Όταν ζήλεψε ο Χίτσκοκ

Όταν ζήλεψε ο Χίτσκοκ

Η επανάληψη δεν σκοτώνει το ενδιαφέρον στο Τσάμπιονς λιγκ: το δυναμώνει. Τι κι αν οι πρωταγωνιστές είναι δεδομένοι; Και στον Χίτσκοκ είναι.

Κάθε φορά που στο Τσάμπιονς λιγκ βλέπω ματσάρες όπως το Μπάγερν Μονάχου – Ρεάλ Μαδρίτης 4-3 θυμάμαι τον Άλφρεντ Χίτσκοκ. Όχι γιατί τα μεγάλα αυτά ματς έχουν πάντα και λίγο σασπένς, ούτε γιατί κρίνονται στο τέλος, ούτε γιατί κατά κάποιο τρόπο χαρακτηρίζονται από δραματική ένταση όπως πολλές από τις ταινίες του μεγάλου Άγγλου. Αλλά γιατί μοιάζουν πολύ. Όπως και οι ταινίες αυτού που αποκαλούσαν μετρ.

Ο μετρ Άλφρεντ Χίτσκοκ σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία το 1925. Όταν πήγε στο Χόλυγουντ, έπειτα από δεκαπέντε χρόνια καριέρας στο Λονδίνο, οι Αμερικανοί κριτικοί κυρίως (αλλά και οι παραγωγοί του) τον αντιμετώπισαν με αρκετή δυσπιστία. Το πρόβλημα του «μετρ», το οποίο είχε προκαλέσει αμφιβολίες για την επιτυχία του, ήταν ότι ακολουθούσε μια και μόνη σεναριακή συνταγή. Όποιος προσπαθούσε να περιγράψει με τρεις γραμμές τις αγγλικές του ταινίες επαναλάμβανε στερεότυπα τα ίδια πράγματα: «ένας αθώος μπλέκει άθελά του σε ένα έγκλημα και έπειτα από αρκετές περιπέτειες κατορθώνει να γλυτώσει και να προκαλέσει και την τιμωρία του ενόχου». Ο «Χιτς» στην Αμερική χρειάστηκε την εμπιστοσύνη του Ντέιβιντ Ο Σέλζνικ, του ικανότερου ίσως παραγωγού της εποχής, για να μπορέσει να κάνει και στο Χόλυγουντ ό,τι έκανε και στη Βρετανία, δηλαδή να συνεχίζει να γυρίζει την ίδια ταινία δίνοντάς μας όμως εκδοχές της με τον μοναδικό του προσωπικό τρόπο – στους Αμερικάνους πήρε λίγο καιρό να καταλάβουν πως το αριστούργημα ήταν κρυμμένο στις εκδοχές.

Ο «μετρ του σασπένς» έψαχνε τόσο πολύ τον περφεξιονισμό της δικής του πρότασης, ώστε είναι ένας από τους ελάχιστους που γύρισε για δεύτερη φορά την ίδια ταινία! Ο υπέροχος «Ανθρωπος που ήξερε πολλά» υπάρχει και σε βρετανική και σε αμερικανική εκδοχή με την υπογραφή του.

Ο Χίτσκοκ δεν είναι ο μόνος σκηνοθέτης που έφτασε να κερδίσει την αναγνώριση γυρνώντας διαρκώς την ίδιο ταινία: αυτή η αναζήτηση της τελειοποίησης της έκφρασης του προσωπικού του οράματος χαρακτήρισε το έργο και πολλών άλλων μεγάλων. Στην Τέχνη η αναμέτρηση του δημιουργού με ένα δεδομένο θέμα είναι κάτι συνηθισμένο, κι όχι μόνο στο σινεμά. Στο ποδόσφαιρο, όχι. Εδώ οι παραστάσεις και οι εικόνες (και τα δράματα του παιγνιδιού), έχουν αξία όταν οι εμπλεκόμενοι μονομάχοι αλλάζουν διαρκώς ή συναντιούνται σπάνια, ώστε αυτή η απόσταση των ραντεβού τους να δημιουργεί βάσεις μιας, ας πούμε, αθλητικής βεντέτας. Η συνεχής επανάληψη είναι πρόβλημα.

Με βάση αυτό το δεδομένο δεν νομίζω ότι υπήρχε άνθρωπος που μπορούσε ποτέ του να φανταστεί ότι στο υψηλότατο επίπεδο του Τσάμπιονς λιγκ, δυο αντίπαλοι θα έφταναν κάποια στιγμή να συνθέσουν ένα τόσο γοητευτικό ζευγάρι ώστε οι μεταξύ τους επαναλαμβανόμενες αναμετρήσεις, όχι μόνο να μην δημιουργούν στο θεατή πλήξη, αλλά να είναι και συγκλονιστικά αναμενόμενες! Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό, η απόλαυση δηλαδή του ίδιου ματς, είναι κάτι που προκύπτει συνεχώς. Κάποτε ήταν απολαυστικά τα Μπαρτσελόνα _ Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ή τα Τσέσλι – Λίβερπουλ. Σήμερα είναι τα Ρεάλ – Μαντσεστερ Σίτυ και φυσικά τα Μπάγερν – Ρεάλ. Στα παιγνίδια αυτά η απόλαυση δεν έχει να κάνει ούτε με το αποτέλεσμα, ούτε με τη διακύμανση του σκορ που στο Μπάγερν – Ρεάλ Μαδρίτης της Τετάρτης υπήρξε έτσι κι αλλιώς καθηλωτική: το αληθινό κατόρθωμα των πρωταγωνιστριών ομάδων είναι πως, μολονότι παίζουν διαρκώς αντιμέτωπες στην ίδια πάντα διοργάνωση, δίνουν παραστάσεις τόσο υψηλού επιπέδου που να σε κάνουν να θες να την ξαναδείς! Την Τετάρτη Μπάγερν και Ρεάλ άγγιξαν το τέλειο, αλλά και μια εβδομάδα πριν στο Μπερναμπέου πάλι είχαν παρουσιάσει ένα υπερθέαμα! Ετσι κάθε παράστασή τους μεγαλώνει απλά την προσμονή όλων για τη επόμενη: αυτή είναι η επιτυχία του Τσάμπιονς λιγκ. Τα ματς είναι συνήθως ανάμεσα στους ίδιους πρωταγωνιστές αλλά είναι πάντα θεαματικά. Η επανάληψη δεν σκοτώνει το ενδιαφέρον: το δυναμώνει. Τι κι αν οι πρωταγωνιστές είναι δεδομένοι; Και στο Χίτσκοκ είναι.

Αν και Βρετανός ο Χίτσκοκ δεν αγαπούσε το ποδόσφαιρο: προτιμούσε το τένις. Νόμιζα ότι αυτό εξηγούνταν από το ότι του άρεσαν οι επαναλαμβανόμενες εικόνες, οι «μανιέρες»: το τένις είναι γεμάτο από τέτοιες. Κάθε φορά που βλέπω ένα σούπερ ματς του Τσάμπιονς λιγκ υποπτεύομαι πως ο «μετρ» μάλλον έβλεπε το ποδόσφαιρο με ζήλεια: γνώριζε ότι κάποια στιγμή θα προκύψει ένα ματς πιο γεμάτο σε σασπένς, δράμα και ένταση ακόμα κι από τις δικές του ταινίες…

Σχετικά άρθρα