Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Ιστορίες για μηλόπιτες, προφιτερόλ και σαραγλάκια
Μια προσωπική διαδρομή μέσα από γεύσεις, αναμνήσεις και μικρές ιστορίες που συνδέου αγαπημένα γλυκά με τη μνήμη.
Περιεχόμενα
Είναι λίγο σπάνιο να σου πει ένας άνθρωπος ότι λατρεύει το μήλο και ότι είναι το αγαπημένο του φρούτο, όταν υπάρχουν τόσα φαντασμαγορικά φρούτα στην αγορά. Εγώ όμως το λατρεύω. Καταρχάς, με το μήλο φτιάχνεις τη μηλόπιτα, το γλυκό αυτού που δεν ξέρει να κάνει γλυκά, όπως η μαμά μου, που έχει σχέση με τα γλυκά όση έχω εγώ με τον ρεαλισμό.
Όταν γύρναγα σπίτι και της έλεγα τα κατορθώματα των άλλων μαμάδων στη ζαχαροπλαστική —που φτιάχνανε κέικ, κρέμες, γλυκά ταψιού—, αυτή τότε σκαρφίστηκε να μου φτιάξει μια μηλόπιτα, το γλυκό της Πριγκίπισσας Σίσσυς της Αυστρίας και του Αυτοκράτορα, όπως μου το παρουσίασε.
«Εντυπωσιάστηκα εγώ. Κοίτα να δεις τι τρώνε οι αυτοκράτορες! Μαμά, τόσο φθηνά υλικά βάζουν αυτοί; Μήλο που βάζει ο παππούς στο κρασί του;»
«Δεν είναι σαν το μήλο του παππού σου. Αυτοί τρώνε ειδικά μήλα που παράγγειλα και έδωσα μια περιουσία γι’ αυτό τον λόγο», μου αποκρινόταν.
Πού να καταλάβει ο μικρός Ρεμί με τις τόσες ποικιλίες μήλου που υπάρχουν; Έτσι, λοιπόν, οι πρώτες μηλόπιτες ξεκίνησαν σε παραγωγή. Αφού μετά βαρέθηκε να φτιάχνει φύλλο, άρχισε να παίρνει φύλλα σφολιάτας και να τα γεμίζει με μήλο, σταφίδα και κανέλα. Τα σκέπαζε και έκανε τη σκεπαστή μηλόπιτα.
Αυτή τη χαζομάρα μπορεί τώρα να μην την πιστεύω, αλλά στη Βιέννη έψαχνα μηλόπιτα-στρούντελ και δεν υπήρχε πουθενά. Απόλυτη κυριαρχία των Ιταλών — γεμάτο τζελάτο και κανόλι. Στρούντελ βρήκα μόνο στο παλάτι της Σίσσυς και ήταν όνειρο. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Κάπου στο ψέμα υπάρχει και μια αλήθεια!
Κεφάλαιο 1: Ένα ξινόμαυρο τη μέρα
Τα καλοκαίρια λάτρευα να κάθομαι με τον παππού μου. Κάθε βράδυ έκανε την ίδια ιεροτελεστία: καθόταν μόνος του και έπινε ένα ποτήρι (έτσι έλεγε για τον αριθμό) κόκκινο κρασί. Έβαζε στο ραδιόφωνο να παίζει Δεύτερο Πρόγραμμα και καθάριζε ένα ξινόμηλο για αυτόν και, όταν ήμουν κι εγώ, ένα δεύτερο για εμένα. Όταν δεν μας έβλεπε κανείς, μου έφερνε κι εμένα ένα ποτήρι και μου έβαζε λίγο κρασί.
«Το ξινόμηλο πάει μόνο με ξινόμαυρο», μου έλεγε.
Χωρίζαμε το μήλο σε τέσσερα κομμάτια. Τα τρία τα τρώγαμε γρήγορα, αφού τα πασπαλίζαμε με κανέλα — «γιατί κάνει καλό στην υγεία», μου έλεγε. Το τέταρτο το ρίχναμε στο ξινόμαυρο, για να πάρουν άλλη γεύση και το μήλο και το κρασί. Δεν με άφηνε, βέβαια, να πίνω ούτε τις σταγόνες ούτε να τρώω το μήλο. Πάντα περίμενα καρτερικά να τον πάρει ο ύπνος στην καρέκλα και να δοκιμάσω το μήλο με τις σταγόνες ξινόμαυρου.
Μου άρεσε αυτή η αίσθηση της έκπληξης που μου έδινε κάθε φορά που το έτρωγα· ήταν σαν να με ψήλωνε. Όταν το έτρωγα, τον ξύπναγα και έβαζα τα ποτήρια στο νεροχύτη για να μην το καταλάβει.
«Παππού, ξύπνα.»
Αυτός άνοιγε τα μάτια του έκπληκτος.
«Παππού, τι κρασί είναι αυτό;» τον ρωτούσα πάντα ανήξερος, ενώ το διάβαζα στο μπουκάλι.
«Ξινόμαυρο Νάουσας, το καλύτερο κρασί στον κόσμο», μου έλεγε νυσταγμένος.
Μετά από λίγο σηκωνόταν, με φίλαγε στο κεφάλι και πήγαινε προς το δωμάτιό του, και άρχιζαν τα ροχαλητά.
Μόλις τον άκουγα, σκεφτόμουν συνέχεια το ίδιο πράγμα: το καλύτερο τελικά κρασί στον κόσμο σε κοιμίζει στο λεπτό. Φαντάσου να το δοκιμάζαμε και με τα αυτοκρατορικά μήλα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Κεφάλαιο 2: Προφιτερόλ «Ρόδον»
Η βόλτα στην Αθήνα συνεχίζεται, με σύμμαχο τις πληροφορίες που στριφογυρίζουν σαν μόρια μέσα στο μυαλό μου για μια μεγάλη περιπλάνηση.
Μάλλον καταλήγω ότι η πιο χρήσιμη πληροφορία είναι αυτή της εφήμερης απόλαυσης. Οποιαδήποτε άλλη πληροφορία, άλλο συμπέρασμα, άλλη γνωστοποίηση, νομίζω με τρομάζει. Δεν θα ήθελα να ξέρω τίποτα άλλο. Εξάλλου, τι σημασία έχει να ξέρεις τι θα γίνει; Αν δεν το βάζεις κάτω, το σύμπαν αλλάζει.
Η άλλη μια βροχερή ημέρα μού δημιουργεί όρεξη για άτυπα, ανόητα φιλοσοφικά συμπεράσματα και με διώχνει από το γραφείο με τις φοντανιέρες με τις καριόκες, για να βρω σοκολατένιες πεδιάδες. Δεν σας κρύβω ότι θα ήθελα να είχα ανακαλύψει το «Ρόδον» και το προφιτερόλ του, να το έγραφα και να μου λέγατε «μπράβο, κ. Ρεμί!». Μάλλον ποτέ δεν θα ξεπεράσω ότι μου δημιουργείται μια ηδονική χαρά με αυτή την άτυπη επιβράβευση, όσο κι αν θέλω να λέω ότι δεν με ενδιαφέρει. Η Λου λέει ότι είμαι Αιγόκερως.
Βέβαια, δεν είμαι αφελής, γιατί ξέρω ότι για όλα υπάρχει τελικά κάτι καταγεγραμμένο. Το θέμα είναι να το ξεσκονίσεις και να το υπενθυμίσεις.
Σε έναν δρόμο στα Σεπόλια, παράλληλο σχεδόν της Δυρραχίου, στην Αυλώνος 42, υπάρχει από το 1972 ένας παράδεισος με αέρινο προφιτερόλ. Ένα προφιτερόλ που το βρίσκεις είτε ατομικό είτε σε μεγάλη τούρτα. Την τούρτα την πας δώρο σε μια επίσκεψη και φουσκώνεις σαν παγώνι όταν θα πέσουν πάνω της, θα την εξαφανίσουν και θα γουργουρίζουν από χαρά.
Το ατομικό το παίρνεις και περπατάς μέσα στο γκρίζο, και είναι σίγουρο ότι με την πρώτη κουταλιά θα λάμψει το βλέμμα σου σαν μεγάλο διαμάντι.

Κεφάλαιο 3: Σαραγλάκι και Χρυσαλιφούρφουρο
Χθες το απόγευμα ήρθε ένας φίλος μου στο γραφείο, ένα γραφείο που δεν έχει κάποιο λόγο και ουσία· έχει δύο φοντανιέρες με καριόκες και σοκολατάκια, ένα πικάπ με τρεις δίσκους, και κάθομαι και ακούω λέξεις από φίλους. Να τονίσω ότι μου έχει χαλάσει η βελόνα από το πικάπ και βολεύομαι με το YouTube· απλώς με πιάνει μια τσιγκουνιά και δεν πληρώνω συνδρομή.
Θα μπορούσα να βάλω έξω στην πόρτα «Ρεμί», αλλά προτίμησα το τίποτα.
Ο φίλος μου έφερε σαραγλάκια και μια ωραία γλάστρα με ένα περίεργο, παράξενο φυτό. Δεν τα πάω καλά με τα φυτά, γιατί είμαι αφηρημένος. Τα σαραγλάκια, τα δύο τα έβαλα στις φοντανιέρες· το ένα το κράτησα για τη Λου. Το δεύτερο παρακάλεσα τον φίλο μου να το τραβήξει σε βίντεο, γιατί είμαι ένας άτυπος χαζοχαρούμενος ινφλουένσερ: να το κόβω με το μαχαίρι στα δύο. Αφού τα χώρισα, το ένα το κράτησα για εμένα, το άλλο το έδωσα σε αυτόν. Τη γλάστρα με το παράξενο φυτό που θύμιζε τριαντάφυλλο την άφησα στο γραφείο μου.
Το επόμενο πρωί που πήγα σε αυτό το γραφείο, το λουλούδι είχε γίνει χρυσόσκονη. Μου ήρθαν δάκρυα και μου ήρθε στο μυαλό…
Φύσα, φύσα το χρυσαλιφούρφουρο Που κρατάς την άνοιξη στο χέρι Κι αχ! αν γίνει σκόνη και χρυσόσκονη Κάποιον αγαπάς και δεν το ξέρει
Άνοιξα τη φοντανιέρα μου και έφαγα άλλο ένα σαραγλάκι και θυμήθηκα ότι αυτό που με κρατάει ζωντανό στην έπαρσή μου είναι η φαντασία.