Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Χειροποίητα σουβλάκια, πάστες αμυγδάλου και η Κυψέλη που αντιστέκεται

Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Χειροποίητα σουβλάκια, πάστες αμυγδάλου και η Κυψέλη που αντιστέκεται

Ο Ρεμί αποφάσισε να ανοίξει σουβλατζίδικο και να γιορτάσει το πρωτάθλημα στην Κυψέλη.

Κεφάλαιο 1: Τα χειροποίητα σουβλάκια μου

Ξεκίνησα σιγά σιγά να ανακατεύω κιμάδες από μοσχάρι, χοιρινό και αρνί, για να φτιάξω τα τέλεια κεμπάπ, τα βομβίδια ή τα σουτζουκάκια. Δεν τα καταφέρνω, βέβαια, στο ψιλοκομμένο της ντομάτας και του κρεμμυδιού· βασικά, βαριέμαι ανελέητα. Αλλά στο πιο δύσκολο, στον κιμά, τα έχω καταφέρει, και βέβαια στη σωστή πειραιώτικη σάλτσα, που είναι πικάντικη και έχει κανέλα. Λέω ψέματα ότι οι πίτες είναι χειροποίητες· ψιλοβαριέμαι να ανοίξω φύλλο, αλλά πιάνει το ψέμα. Επίσης, φτιάχνω και τζατζίκι και τέλειες πατάτες, τις οποίες δεν φωτογραφίζω, γιατί στη Λέσχη κάνω μπούλινγκ σε αυτούς που βάζουν πατάτες. Οι επιτροπές είναι για να λένε το σωστό και όχι για να το πράττουν.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Να τονίσω ότι, με την επιτυχία που σημειώνουν τα χειροποίητα σουβλάκια μου και την καθολική αποδοχή της γυναίκας μου, κάθομαι και σκέφτομαι καμιά φορά: δεν θα ήταν φανταστικό να είχα ένα σουβλατζίδικο; «Τα Σουβλάκια του Άτυπου Γραμματέα».

σουβλάκια Ρεμί
© Ρεμί

Μετά το επεξεργάζομαι και σκέφτομαι ότι, αν ήμουν ανοιχτός όλη μέρα και έκανα το ίδιο, μάλλον θα μου σκότωνε τη χαρά της δημιουργίας. Να τονίσω ότι δεν μπορώ τη ζέστη και ότι τα κάρβουνα είναι απαραίτητα.

Μετά λέω: «Εντάξει, θα άνοιγα μόνο Σάββατο και Κυριακή». Και, στο καπάκι, σκέφτομαι: «Όταν οι άλλοι γλεντάνε, εσύ θα φτιάχνεις σουβλάκια…»

Μετά σκέφτομαι μήπως δεν είναι τελικά τόσο επιτυχημένα, αφού δεν τα έχει δοκιμάσει ένας ευρύς κύκλος· μόνο η Λου και κάνα δυο φίλοι περαστικοί.

Τελικά κατέληξα ότι η μονοτονία, ο έρωτας και οι πολλές ένοχες σκέψεις σκοτώνουν την ανούσια επιχειρηματική δημιουργία.

Κεφάλαιο 2: Επιστροφή στην Κυψέλη

Η πίστα απογείωσης κοσμοναυτών, λένε, ξεκινάει στο ύψος της Πατησίων, εκεί που βλέπει κάποιος στα δεξιά το παλιό σινεμά Μπρόντγουαιη και αριστερά, περίπου, τη Φωκίωνος Νέγρη. Έχει ως νοητή γραμμή την Αγίου Μελετίου.

Στο Μπρόντγουαιη είδα το «Underground», σε πρώτη προβολή. Ήμουν Γ΄λυκείου και, μετά, από τη χαρά μου και από το μεθύσι των πλάνων, περπάτησα από εκεί μέχρι την Ομόνοια, για να πάρω το λεωφορείο στο οποίο αφιέρωσαν ολόκληρο τραγούδι οι Στέρεο Νόβα.

Την αγαπώ τη Βικτώρια, την Πατησίων, τη Φωκίωνος. Τέσσερα χρόνια της ζωής μου έσβησαν εκεί, μεταξύ των σινεμά Αλεξάνδρα, Studio, Μπρόντγουαιη και, λίγο, Τριανόν και Αελλώ.

Ράντικαλ
© Ρεμί

Παλιά έλεγα ότι, όταν θα πάρουμε πρωτάθλημα, θα κλείσω ένα δωμάτιο στη Μεγάλη Βρετανία και θα το γιορτάσω βλέποντας την Ακρόπολη.

Τα χρόνια πέρασαν και σκέφτηκα ότι, όταν θα πάρουμε πρωτάθλημα, θα ήθελα να με βρει η επόμενη ημέρα στην Πατησίων και στην Κυψέλη. Ελπίζω να είναι στην παρέα ο μπαμπάς μου, ο γιος μου, που δεν ξέρει τι σημαίνει αυτό και γίνεται πια αντράκι, ο Ανδρέας ο μεγάλος, ο Κάππα, που δεν έφυγε από εκεί ποτέ, και ο Ανδρέας ο μικρός, που ξεκίνησε από εκεί παίζοντας μπάλα, και κάνα δυο περαστικοί γιορτινοί.

Θα πω και στον Χρήστο του «Ράντικαλ», που πήγα χθες, να μου φτιάξει για τον εορτασμό κατσικάκι φρικασέ και, στο τέλος, κουρκουμπίνια.

Αυτό σκέφτηκα προχθές, που πήγα, και ορκίστηκα βαθιά μέσα μου, στα γκρίζα που αρχίζουν να με γεμίζουν, ότι, όταν θα πάρουμε πρωτάθλημα, θα κάνω αυτόν τον εορτασμό και μετά θα κάνω την ίδια πορεία με ενθουσιασμό, από την αρχή της πίστας μέχρι την Ομόνοια και από εκεί στο πατρικό μου, με το λεωφορείο, έχοντας για φυλαχτό το φυλαγμένο, εφηβικό, φθαρμένο κασκόλ μου, τρώγοντας τα υπόλοιπα κουρκουμπίνια του «Ράντικαλ».

Στο «Ράντικαλ» έχουν και ωραία μουσική και είναι και ωραίος ο πεζόδρομος. Γενικά, η Κυψέλη είναι για μένα μια σπουδαία πολυπολιτισμική γειτονιά, όπου συνυπάρχουν λαοί, κουλτούρες και θρησκείες. Ευτυχώς, όσο κι αν προσπάθησαν αρκετοί, ούτε περιθωριοποιήθηκε ούτε έγινε γκέτο.

Κεφάλαιο 3: Πάστα αμυγδάλου

Έβδομη ημέρα σκληρής και εξοντωτικής δίαιτας, γι’ αυτόν τον φασιστικό κανόνα του καλοκαιριού και του διαιτολόγου, ότι πρέπει να είμαι όμορφος, λαμπερός και αδύνατος. Και ξαφνικά βλέπεις αυτήν τη σατανικά υπέροχη πάστα αμυγδάλου στο «Cinapos». Τι κάνεις;

Τρως σαν κύριος μια κουταλίτσα και ο διαιτολόγος σου στέλνει SMS ότι αισθάνεται υπερήφανος.

Την τρως σαν κύριος όλη, αλλά τονίζεις στους παρευρισκόμενους ότι θα μπορούσες να φας μια κουταλίτσα, όμως την έφαγες όλη για να μη στενοχωρήσεις τη σεφ! Ενοχές δεν υπάρχουν σε αυτήν την πράξη και θα σε χειροκροτήσει και ο διαιτολόγος για την ανθρώπινη, ανιδιοτελή πράξη που έκανες.

Πάστα αμυγδάλου
© Ρεμί

Την παίρνεις για να τη γυρίσεις πίσω και μπουκώνεσαι στη διαδρομή. Την εξαφανίζεις, γυρνάς πίσω και λες στους παρευρισκόμενους για τα οφέλη της σωστής διατροφής χωρίς γλυκά. Ο διαιτολόγος σου σε χειροκροτεί και σου λέει ότι του χάρισες την πιο όμορφη μέρα της ζωής του.

Κάνεις ότι την πετάς, αλλά τη βάζεις στο τάπερ. Η ερώτηση «πού βρέθηκε το τάπερ;» δεν μπορεί να απαντηθεί, γιατί βρισκόμαστε σε ένα σουρεαλιστικό δίλημμα! Κανένας δεν θα καταλάβει τι έγινε και κανένας δεν θα ρωτήσει, από ντροπή.

Την τρως, την απολαμβάνεις και σηκώνεις πανό: «Διαιτολόγοι, φονιάδες των χοντρών, μας φάγατε τη ζωή!»

Τελικά την έφαγα όλη και ορκίστηκα από μέσα μου, στον ήλιο του μονότονου καλοκαιριού, ότι θα αγαπώ για πάντα την πάστα αμυγδάλου και τα ασπρόμαυρα πλάνα του Κόπολα στο «Rumble Fish».

Σχετικά άρθρα