Η Άτυπη Λέσχη Γαστρονομίας και Φιλμικού Σύμπαντος του Ρεμί: Κεφάλαιο 2, τα γλυκά
Οι ταινίες με γλυκά είναι η υπόσχεση μιας άλλης πραγματικότητας, πιο παιδικής, πιο αισθησιακής, πιο θεατρικής.
Από το κλασικό «Charlie and the Chocolate Factory», με τις απίστευτες σοκολατένιες δημιουργίες του Willy Wonka, μέχρι το γλυκό ταξίδι στο Παρίσι της «Ratatouille», όπου τα γαλλικά επιδόρπια μοιάζουν να κλέβουν την παράσταση ακόμη και από τους ίδιους τους ήρωες, οι ταινίες με γλυκά έχουν πάντα τη δύναμη να μας μαγέψουν. Δεν είναι μόνο η εικόνα της σοκολάτας που λιώνει, της κρέμας που στέκεται τέλεια πάνω σε μια τάρτα ή των πολύχρωμων μακαρόν που στοιβάζονται σαν μικρά κοσμήματα. Είναι η υπόσχεση μιας άλλης πραγματικότητας, πιο παιδικής, πιο αισθησιακής, πιο θεατρικής, όπου η γεύση γίνεται ανάμνηση και η ζάχαρη μετατρέπεται σε κινηματογραφικό σύμβολο.
Το «Chocolat» μας βάζει στον πειρασμό με γεύσεις και αρώματα που ξυπνούν μνήμες αγάπης, ελευθερίας και πάθους, ενώ το «Marie Antoinette» μας καλεί σε ένα οπτικό πανηγύρι με τα υπέροχα γλυκά του 18ου αιώνα. Εκεί τα γλυκά δεν λειτουργούν απλώς ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως γλώσσα. Μιλούν για εξουσία, για μοναξιά, για υπερβολή, για την ανάγκη μιας νεαρής γυναίκας να κρυφτεί μέσα σε κορδέλες, υφάσματα και ζάχαρη. Τα γλυκά δεν είναι μόνο φαγητό, αλλά συναίσθημα, τελετουργία και βασιλικές καθημερινές στιγμές που αποκτούν σχεδόν μυθική διάσταση.

Όταν έγραφα αυτό το άρθρο, θα έλεγα ότι μου άνοιξε η όρεξη. Σκεφτόμουν πόσο ωραίο θα ήταν να οργανώναμε ένα dinner μόνο με γλυκά εμπνευσμένα από ταινίες: σοκολάτες από τον κόσμο του Wonka, τάρτες από τη γαλλική κουζίνα, μακαρόν σε χρώματα παστέλ, προφιτερόλ με παχιά κρέμα σοκολάτας και ίσως ένα επιδόρπιο τόσο υπερβολικό που να μοιάζει περισσότερο με σκηνικό παρά με πιάτο. Γιατί τελικά ο κινηματογράφος και η ζαχαροπλαστική έχουν κάτι κοινό: και τα δύο ζητούν από εμάς να πιστέψουμε για λίγο σε μια κατασκευή. Ξέρουμε ότι είναι φτιαγμένη, ξέρουμε ότι απαιτεί τεχνική, αλλά, αν πετύχει, ξεχνάμε τον μηχανισμό και μένουμε μόνο με τη μαγεία.
Η ταινία «Marie Antoinette», σκηνοθετημένη από τη Σοφία Κόπολλα, δεν είναι μόνο μια βιογραφική προσέγγιση της ζωής της βασίλισσας της Γαλλίας, αλλά και μια αισθητηριακή εμπειρία που αποτυπώνει την υπερβολή και την πολυτέλεια της αυλής των Βερσαλλιών. Τα γλυκά που παρουσιάζονται στην ταινία είναι από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της, καθώς προσφέρουν μια έντονη δόση ομορφιάς και χλιδής μέσα από σκηνές γεμάτες χρώματα και υφές. Μια κανονική γιορτή για τα μάτια. Οι σκηνές γεμίζουν με πύργους από μακαρόν σε παστέλ χρώματα, τάρτες με φρούτα, κρέμες με ζαχαρωτά, τούρτες με περίτεχνα διακοσμητικά και σοκολάτες που μοιάζουν έργα τέχνης. Η επιμέλεια των γλυκών έγινε από τον διάσημο οίκο Ladurée με τέτοιο τρόπο, ώστε να αντικατοπτρίζει όχι μόνο την πολυτέλεια της εποχής, αλλά και να ενισχύει την αίσθηση του παραμυθιού.

Βέβαια, τα μακαρόν και τα choux που παρουσιάζονται στην ταινία δεν είναι δημιούργημα της αποκεφαλισμένης βασίλισσας των Γάλλων, αλλά μιας άλλης, «εξαγόμενης» βασίλισσας: της Αικατερίνης των Μεδίκων. Γεννημένη στη Φλωρεντία, ανήκε στην ισχυρή οικογένεια των Μεδίκων, γνωστή για την τεράστια συμβολή της στην τέχνη, την πολιτική και τον πολιτισμό της Αναγέννησης. Η Αικατερίνη δεν έφερε στη Γαλλία μόνο μια νέα πολιτική συμμαχία, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Μαζί της ταξίδεψαν συνήθειες, τρόποι σερβιρίσματος, τεχνικές, γεύσεις και μια διαφορετική αντίληψη για το τραπέζι ως χώρο επίδειξης, πολιτισμού και εξουσίας.
Το 1533, η Αικατερίνη παντρεύτηκε τον Ερρίκο Β΄ της Γαλλίας, ενισχύοντας τις σχέσεις μεταξύ της Γαλλίας και της Ιταλίας. Ως βασίλισσα σύζυγος, η Αικατερίνη ήταν αρχικά περιθωριοποιημένη, καθώς ο Ερρίκος ήταν βαθιά ερωτευμένος με την ερωμένη του, Διάνα ντε Πουατιέ. Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Ερρίκου το 1559, η Αικατερίνη ανέλαβε έναν ισχυρότερο ρόλο στη διοίκηση του βασιλείου ως αντιβασίλισσα κατά τη διάρκεια της βασιλείας των γιων της.
Η Αικατερίνη των Μεδίκων, γνωστή για την αγάπη της στη γαστρονομία, έφερε μαζί της από τη Φλωρεντία και τη μοναδική της αντίληψη για την κουζίνα. Εκείνη εισήγαγε τεχνικές που έπλασαν τις βάσεις της γαλλικής ζαχαροπλαστικής και επηρέασαν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο η αυλή αντιλαμβανόταν το φαγητό. Με την επιρροή της, οι αυλικοί μάγειρες άρχισαν να δημιουργούν επιδόρπια που έμελλε να γίνουν θρύλοι της γαστρονομίας. Η ζάχαρη, τα αμύγδαλα, οι κρέμες, οι ζύμες και οι λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στην τεχνική και την απόλαυση συνδέθηκαν σταδιακά με την εικόνα της γαλλικής φινέτσας. Οι γλυκές δημιουργίες της εποχής συνδέθηκαν για πάντα με την κομψότητα της βασιλικής κουλτούρας, αφήνοντας μια παρακαταθήκη που γιορτάζεται μέχρι σήμερα.
Μήπως τελικά η Σοφία Κόπολλα έκανε λάθος και κινηματογράφησε λάθος άνθρωπο;
Διαβάστε επίσης

Βέβαια, δεν μαγείρευε η βασίλισσα. Δεν έμπαινε δηλαδή στην κουζίνα ούτε ανακατευόταν με αλεύρι, αυγά και χυμούς φρούτων. Όμως επέβλεπε, ενέπνεε, απαιτούσε και, κυρίως, δημιουργούσε το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι ζαχαροπλάστες μπορούσαν να πειραματιστούν. Τα μακαρόν, σύμφωνα με την παράδοση, φτιάχτηκαν από ζαχαροπλάστες της αυλής προς τιμήν του γάμου της με τον βασιλιά της Γαλλίας, όπως και τα προφιτερόλ, που αποδίδονται στον Ιταλό ζαχαροπλάστη Ποπελίνι για το απογευματινό της επιδόρπιο. Μάλλον ήταν ένα είδος φαρμάκου για την απογευματινή μελαγχολία της Αικατερίνης, μακριά από τη Φλωρεντία, σε ένα Παρίσι που ακόμη δεν της ανήκε. Μπορεί ο νόστος να της δημιουργούσε μια ανάγκη για γλυκύτητα, για κάτι που να θυμίζει πατρίδα, τελετουργία και ασφάλεια.
Στην ερώτηση τώρα πού τρώμε ωραία μακαρόν στην Αθήνα, νομίζω ότι τα τρώμε στον Οικονομίδη, στη Μέλισσα και στη Μεγάλη Βρετανία. Εκεί μπορεί κανείς να βρει αυτή τη μικρή πολυτέλεια που χωράει σε μια μπουκιά: τραγανή επιφάνεια, μαλακή καρδιά, αρώματα που δεν φωνάζουν αλλά μένουν. Βέβαια, ας μη λησμονήσουμε και τους αγαπημένους εργολάβους, ή αλλιώς τα ελληνικά μακαρόν, οι οποίοι έχουν κοινό με το γαλλικό γλύκισμα την αμυγδαλόψιχα και τη μαρέγκα. Είναι πιο ταπεινοί, πιο λαϊκοί, αλλά έχουν τη δική τους χάρη και μνήμη. Αγαπημένους εργολάβους που να με εντυπωσιάζουν πραγματικά δεν έχω βρει πουθενά, αλλά συνεχίζω την έρευνα με αφοσίωση.

Στο προφιτερόλ τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Ξεχωρίζουν το Mike, το Ρόδον και ο Ανδριάς, γιατί εκεί η σοκολάτα έχει βάθος, η κρέμα δεν είναι αδιάφορη και το γλυκό έχει αυτή την παιδική υπερβολή που χρειάζεται. Βέβαια, αν θέλετε να μπείτε σε κινηματογραφικό κλίμα, μπορείτε να πάτε στο κηφισιώτικο Blue Pine και να ζήσετε την εμπειρία του προφιτερόλ ακριβώς ίδια και απαράλλαχτη όπως την έζησε ο Γιώργος Κωνσταντίνου στα «Χτυποκάρδια στο Θρανίο». Εκεί το γλυκό δεν είναι απλώς επιδόρπιο, αλλά αναφορά, ατάκα, σκηνή και συλλογική μνήμη. Και ίσως αυτό είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον: τα γλυκά, είτε εμφανίζονται σε μια ταινία εποχής είτε σε μια ελληνική κωμωδία, κουβαλούν πάντα κάτι παραπάνω από ζάχαρη. Κουβαλούν ιστορίες, πρόσωπα, εποχές και μια μικρή επιθυμία να μείνουμε λίγο ακόμη μέσα στη σκηνή.