Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Ένα τυχαίο δειλινό στην Ψάθα
© Ρεμί

Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Ένα τυχαίο δειλινό στην Ψάθα

Λένε ότι το Πόρτο Γερμενό και η Ψάθα χάθηκαν. Ο Ρεμί αδυνατεί να το πιστέψει (όπως και όλοι μας).

Χθες το πρωί είδα ένα κουπί στην αποθήκη και, σαν να πάτησε κάποιος ένα παλιό κουμπί μέσα μου, ξύπνησε μια ανάμνηση από τα παλιά. Εκεί κατάλαβα πως οι άνθρωποι δεν κρύβουμε τα άχρηστα πράγματα στις αποθήκες επειδή μπορεί κάποτε να μας φανούν χρήσιμα· τα κρατάμε για να μας θυμίζουν ποιοι ήμασταν όταν τα χρησιμοποιούσαμε.

Η ανάμνηση που θα σας περιγράψω δεν έχει πολλές φωτογραφίες· αυτή η μία είναι κλεμμένη από την αδελφή μου. Πριν από είκοσι χρόνια δεν ήμασταν τόσο σοβαροί ώστε να τραβάμε ανεξάντλητες φωτογραφίες. Μας ένοιαζε περισσότερο να ζήσουμε τη στιγμή παρά να την αποτυπώσουμε.

Ήταν οι ήσυχες μέρες του Αυγούστου και οι πρώτες μέρες του απροσδόκητου έρωτα με τη Λου. Ερωτευμένοι και άφραγκοι — ο πιο επικίνδυνος συνδυασμός μετά το «πεινάω, αλλά δεν ξέρω τι θέλω» — αποφασίσαμε να γίνουμε γονείς, για να δούμε πώς θα είναι το μέλλον μας σε είκοσι χρόνια. Μόνο που, αντί για παιδί, πήραμε έναν σκύλο: τον Τζούνιορ.

Αυτός ο καημός των νέων ζευγαριών να θέλουν να γίνουν γονείς με το που γνωρίζονται, χωρίς πρώτα να προλάβουν να χαρούν τον ξαφνικό, παθιασμένο, απροσδόκητο έρωτα, πάντα με ξεπερνούσε. Αντί να ζήσουν λίγο σαν άνθρωποι, να χαθούν σε βόλτες, φιλιά και ανοησίες, βουτάνε κατευθείαν στα καθημερινά προβλήματα και βαφτίζονται γονείς με συνοπτικές διαδικασίες.

Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα ήθελα πρώτα να ήμουν ένας ιδανικός και άξιος εραστής. Ο Τζούνιορ, βέβαια, ήταν ένας ψυχοπαθής αναρχικός σκύλος — τι άλλο θα μπορούσε να είναι το πρώτο «παιδί» δύο άφραγκων ερωτευμένων; Δεν μπορούσε να μείνει μόνος στο σπίτι. Ή έκλαιγε σαν εγκαταλελειμμένος ή κατέστρεφε κάτι, με την αυτοπεποίθηση επαγγελματία εργολάβου κατεδάφισης.

Ένα απόγευμα του Αυγούστου, μετά από βόλτα στο Πασαλιμάνι και κοιτάζοντας τα σκάφη, μου ήρθε η μεγάλη ιδέα: να γίνω καπετάνιος. Πάντα μου άρεσαν τα ταξίδια στην ανοιχτή θάλασσα, οι ορίζοντες, οι άνεμοι, όλα αυτά τα ποιητικά που συνήθως τελειώνουν με ναυτία. Η Λου, πρακτική όπως πάντα, με προσγείωσε αμέσως. Μου θύμισε ότι είμαι «πατέρας» και δεν μπορούμε να κάνουμε σπατάλες. Έτσι μου αντιπρότεινε, με τις τελευταίες οικονομίες μας, να μην πάρω φουσκωτό σκάφος, αλλά μια μεγάλη φουσκωτή βάρκα από τα Jumbo και να κάνουμε βαρκάδα στο Πόρτο Γερμενό μαζί με τον Τζούνιορ.

Στο Jumbo, βέβαια, τα λεφτά έφταναν τελικά μόνο για τη μεσαία φουσκωτή βάρκα. Δεν πτοήθηκα. Οι μεγάλοι καραβοκύρηδες από κάπου ξεκινάνε· άλλος από καρνάγιο, άλλος από ράφι με παιδικά σωσίβια και πλαστικές τρόμπες.

Ξεκινήσαμε για Πόρτο Γερμενό, αλλά μόλις φτάσαμε διαπιστώσαμε ότι γινόταν πανικός. Έτσι είπαμε να πάμε στην Ψάθα. Τι ωραία διαδρομή ήταν εκείνη, από το Πόρτο Γερμενό στην Ψάθα· δρόμος, στροφές, καλοκαίρι και εμείς με μια βάρκα που ακόμη δεν είχε γνωρίσει τη θάλασσα. Στην απεραντοσύνη της Ψάθας απλώσαμε την πρώτη μας βάρκα και αρχίσαμε το φούσκωμα στις πέντε το απόγευμα. Μέχρι τις επτά είχαμε φτάσει στα μισά και η τρόμπα αυτοκτόνησε. Ευτυχώς μας λυπήθηκε ένας κύριος και μας έδωσε τη δική του, αυτόματη τρόμπα — τεχνολογία διαστημικού επιπέδου για τα δεδομένα μας. Τελικά καταφέραμε να μπούμε στη θάλασσα στις οκτώ και να χαρούμε τη βαρκάδα μας μέχρι τις οκτώμισι, γιατί μετά σκεφτήκαμε ότι, αν το ξεφούσκωμα κρατούσε όσο και το φούσκωμα, θα μας έβρισκαν λιπόθυμους στην παραλία της Ψάθας: ένα ζευγάρι, ένας σκύλος και ένα ναυάγιο από τα Jumbo.

Κι όμως, αυτά τα τριάντα λεπτά έμειναν μέσα μου σαν μικρή ταινία. Ένα ζευγάρι με το πρώτο του «παιδί», ένα σκυλί που δεν καταλάβαινε γιατί επιπλέουμε, και το ηλιοβασίλεμα της Ψάθας να τα βάφει όλα με εκείνο το χρώμα που έχουν μόνο οι αναμνήσεις όταν τις θυμάσαι χρόνια μετά. Η γαλήνη της στιγμής, βέβαια, πήγε να καταστραφεί από το ξεφούσκωμα της βάρκας και το κυνήγι των κουνουπιών. Τελικά αποφάσισα να τη σκίσω και να τη βάλω όπως όπως στο πορτμπαγκάζ. Γυρίσαμε πίσω από τα Βίλια, βράδυ πια, γιατί είχα θυμηθεί ότι η μαμά μου μού είχε πει να πάρω φέτα από τον Πλούμπη και γιαούρτι. Ένα από τα γιαούρτια το φάγαμε στον δρόμο, μαζί με λίγο κασέρι και παξιμάδια που πήραμε από εκεί. Βγήκε το βράδυ.

Τι ωραία ανάμνηση ήταν εκείνη η εκδρομή. Τι ωραίες παραλίες ήταν τότε η Ψάθα και το Πόρτο Γερμενό. Πραγματικά λαϊκές παραλίες, με την πιο τίμια έννοια της λέξης: καθόσουν όπου ήθελες, άπλωνες την πετσέτα σου χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό, και κανείς δεν σου ζητούσε τίποτα. Η μοναδική προσοχή που έπρεπε να έχεις ήταν οι αχινοί — και, όπως αποδείχθηκε, οι φουσκωτές βάρκες με υπερβολικές φιλοδοξίες.

Σήμερα καθάρισα την αποθήκη και την άδειασα τελείως. Κράτησα μόνο το κουπί. Μπορεί να μεγάλωσα αρκετά από τότε, μπορεί τα καλοκαίρια να μη μοιάζουν πια τόσο ατελείωτα, μπορεί οι αποθήκες να γεμίζουν πιο εύκολα απ’ όσο γεμίζει η ζωή μας με αληθινές στιγμές· αλλά δεν θα αφήσω τον χρόνο και τις ειδήσεις να μου κάψουν τις αναμνήσεις. Λένε ότι το Πόρτο Γερμενό και η Ψάθα χάθηκαν. Αδύνατο να το πιστέψω και αρνούμαι να πάω να το δω!

Σχετικά άρθρα