θέλω πραγματικά να μάθω ποιος είχε την έμπνευση να βάλει την σκηνή τέλευταία μέρα τελευταία ώρα…

Αλήθεια, πού έγιναν τα γυρίσματα; Προσωπικά, όσο μπόρεσα να παρατηρήσω το γήπεδο μου θύμισε κάτι ανάμεσα στο Σπορτίνγκ και το κλειστό του Μετς.
Γ.Τ.: Αυτό θα το κρατήσω μυστικό ακόμη!
Παρεμπιπτόντως, η ομάδα του Εθνικού είχε καθόλου ανάμιξη στην παραγωγή;
Γ.Τ.: Ναι, οι άνθρωποι της ομάδας υπήρξαν πολλοί υποστηρικτικοί και βοηθητικοί σε ότι και αν τους ζητήθηκε.
Α.Τσ.: Μας βοήθησαν πολύ σε ό,τι τους ζητήσαμε και τους υπερευχαριστούμε γι’ αυτό. Από εμφανίσεις, μπάλες, λάβαρα, φωτογραφίες παλιές και άλλα. Μάλιστα στην πρώτη σκηνή της ταινίας παίζουν και κάποια παιδιά, αθλητές της ομάδας του Εθνικού, μέχρι να έρθει ο Σταμουλακάτος για να τα διώξει από το γήπεδο για να παίξουν τώρα οι «μεγάλοι»…

Η πλοκή του «Εθνικού» φαίνεται πως εμβαθύνει σε πτυχές της αρρενωπότητας που μόλις τα τελευταία χρόνια μελετάμε πιο ουσιαστικά ή τέλος πάντων, έχουν επανέλθει στην επικαιρότητα με νέους όρους. Όπως, ότι η ανδρική επικοινωνία βασίζεται κυρίως σε τελετουργίες, σαν τους μηνιαίους αγώνες μπάσκετ στην ταινία, οι οποίες αντικαθιστούν τη συναισθηματική έκθεση και επαφή, για να παραφράσω χαριτολογώντας τη γνωστή ατάκα της Μπάρμπαρα Κρούγκερ. Συμφωνείτε; Ποια είναι η δική σας οπτική;
Γ.Τ.: Οι αγώνες είναι όντως μια τελετουργία. Ένας τρόπος να συνεχίζουν να συναντιούνται και να νιώθουν ότι ανήκουν κάπου, χωρίς να χρειάζεται να εκφράσουν άμεσα τι συμβαίνει μέσα τους. Το μπάσκετ, ο ανταγωνισμός, οι καβγάδες, γίνονται ένα κοινό λεξιλόγιο που τους επιτρέπει να είναι κοντά χωρίς να εκτεθούν. Στη μετά το #MeToo εποχή, έχει ανοίξει πιο ουσιαστικά η συζήτηση για πατριαρχικές συμπεριφορές που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπίζονταν ως αυτονόητοι και αποδεκτοί κώδικες. Η ιδέα της «σκληρότητας», η αδυναμία να μιλήσεις για την ευαλωτότητά σου, η ανάγκη για έλεγχο ή κυριαρχία, όλα αυτά μοιάζουν σήμερα να μην έχουν πια την ίδια αυτονόητη ισχύ. Αυτοί οι κώδικες αρρενωπότητας καταρρέουν κι αυτό ανοίγει χώρο για μια ουσιαστική αυτοκριτική. Στην ταινία μας ενδιέφερε να καταλάβουμε τους τρόπους με τους οποίους αυτοί χαρακτήρες, έχουν μάθει να σχετίζονται. Και τελικά, ο πυρήνας της ταινίας παραμένει η φιλία και η αγάπη που υπάρχει ανάμεσά τους, ακόμη κι όταν δεν ξέρουν πώς να την εκφράσουν.
Α.Τσ.: Ναι, συμφωνώ, αν και όταν έγραφα το έργο δεν είχα στο μυαλό μου την αρρενωπότητα ως κάποιο θέμα άξιο μελέτης. Δεν ήξερα και τι στο διάολο μπορεί να σημαίνει η «μελέτη της αρρενωπότητας». Μάλιστα σε ένα μεγάλο μέρος της, μπορείς να πεις πως η ταινία είναι και μια μεγάλη καταγγελία αυτης της αρρενωπότητος. Ήξερα όμως αυτούς τους άντρες, αυτά τα παιδιά. Τους είχα δει, είχα παίξει μαζί τους, είχα υπάρξει κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Και μου άρεσε πολύ αυτή η συνθήκη. Ότι έξι άντρες σαράντα πέντε – πενήντα χρονών μπορούν να συναντιούνται κάθε μήνα και να λένε ότι συναντιούνται για να παίξουν μπάσκετ, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονται για να συνεχίσουν να μπορούν να είναι φίλοι. Απλώς δεν πρόκειται ποτέ να το πει ο ένας στον άλλον. Θα βριστούν, θα μαλώσουν για ένα φάουλ, θα κοροϊδέψει ο ένας την κοιλιά του άλλου, θα θυμηθούν ποιος ήταν καλύτερος παίκτης στα δεκαεφτά του και κάπου μέσα σε όλο αυτό μπορεί να ειπωθεί και κάτι αληθινό. Ή και όχι. Νομίζω ότι πολλά αγόρια της δικής μου γενιάς έτσι μάθαμε να επικοινωνούμε. Πλάγια. Δεν λέγαμε «μου έλειψες», λέγαμε «πού χάθηκες ρε μαλάκα;». Και μπορεί τελικά να εννοούσαμε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αυτό για μένα είναι πολύ μέσα στον «Εθνικό». Και μαζί με την τρυφερότητα κουβαλάει και κάτι πολύ σκοτεινό. Γιατί όταν έχεις μάθει μια ζωή να μη λες αυτό που πραγματικά σου συμβαίνει, κάποια στιγμή αυτό θα σου την βγει από αριστερά. Και όχι με τον καλύτερο τρόπο.
Περισσότερες κινηματογραφικές συνεντεύξεις εδώ.

Φωτογραφίες από τα γυρίσματα του «Εθνικού Ελληνορώσων»:






Οι συντελεστές του «Εθνικού Ελληνορώσων»:
Σκηνοθεσία: Γιώργος Τελτζίδης
Σενάριο: Γιώργος Τελτζίδης, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Νικόλας Καρανικόλας
Μοντάζ: Δημήτρης Πολύζος |Ήχος: Παναγιώτης Παπαγιαννόπουλος
Κοστούμια: Λίνα Σταυροπούλου | Καλλιτεχνική Διέθυνση: Εύα Γουλάκου
Ηθοποιοί: Στάθης Σταμουλακάτος, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Μάκης Παπαδημητράτος, Στέλιος Δημόπουλος, Θάνος Αλεξίου, Κώστας Φυτίλης, Σοφία Κουνιά
Παραγωγή: View Master Films
Παραγωγοί: Γιώργος Κυριάκος, Κώστας Λαμπρόπουλος, Έφη Σκρομπόλα, Βασίλης Τζανίδης, Pilar Saavedra, Manfredi Saavedra
Συμπαραγωγή : ΕΡΤ, Sajama Films, MIC
Με τη υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας– Creative Greece