Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Κεφτεδάκια και γαλακτομπούρεκα

Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Κεφτεδάκια και γαλακτομπούρεκα

Όλα διατηρούνται όταν μένουν στην καρδιά.

Όταν μεγαλώνεις συνδέεις τα φαγητά με τα πρόσωπα: εγώ συνδέω τη μαμά μου με κοτόπουλο με ρύζι, την γιαγιά μου από την πλευρά της μαμάς με κεφτεδάκια, την άλλη γιαγιά με γαλακτομπούρεκο, την Λου με κανελόνια. Το τελευταίο βέβαια είναι ψέμα αλλα επειδή ζω στο ίδιο σπίτι έπρεπε να το αναφέρω γιατί δεν θέλω ο κόσμος να πιστεύει ότι η Λου είναι καμιά ακαμάτρα· βέβαια δεν την ερωτεύτηκα για τα κανελόνια της αλλά για τα μάτια της. Μάλλον τη ματιά της. Πριν 20 χρόνια βέβαια μου εφτιαχνε κανελόνια· από τότε αγνοείται το φαγητό αυτό. Ήταν για να με ρίξει!

Την σύνδεση με το φαγητό την έχω και με μέρη: σκέφτομαι μια εικόνα ενός φανταστικού μέρους και γυρνάω λίγο την εικόνα και πάντα υπάρχει και ένα απίστευτο φαγητό Για να αγαπήσω απόλυτα ένα μέρος πρέπει να είναι και απόλυτο το φαγητό.

Θα σταθώ όμως στα κεφτεδάκια και στο γαλακτομπούρεκο σαν πιο δυνατές μνήμες. Αν και το αγαπημένο μου φαγητό είναι το κοτόπουλο με ρύζι και μάλιστα δεν σας κρύβω ότι έχω και ένα οπτικό πάθος να βλέπω στο TikTok έναν Τούρκο που βάζει ρύζιακαι (συνήθως) κοτόπουλο σε κούπες . Αν και εύκολα καταλαβαίνεις ότι πρέπει να είναι μια νερόβραστη ανοησία, εγώ το κοιτάζω με τέτοια προσήλωση που δεν πρέπει να είχα όταν έβλεπα το «Stalker» του Ταρκόφσκι!

Κεφάλαιο 1: Κεφτεδάκια

Κεφτεδάκια

Τα κεφτεδάκια με δυόσμο είναι σαν τα παλιά λεωφορεία των ΚΤΕΛ των καλοκαιρινών μπάνιων, που κάνανε διαδρομή 40 χιλιομέτρων σε 2.5 ώρες. Αν το σκεφτείς, υπάρχει πιο φανταστικο φαγητό από τα κεφτεδάκια τηγανητά με πατάτες τηγανητές; Το αγαπουν όλοι εκτός από τον γιο μου. Θέλω να του κάνω test DNA αλλά όταν τον κοιτάζω είναι σαν να βλέπω τον εαυτό μου, οπότε απλά αναρωτιέμαι τι πήγε λάθος σε αυτήν την γενιά.

Μια που το χρόνο δεν μπορώ να γυρίσω πίσω και να περιμένω την γιαγιά να τηγανίσει τα κεφτεδάκια και τις πατάτες, ψάχνω να βρω τους κεφτέδες της στην επικράτεια! Κάθε φορά που τους βρίσκω είναι σαν να μπαίνω σε ένα μαγικό Κτελ τότε που ο οδηγός άκουγε Μαρινέλα, ενώ εγώ θα ήθελα να ακούω Τρύπες.

Στο τάπερ η γιαγιά είχε πάντα πίτα και κεφτεδάκια, τα οποία είχαν γίνει σχεδόν βραστά και ψωμί λευκό πολυτελείας· αυτό το λαστιχωτό, το οποίο άνοιγε η γιαγιά και έριχνε όσους κεφτέδες χωρούσε και κασέρι. Να τρως μπουκιά και να θέλεις ενάμισι λίτρο νερό για να κατέβει από τον οισοφάγο…

κεφτεδάκια

Η αλήθεια είναι ότι μόλις τα βλέπω σε κατάλογο τα επιλέγω πάντα, γιατί είναι η μία μορφή σύνδεσης. Πότε μια απλή μπουκιά πότε όλα μαζί σε μία: λίγο κεφτεδάκι, λίγη παταάτα αν έχει και κάτι από τζατζίκι, τυροκαυτερή, τομάτα ή φέτα. Φανταστική πιρουνιά και μπουκιά!

Βασικά σήμερα ήθελα να μπω σε ένα ΚΤΕΛ με  κεφτεδάκια, λαστιχένιο ψωμί και κασέρι, να παώ στη θάλασσα και προς το βράδυ να στήναμε μια μεγάλη οθόνη και να βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα και μαζί Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ!

Aγαπημένα κεφτεδάκια που έχω φάει, γιατί έχουν και πατάτες τηγανητές, είναι στο «Koutso and co», στην «Ταβέρνα Ερμού», στο «Μεδούλι» (έχουν και κόκκινη σάλτσα). Ωραίους κεφτέδες αλλά από προβατίνα φτιάχνει ο «Zohos», απίθανα κεφτεδάκια έχουν οι «Ταβέρνα Οικονόμου» και «Αισώπου Μύθοι», ενώ ωραίοι είναι και οι αρνίσιοι του «Deos»!

Κεφάλαιο 2: Γαλακτομπούρεκο

Ποιο είναι το τέλειο γαλακτομπούρεκο για μένα; Δεν ξέρω, αλλά έχω τέσσερα αγαπημένα και το καθένα κρύβει από μια ιστορία. Σίγουρα το τέλειο γαλακτομπούρεκο πρέπει να έχει κριτσανιστό φύλλο και κρέμα μεστή, χωρίς γρομπαλάκια.

Η γιαγιά μου η άλλη έφτιαχνε ένα απίστευτο γαλακτομπούρεκο και πετύχαινε πάντα τις ισορροπίες του. Το έφτιαχνε πάντα στη γιορτή του πατέρα μου, δεν θυμάμαι άλλες μέρες ή άλλους μήνες να ασχολείται μαζί του. Συνήθως ήταν τσακωμένοι πριν και μάλλον το έκανε επίτηδες, για να λειτουργήσει καλύτερα η χημεία και να δέσει το σιρόπι.

γαλακτομπούρεκο

Όταν ξαφνικά η γιαγιά ένιωσε ότι δεν μπορούσε να το φτιάχνει τέλειο, σταμάτησε και την παρακαλάγαμε. Μάλιστα, δεν έδειχνε καμία διάθεση να περάσει τη συνταγή στις επόμενες γενιές. Την είχε στα τετράδιά της, σχεδόν κωδικοποιημένη και ελλειπή. Μετά από χρόνια κατάλαβα ότι με το γλυκό αυτό η γιαγιά θεμελίωνε τη σχέση της με τον γιο της, το έφτιαχνε σε στιγμές πολέμου, ανησυχίας και επιβράβευσης. Όταν είδε ότι ο πατέρας μου είχε μπει με ασφάλεια στις ράγες της ζωής και ότι δεν είχε ανάγκη, σταμάτησε τη σύνδεση αυτή, γιατί δεν υπήρχε κάποιος ιερός σκοπός πια, ούτε λόγος να μπλέκει με αυτό το μπελαλίδικο γλυκό.

Αρχίζω να πιστεύω ότι οι μανάδες, σε καιρούς δύσκολους, πάντα δημιουργούν φαγητά σύνδεσης με τα παιδιά τους και όταν αισθανθούν ήρεμες, αυτά τα φαγητά τα παίρνει ο αέρας και γίνονται αναμνήσεις.

Δυστυχώς, λόγω του γαλακτομπούρεκου της γιαγιάς τα στάνταρ μου για το μοναδικό αυτό γλυκό είναι υψηλά. Αγάπησα όμως άλλα τρία γαλακτομπούρεκα μετά από αυτό.

Το δεύτερο το έφαγα στη λίμνη Ευβοίας, μετά από οικογενειακή βόλτα, βλέποντας το ηλιοβασίλεμα. Ήμασταν άφραγκοι εκείνη την περίοδο και προσπαθούσαμε να γλυκάνουμε τη μοίρα μας με τα τεράστια κομμάτια εκείνου του ζαχαροπλαστείου.

Το τρίτο ήταν από το ζαχαροπλαστείο που βρίσκεται στο λιμάνι της Καλύμνου – μύριζε όλος ο τόπος φρέσκο γάλα και βούτυρο. Ήταν αφράτο, με πολύ κρέμα και απίστευτα μελωμένο. Στις καλοκαιρινές οικογενειακές μας διακοπές κάθε βράδυ δοκιμάζαμε αυτήν τη λιχουδιά και ακούγαμε με την ίδια έκπληξη τον ιδιοκτήτη να λέει ότι έστελνε αυτό το γαλακτομπούρεκο στην Αμερική αεροπορικώς. Το έκανα εικόνα να ταξιδεύει με το χάρτινο περιτύλιγμα και συνοδεία σωματοφυλάκων και να φτάνει σε ένα Τζον Πάπας στο Ιλινόις. Τον Τζον να το ανοίγει, να το βρίσκει άθικτο, να δοκιμάζει με μια πιρουνιά όλη τη γεύση της πατρίδας του και να λέει με νοσταλγία και δάκρυα στα μάτια στους εμβρόντητους υπαλλήλους: «Αυτό είναι το καλύτερο γλυκό του κόσμου, το καλυμνιώτικο γαλακτομπούρεκο».

γαλακτομπούρεκο

Το τέταρτο γαλακτομπούρεκο που μου έχει μείνει είναι του «Κοσμικόν» που έφερνε ο θείος μου στη γιορτή της μαμάς μου, το οποίο το έπαιρνε μόνο από το μαγαζί του Αγίου Νικολάου. Πιστεύω ότι και δίπλα μας να άνοιγε κατάστημα το «Κοσμικόν», θα προτιμούσε να πηγαίνει στου Αγίου Νικολάου, γιατί εκεί φτιάχνουν το αυθεντικό, έλεγε. Ο πατέρας μου «εξαφάνιζε» αυτό το γαλακτομπούρεκο γιατί προσπαθούσε να καταλάβει αν έμοιαζε με της γιαγιάς μου.

Βέβαια, έχει δοκιμάσει πάνω από 3000 κομμάτια και ακόμα δεν έχει καταλήξει. Πιστεύω ότι κάθε φορά που τρώει οποιοδήποτε γαλακτομπούρεκο προσπαθεί να βρει ξανά τη σύνδεση με την ειρήνη και την αγάπη που του πρόσφερε το γλυκό της μητέρας του.

Αν είχε προβλέψει ποιο θα ήταν το τελευταίο ταψί που θα του έφτιαχνε, δεν θα το πείραζε ποτέ, θα το διατηρούσε και θα το κοίταζε κάθε μέρα.

«Μα, Ρεμί, το γαλακτομπούρεκο δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ».

Όλα διατηρούνται όταν μένουν στην καρδιά.

Σχετικά άρθρα