Συγνώμη, Παπαφλέσσα
Ξαναείδα τον «Παπαφλέσσα» έχοντας δει πρόσφατα τον «Καποδίστρια» και αισθάνομαι υποχρεωμένος να απολογηθώ.
Τρία πράγματα μου υπενθυμίζουν τον ερχομό της εθνικής μας γιορτής: οι παρελάσεις, οι σχολικές γιορτές καθώς όλοι μιλάνε για το τι έκαναν τα παιδάκια τους, και φυσικά η προβολή μιας σειράς ηρωϊκών ταινιών που αφορούν τον ξεσηκωμό συνήθως (αλλά όχι μόνο) από την τηλεόραση του Αnt1. Τις ταινίες αυτές είχα παρουσιάσει παλιότερα σε ένα blog που λεγόταν «Φουστανέλα Φιλμς». Λίγες μέρες πριν ξαναείδα την πιο επική από όλες, δηλαδή τον «Παπαφλέσσα». Κι έχοντας δει πρόσφατα τον «Καποδίστρια», όχι μόνο αναθεωρώ, όχι μόνο ντρέπομαι για τις ειρωνείες μου, αλλά και αισθάνομαι εκ βαθέως την ανάγκη να ζητήσω συγνώμη για εκείνο μου το σημείωμα.
Ο «Παπαφλέσσας» είναι μια μεγάλη ελληνική ταινία πρώτα από όλα γιατί άντεξε στο χρόνο. Γυρίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Δεν ξέρω αν ο Τζέιμς Πάρις, παραγωγός και κάτι παραπάνω, διέκρινε την ευκαιρία να συνδυάσει το γύρισμα της με τον επικείμενο εορτασμό των 150 χρόνων από την κήρυξη της Επανάστασης, αλλά σίγουρα εκμεταλλευόμενος τις καλές σχέσεις που είχε με το στρατιωτικό καθεστώς, έπεισε τη χούντα να βοηθήσει οικονομικά για μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή. Η χούντα βοήθησε με πολλούς τρόπους (χρήματα, παραχώρηση τουλάχιστον δυο χιλιάδων φαντάρων που έκαναν πολλές δουλειές κτλ) χωρίς όμως να επιβάλει κάποιο υπέρ της πολιτικό μήνυμα: άλλωστε δεν υπήρχαν συνταγματάρχες. Έτσι αντί να γυριστεί μια ακόμα ταινία όπως άλλες του Τζέιμς Πάρις, γυρίστηκε μια ταινία απλή και συγχρόνως στηβαρή. Η Φίνος Φιλμ ως συμπαραγωγός χρησιμοποίησε ως σεναριογράφο τον Πάνο Κοντέλη, και ως σκηνοθέτη ένα από τους καλύτερους του τότε ελληνικού κινηματογράφου δηλαδή τον Ερρίκο Ανδρέου. Τη φωτογραφία ανέλαβε ο σπουδαίος Δημήτρης Παπακωνσταντής, το μοντάζ ο υπέροχος Αριστείδης Καρύδης-Φουκς και τα πολύ καλά σκηνικά και τα εκπληκτικά κοστούμια ο Διονύσης Φωτόπουλος. Η δε εξαιρετική μουσική είναι του Κώστα Καπνίση.

Η παρουσία τόσο ικανών ανθρώπων είχε ως αποτέλεσμα να προκύψει μια ταινία γεμάτη από σπουδαίους ηθοποιούς. O Άγγελος Αντωνόπουλος, ο Σταύρος Ξενίδης ως Χρ. Περραιβός, ο Χρήστος Πολίτης, ο Θόδωρος Μορίδης ιδανικός ΠΠ Γερμανός, ο Μάκης Ρευματάς που είναι ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο πάντα άψογος Λαυρέντης Διανέλλος. Πάνω από όλους ο υπέροχος Δημήτρης Παπαμιχαήλ στον ρόλο της καριέρας του.
Είναι μόνο αυτά που κάνουν την ταινία μεγάλη; Όχι και το συνειδητοποίησα πρόσφατα. Αυτό που είναι σπουδαίο είναι ο τρόπος που αναδεικνύονται άγνωστες ιστορικές αλήθειες που έχουν να κάνουν με τον ήρωα. Ο Παπαφλέσσας ήταν αρχιμανδρίτης αλλά και μεγάλος γυναικάς. Η Κάτια Δανδουλάκη ως Κατερίνα (22χρονών τότε) θα κόλαζε και δεσπότη, αλλά ο Παπαφλέσσας, ως προς τον θαυμασμό του για τις γυναίκες ήταν ήδη κολασμένος! Η δε σκηνή του Παπαφλέσσα με Κανέλο Δεληγιάννη (ένα αριστούργημα υποκριτικής του τεράστιου Αλέκου Αλεξανδράκη) αν και δεν πατάει κάπου ιστορικά είναι τέλεια για να μας κάνει να καταλάβουμε την πολυπλοκότητα του ήρωα.

Κάπως έτσι η ταινία γίνεται μια καλή ιστορική ταινία. Δεν σου μαθαίνει ιστορία, αλλά σου μαθαίνει πολλά για τον Παπαφλέσσα και σε σπρώχνει να μάθεις και περισσότερα. Και το φινάλε της, με την απόφαση του Παπαφλέσσα να πεθάνει στο Μανιάκι, σε ένα σημείο όπου ήταν αδύνατο να αμυνθεί, μαρτυρά το βαρύ νόημα της ελληνικής επανάστασης. Ο Αριστείδης Χατζής έχει γράψει πως «πεθαίνει σαν αρχαίος Έλληνας», σαν άλλος Λεωνίδας. Κι αυτό ακριβώς σου αφήνει σαν αίσθηση η ταινία.
Όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την εθνικομελούρα που λέγεται «Καποδίστριας» και είδαμε φέτος. Ο Παπαφλέσσας δεν έσκισε στα σινεμά όταν βγήκε, γιατί δεν κολάκευε τίποτα που οι Ελληνες κουβαλάνε στο κεφάλι για τους ήρωες της επανάστασης: έμοιαζε με τρελός παθιασμένος παππάς – αυτό ήταν. Ζητάω συγνώμη για τις παλιές μου άστοχες ειρωνείες και υπόσχομαι να τον βλέπω κάθε χρόνο. Θα μάθω και τους διαλόγους, όπως ξέρω αυτούς που ακούγονται στους Σουλιώτες. Μπέσα για μπέσα…