Πήγα σε spank party στο Black Temple και πέρασα τέλεια
Τουρίστρια σε μια κοινότητα που προσπαθεί να σπάσει τα ταμπού.
Εγώ στο θέατρο ήμουν. Στο Εν Αθήναις στο Γκάζι, έβλεπα την stand up παράσταση του Σίλα Σεραφείμ «Δεν κρίνω» και μόλις τέλειωσε, βγαίνοντας, είδα μια παρέα με λάτεξ ρούχα να καπνίζει στο πεζοδρόμιο. Ακριβώς δίπλα στο θέατρο είναι το Black Temple και εκείνη τη μέρα διοργάνωνε spank party βραδιά. Δεν έχω ξαναπαρακολουθήσει τίποτα τέτοιο live και φυσικά δεν θα έχανα την ευκαιρία.
Η πρώτη αίσθηση είναι μια γνώριμη, αστική αμηχανία που συνοδεύεται με ηλίθιες ερωτήσεις: «τι κάνω εδώ;», «είμαι ντυμένη σωστά;», «φαίνομαι άνετη;». Είναι η ίδια αμηχανία που νιώθεις σε κάθε τι που δεν σου έχουν μάθει πώς να καταναλώνεις. Σαν να μπαίνεις σε γκαλερί χωρίς επεξήγηση κάτω από τα εκθέματα. Μόνο που εδώ τα φώτα είναι χαμηλά, η μουσική ανεβαστική και όσο περιμένω το σόου να ξεκινήσει, βλέπω να μπαίνει κόσμος διάφορων ηλικιών και στυλ. Βλέπω λάτεξ αλλά βλέπω και ταγιέρ. Βλέπω νέους και μεγάλους, σόλο, ζευγάρια και παρέες. Τα βλέπω κυριολεκτικά όλα.

Όταν άναψαν τα φώτα της σκηνής, το ετερόκλητο αυτό κοινό άρχισε να παρακολουθεί ό,τι συνέβαινε μπροστά του σαν να έβλεπε συναυλία. Χωρίς ψίθυρους, χωρίς ειρωνεία, χωρίς την ανάγκη να αποδείξει κάτι. Τα κινητά, βέβαια, ήταν όλα σε θέση μάχης, να καταγράψουν τις performances. Μόνο απ’ αυτό καταλάβαινες, ίσως, ότι στην Ελλάδα τα φετίχ παραμένουν ταμπού, ειδικά όσα απομακρύνονται από τα γούστα των πολλών. Τα καταγράφουμε για να τα πάρουμε μαζί μας σαν αξιοθέατο που είδαμε, αλλά δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε δυνατά γι’ αυτά, να τα δούμε σαν μέρος της καθημερινότητας μας, που είναι.
Βρίσκω τον Μάνο 6, έναν από τους ιδιοκτήτες του χώρου, και μου μιλάει με εκείνη τη χαλαρή σιγουριά ανθρώπου που έχει περάσει πολλά live, πολλές κρίσεις και ακόμα περισσότερα «δεν γίνεται». Άνοιξε αυτό το μαγαζί το 2017, στην αρχή ήταν τρία άτομα, μετά έμειναν δύο: «Είμαστε φίλοι, χρόνια μαζί, παίζουμε στα ίδια συγκροτήματα, πορευόμαστε μαζί». Πριν το Black Temple, οργάνωναν συναυλίες σε άλλους χώρους και κάπως έτσι κατάλαβαν ότι αυτό τους αρέσει περισσότερο απ’ όλα.




Το Black Temple δεν μασάει από ετικέτες: «Έχουν περάσει τα πάντα από εδώ. Από hip-hop και κρητικά μέχρι black metal. Κάνουμε κάθε χρόνο κρητική βραδιά από τα Ανώγεια, όχι κρητικά γλέντια, προσεγμένη, ανωγιανή μουσική. Έχουμε κάνει τον Ψαραντώνη δύο φορές. Ό,τι μας αρέσει, το βάζουμε μέσα» λέει ο Μάνος. Στην ερώτηση τι δεν τους αρέσει, απαντά ότι αποφεύγουν έντεχνα, λαϊκά, τραπ, την πολύ pop κουλτούρα και τα mainstream. Η βάση τους είναι η σκοτεινή μουσική, το black metal, το gothic, το dark, το neofolk κτλ.
Φυσικά θέλω να μάθω για τα φετιχιστικά events και πώς η κουλτούρα του φετίχ ενσωματώνεται στο βραδινό μενού της πόλης, σε μια τόσο φασαία γειτονιά όσο το Γκάζι, δίπλα σε μπαρ και θέατρα: «Είναι shows. Ο βασικός χώρος είναι για να βλέπεις, να πίνεις το ποτό σου, να καταλάβεις τι είναι αυτό. Παίρνεις ιδέες, μαθαίνεις, βλέπεις αν σου ταιριάζει. Υπάρχει και ένας πάνω χώρος, πριβέ, με πρόσκληση, για τα πιο ακραία» μου εξηγεί ο Μάνος. Στην παρέα κάθεται και ο Γιώργος, ο οποίος διοργανώνει επί δέκα χρόνια στην Ελλάδα αυτά τα σόου, που επί της ουσίας είναι interactive και play role party, αλλά βρίσκεται και πίσω από το φεστιβάλ Erotica, που γίνεται κάθε χρόνο: «Έχω κάνει δουλειά για να ανοίξω τα μυαλά του κόσμου. Όταν ξεκίνησα ήταν πολύ ταμπού. Αυτό προσπαθούσαμε να βγάλουμε προς τα έξω, ότι είναι οκ να πάρω το φίλο μου, τη γυναίκα μου και να έρθω εδώ», αναφέρει.
Το ταμπού, βέβαια, υπάρχει. «Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που θα ήθελαν να έρθουν και δεν έρχονται. Στην αρχή ήταν κλειστός κύκλος, οι ίδιοι άνθρωποι. Τα τελευταία χρόνια ανοίγει. Έρχονται και πιτσιρίκια που ψάχνονται. Με τα social media είναι πιο εύκολο. Παλιά, αν έβλεπες απ’ έξω ανθρώπους με λάτεξ θα σου φαινόταν περίεργο. Τώρα δεν είναι τόσο», συμπληρώνει ο Μάνος. «Βλέπεις και μεγαλύτερους σε ηλικία, ζευγάρια. Είναι ωραίο. Έχουν βρει κάτι που τους κρατάει μαζί».
Σκέφτομαι ότι σε μια πόλη που στραγγαλίστηκε από καραντίνες και ακρίβεια, σε μια χώρα που ο συντηρητισμός έχει κάτσει σαν τσιμπούρι στη νοοτροπία, το να μένει ένας τέτοιος χώρος ανοιχτός είναι σχεδόν πολιτική πράξη. Ο Μάνος επιβεβαιώνει ότι πέρασαν και περνάνε δύσκολα, αλλά μένουν ζωντανοί κι αυτό έχει σημασία: «Το ποτό έχει πέσει, ο κόσμος θα πληρώσει την είσοδο αλλά δεν θα πιει. Παρ’ όλα αυτά είμαστε εδώ. Το Black Temple είναι χώρος που θα δεις πράγματα που δεν θα τα δεις αλλού. Από σκοτεινή americana μέχρι industrial, από σπάνια live μέχρι βραδιές που σπάνε στερεότυπα».




Μπαίνω στα παρασκήνια να δω τους performers. Βρίσκω τη Μισέλ που κάνει το σόου της πολλά χρόνια. Είναι αφέντρα και όπως μου λέει, θέλει να δείξει στον κόσμο τι είναι το BDSM, επειδή είναι παρεξηγημένο: «Να καταλάβει ο κόσμος ότι οι υποτακτικοί που συμμετέχουν μαζί μας δεν είναι άνθρωποι που τους κακοποιούμε, δεν τους έχουμε με το ζόρι, είναι μια κοινότητα. Το BDSM δεν είναι βία». Ο δικός της υποτακτικός είναι ο Πάνθηρας, έτσι τον παρουσιάζει. Με χαιρετούν, και ετοιμάζονται να βγούνε στη σκηνή για το σόου τους ενώ όση ώρα μιλάμε μπαινοβγαίνουν στα παρασκήνια performers δεμένοι με σκοινιά, με στολές λάτεξ, με μάσκες, με μαστίγια, με κεριά.
Βγαίνω από τα παρασκήνια και κάθομαι να παρακολουθήσω. Το μαγαζί είναι τίγκα, άλλοι βλέπουν, άλλοι χορεύουν, άλλοι μιλάνε και πίνουν το ποτό τους. Ένα ζευγάρι 70ρηδων κάθεται στην μπάρα ενώ στη σκηνή η Μισέλ και ο Πάνθηρας κάνουν την performance τους. Τίποτα δεν φαίνεται περίεργο πια, κι αυτό συμβαίνει όταν το πλαίσιο είναι σωστό. Τα φετίχ δεν είναι ταμπού, τα κάνουμε ταμπού όταν τα αφήνουμε έξω από τη συζήτηση, όταν τα κοιτάμε σαν κάτι περίεργο.
Σε μια πόλη unplugged, το Black Temple λειτουργεί σαν πρίζα. Συνδέει ανθρώπους, ήχους και επιθυμίες χωρίς να ζητάει συγγνώμη. Και τελικά, αυτό που μένει δεν είναι η πρόκληση, αλλά η αίσθηση ότι είδες κάτι αληθινό. Όχι κρυφά. Live.