Εγώ είμαι με τους ταξιτζήδες…
Και τους καινούργιους που είναι εξελιγμένα μοντέλα και τους παλιούς που είναι προστατευόμενα είδη.
H Αθήνα είναι χωρίς ταξί τέσσερις μέρες. Οι οδηγεί ταξί διαμαρτύρονται για ένα νόμο που ψηφίζεται και τους αφορά. Για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω τι ακριβώς ζητάνε. Κάποια από τα αιτήματα που άκουσα μου μοιάζουν λογικά κάποια λιγότερο. Αλλά είμαι μαζί τους και – όπως λέγαμε παλιά και σταματήσαμε να το λέμε δεν ξέρω γιατί – «πέστε να με φάτε». Πρέπει να εξηγήσω κάτι: είμαι με τον κλάδο κι όχι απαραίτητα με τις συνδικαλιστικές του διεκδικήσεις. Γιατί; Γιατί οι ταξιτζήδες είναι οι επαγγελματίες που έχουν κάνει την μεγαλύτερη πρόοδο τα τελευταία είκοσι χρόνια. Κι όποιος δεν το παραδέχεται είναι προκατειλημμένος. Ή ξεχνάει εύκολα.
Παίρνω συχνά ταξί κι ας οδηγώ. Έπαιρνα συχνότερα όταν δεν οδηγούσα. Θέλω να πω ότι την εποχή που δεν υπήρχε οδηγός ταξί αλλά «ταρίφας» την θυμάμαι καλά. Θυμάμαι τους ταρίφες στο λιμάνι, στο αεροδρόμιο, στους σταθμούς των τρένων να αρνούνται να σε εξυπηρετήσουν αν δεν πήγαινες στην άλλη άκρη της γης, δηλαδή αν δεν ήσουν έτοιμος να πληρώσεις για μια κούρσα μισό μηνιάτικο. Τους θυμάμαι να έχουν εκείνο τον απίθανο χάρτινο οδηγό, εκείνο το βιβλιαράκι το γεμάτο χάρτες που το μελετούσαν δέκα λεπτά για να βρουν την οδό που έπρεπε να σε πάνε ενώ το ταξίμετρο έτρεχε. Τους θυμάμαι την εποχή του «σι μπι» να κάνουν ηλίθια αστεία με το κέντρο ή με συναδέρφους τους, λες και η ζωή τους ήταν μια θητεία που δεν σταματάει πουθενά με τους ίδιους να παριστάνουν τους «φαντάρους διαβιβαστές» και να παίζουν με ασυρμάτους. Θυμάμαι την αγαπημένη τους συνήθεια να βάζουν τέσσερα άτομα στο ταξί που όλα πήγαιναν σε άλλες κατευθύνσεις. Θυμάμαι την ερώτηση «σε πειράζει να δούμε που πάει αυτός» στην οποία ποτέ δεν περίμεναν απάντηση. Θυμάμαι το πεντάλεπτο ψηστήρι τους στην υποψήφια πελάτισσα («που πάτε μαντάμ;») ενώ εσύ βιαζόσουν. Θυμάμαι το ταξίμετρο που έτρεχε πάντα γρήγορα – ακόμα κι όταν το ταξί ήταν ακινητοποιημένο στην κίνηση. Θυμάμαι τις ατελείωτες ιστορίες τους για σεξ με πελάτισσες ξαναμμένες που έβρισκαν στην αγκαλιά τους το «one night stand» των ονείρων τους, τις φωνακλάδικες πολιτικές τους αναλύσεις, την μόνιμη αγανάκτησή τους, τα τρομερά πράγματα που είχαν ακούσει από ένα πολιτικό που κάποια μέρα τελείως τυχαία πήγαν στο αεροδρόμιο. Τους θυμάμαι όλους εκείνους τους απίθανους τύπους που ήταν συγχρόνως οικονομολόγοι, μετεωρολόγοι, σεισμολόγοι, γνώστες όλων των λύσεων για τα πάντα και κυρίως τερατολόγοι. Τους τύπους που σαν τους δεινόσαυρους σχεδόν και ξαφνικά εξαφανίστηκαν.
Οι σημερινοί ταξιτζήδες είναι ευγενικοί, προσεχτικοί και λιγομίλητοι. Σπανίως παίρνουν κούρσες στο δρόμο: δουλεύουν χρησιμοποιώντας εφαρμογές. Εχουν GPS και το συμβουλεύονται. Δεν παίρνουν δεύτερο στην κούρσα ούτε και να τους το ζητήσεις. Αν σου ανοίξουν μια συζήτηση δεν φωνάζουν. Σχεδόν πάντα σου εξηγούν το δρόμο που θα πάρουν κι αν ξέρεις άλλο θα σε ακούσουν. Σου δίνουν αποδείξεις κι αν είναι βράδυ πολλοί στέκονται για να σε δουν να μπαίνεις στο σπίτι. Είναι οδηγοί ταξί. Όχι ταρίφες.
Δεν ξέρω τα αιτήματα τους, αλλά τους συμπαραστέκομαι για την αλλαγή τους. Αισθάνομαι ότι αγαπούν την δουλειά τους κι ότι δεν θέλουν να σου πάρουν το πορτοφόλι κάνοντας σου βόλτες στην μισή Αθήνα. Ναι υπάρχουν ακόμα αυτοί που διαλέγουν κούρσες, που έχουν την συνήθεια να σου εξηγήσουν πως θα λύσουν τα προβλήματα της χώρας ή να σου παρουσιάσουν ένα τρομερό κόλπο με το οποίο θα κερδίσεις πάντα στο Στοίχημα. Αλλά είναι ελάχιστοι. Κι όταν μου τύχουν τους χαίρομαι κι αυτούς. Είναι είδος προστατευόμενο. Η περίπτωση των ανθρώπων που έκαναν το χούι τους επάγγελμα, σαν τους αθλητικογράφους ένα πράμα…