Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Κλεμμένα ΚΛΙΚ και απορίες για τις κριτικές εστιατορίων

Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Κλεμμένα ΚΛΙΚ και απορίες για τις κριτικές εστιατορίων

Ο Ρεμί είναι και όχι μόνο απεγνωσμένος, αλλά και διχασμένος απέναντι στους κριτικούς και τις κριτικές τους. Τουλάχιστον εξακολουθεί να τρώει καλά.

Καπου το 1990 μάζευα τα εξώφυλλα του ΚΛΙΚ, τα έκλεβα από τον ξάδελφό μου και τα κολλούσα στο δωμάτιό μου. Φύγανε το 1999 όταν ο τοίχος ράγiσε από τον σεισμό. Εννιά χρόνια ξυπνούσα και κοιμόμουν με τα εξώφυλλα και με τον Κλικ fm.

Τον κ. Άρη τον γνώρισα την δεκαετία του 2000, όταν μπήκε στα γραφεία του Capital 96.3 του Γιώργου Πολυχρονίου για να δημιουργηθεί ο Κλικ on Capital. Δεν ήμουν παραγωγός στο Capital· ένας τσαπατσούλης στο γραφείο δημοσίων σχέσεων ήμουν που με κρύβανε σε δικό μου γραφείο και ο κ. Άρης νόμιζε ότι άνηκα στην διοίκηση, εξάλλου δικό μας γραφείο στο Capital είχα εγώ και η οικονομική διευθύντρια. Η διαφορά μας ήταν ότι ήμουν πιο χαμηλόμισθος ακόμα και από την κύρια Μαριγώ που καθάριζε τα γραφεία μας.

Αν τον πετύχω καμιά φορά στα γραφεία θα τον ρωτήσω αν το θυμάται ή μόνο έεγώ έχω έξω από το εφηβικό μου δωμάτιο στο πατρικό ακόμα το αυτοκόλλητο της εκείνης συνεργασίας.

Δεν ξέρω τι ακριβώς σήμαινε το ΚΛΙΚ του τότε, πάντως τόσα sexy εξώφυλλα για ένα έφηβο ήταν μυστική πηγή γνώσης. Το ΚΛΙΚ έφερε μια επανάσταση στην τότε κλειστή κοινωνία της χώρας και ελπίζω τώρα στη νέα version να συνεχίσει αυτό που άφησε κάποια στιγμή στην μέση.

Εγώ θα συνεχίσω να μην κρίνω με βαθμολογίες τις γεύσεις, γι’ αυτό αυτοονομάστηκα «άτυπος» – οι άτυποι, να ξέρετε, δεν έχουν καμία ευθύνη, λατρεύουν να λένε και να ακούνε ψέματα γιατί, ως άτυποι, δεν πιστεύουν ότι λένε κάτι τυπικό. Εξάλλου δεν μπορούσα να καταλάβω πώς μπορείς να βαθμολογείς από το 1-10. Δηλαδή πώς βγαίνει το 7.7· διαιρείς κάτι και βγαίνει αυτό. Θεωρώ κάπου χαζό να βαθμολογείς η να βάζεις σε ένα κουβά το «Delta» με το «Ουζερί η Λέσβος». Εκτός που τα χωρίζει η άβυσσος, υπάρχει και μια διαφορά ορατή στην τιμή. Βέβαια αν χαλάς άνετα για ένα δείπνο 600€ τα 2 άτομα τότε οπου πάς κάτω από αυτό το θεωρείς τίμιο. Πόσοι όμως δίνουν τόσα λεφτά για δείπνο; Ποιον αφορά αυτό; Εκτός από 1000-1500 ανθρώπους. Αν γράψεις για το «Delta», π.χ., και στο καπάκι γράψεις για την «Λέσβο» και βάλεις βαθμολογία 10 στο ένα και στο άλλο 9. Δηλαδή η διαφορά αυτών των δύο είναι ο ένας βαθμός;

Αυτό το «όλα σε έναν κουβά» είναι λίγο πρόχειρο. Γιατί, πώς κρίνεις ένα φαγητό; Τι σημαίνουν οι εντάσεις και ότι έχει ένα υλικό που λες ότι δεν ταιριάζει; Για εμένα τα πράγματα είναι απλά: ήταν νόστιμο αυτό που έφαγες; Ήταν λιχουδιάρικο; Σου ήρθαν συναισθήματα χαράς ή δάκρυα; Πέρασες ωραία στο εστιατόριο εκείνη τη μέρα που πήγες; Σου έβγαζε το μαγαζί κάτι συναισθηματικό; Ή είχε μια διάθεση εντυπωσιασμού; Δεν γίνεται για όλα να ξεκινάς από την ίδια αφετηρία.

Ακόμα κι εγώ, που το μυαλό μου είναι σε μια γενική ανακατωσούρα και αγαπώ τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου το ίδιο με το «Superbad», αγαπώ το «Drakoulis» και τον εξωτερικό χώρο του «Mirlo» εξίσου, δεν τα βάζω όλα σε έναν κουβά, γιατί το καθένα μού δημιουργεί ένα διαφορετικό συναίσθημα. Αν καταλήγουν όλα στον ίδιο συναισθηματικό ποταμό, δεν μπορώ να τα καταλάβω.

Αγαπώ το μονοπλάνο που κάνει ο Tεό στην Εύα Κοταμανίδου, όπως αγαπώ και τον τρόπο που εξηγεί ο ΜακΛάβιν στο «Superbad» πώς θα πάρουν αλκοόλ από το σούπερ-μάρκετ. Αλλά δεν έβαλα βαθμολογία στον «Θίασο» και στο «Superbad» 10 . Δεν είναι το ίδιο κι ας τα αγάπησα εξίσου.

Αυτήν την εβδομάδα πήγα σε δύο εστιατόρια, στο «Καφενείο» και στο «ΦΙΤΑ»

Καφενείο
Παραμένει αρχοντικό το «Καφενείο» και με τη νέα διεύθυνση © Ρεμί

Κεφάλαιο «Καφενείο»

Θα ήθελα να σας αναφέρω ότι δεν είχα επισκεφτεί ποτέ αυτό το εστιατόριο-μουσείο που υπάρχει από το 1987. Βέβαια δεν σας κρύβω ότι θα ήθελα να είχα μια ιστορία από τις ένδοξες ημέρες που σύχναζαν εκεί ζωγράφοι και ποιητές. Μόλις μπεις στον εσωτερικό χώρο νομίζεις ότι οι τοίχοι μιλάνε και αν καθίσεις συγκεντρωμένος μπορεί να βρεθείς σε ένα αναπάντεχο ταξίδι στο χρόνο και είναι φανταστικό.

Πριν ξεκινήσω να γράφω για τις γεύσεις , θα ήθελα να πω και ένα δημόσιο μπράβο στην νέα ιδιοκτησία που δεν αλλοίωσε τον χαρακτήρα του εστιατορίου και κράτησε και τις γεύσεις του και τις τιμές του και δεν τσιμέντωσε και καθάρισε την πατίνα του χρόνου. Ενώ έφερε στο εστιατόριο μια νόστιμη και εξαιρετική μαγείρισσα, την Κυριακή Φωτοπούλου, που ξέρει να μαγειρεύει σωστά τις μνήμες μας.

Στην ερώτηση «καλά εσύ που ξέρεις πώς ήταν αφού δεν έχεις πάει», θα ήθελα να αναφέρω ότι μου το εκμυστηρεύθηκε μια λαμπερή κυρία 87 Μαρτίων από την Πόλη που καπνίζαμε μαζί έξω. Της είπα ότι θα την χρησιμοποιήσω σαν πηγή, συμφώνησε με χαρά, αλλά μου είπε να μην γράψω ότι καπνίζει γιατί θα της φωνάζει ο γιος της που είναι υστερικός αντικαπνιστής και δεν αντέχει τις φωνές του.

Η λαμπερή αυτή κυρία μου αποκάλυψε επίσης να πάρω λαχανοντολμάδες και κεφτέδες γιατι τώρα τους κάνουν καλυτέρους. Δεν την υπάκουσα τυφλά, αλλά πήρα λαχανοντολμάδες και γιουβαρλάκια· θα ήταν κάπου υπερβολή να πάρω τρία πιάτα με κιμά. Τα δύο πρώτα πιάτα είναι τα αγαπημένα της Λου και είναι τα πιάτα σύνδεσης με την γιαγιά της. Εγώ ήθελα το αρνάκι με τις χυλοπίτες όχι γιατι το έφτιαχνε η γιαγιά μου, αλλά έχω τρέλα με τα αμνοερίφια από πάππου προς πάππου. Να σταθώ ότι έχει και υπέροχους κολοκυθοκεφτέδες και το τέλος σε βρίσκει μάλλον με το καλύτερο μωσαϊκό που έχεις φάει ποτέ.

Το καφενείο είναι τίμιο και σε γεύσεις και σε τιμές, πολλοί θα πάνε μεσημέρι και εγώ μεσημέρι πήγα. Αλλά νομίζω ότι το βράδυ που θα είναι πιο ήρεμα θα είναι πιο απολαυστικό. Τίμιο φαγάκι και τοίχοι που κρύβουν μυστικά να ψιθυρίζουν. Τι άλλο θες;

ΦΙΤΑ
Λιχουδιάρικο φρικασέ χοιρινό στο «ΦΙΤΑ» © Ρεμί

Κεφάλαιο «ΦΙΤΑ»

Το «ΦΙΤΑ» αν ήταν ποδοσφαιριστής θα ήταν πάντα ένας ποδοσφαιριστής που πάντα θα ήταν 7.5 το απόλυτο εργαλείο στο πρωτάθλημα. Δεν θα σε απογοητεύσει ποτέ. Δεν είναι ότι θα ανακαλύψεις την Αμερική από τις γεύσεις του, αλλά αν με ρωτήσουν σε ποιο εστιατόριο να πάνε ελληνικών γεύσεων, θα είναι ανάμεσα στις απαντήσεις μου. Βασικά θα το προτείνεις και δεν θα ακούσεις καμία κατάρα, μόνο ευχές. Επειδή με το ποδόσφαιρο λίγο πληγώνομαι, θα πω ότι είναι ο Τζέριαν Γκραντ των εστιατορίων.

Είναι σπουδαίος μάγειρας ο Δημητριάδης αλλά και ρομαντικός αρτοποιός, Βέβαια μόνο αν είσαι ταπεινός και σπουδαίος έχεις την επίγνωση και την γνώση ότι το τραπέζι ξεκινά με το κεφάλαιο «Ψωμί». Η χαζομάρα βέβαια που μπορείς να πάθεις στο «ΦΙΤΑ» είναι ότι μπορεί να ασχοληθείς με το ψωμί τόσο πολύ που στο τέλος να χορτάσεις από αυτό. Ψωμί, λαδένια, λάδι και τυροκαυτερή μετά έρχονται τα chips και καπου εδώ ολοκληρώνεται η ευτυχία. Η τάρτα από ταρτάρ δεν με συγκίνησε ιδιαίτερα και ο λόγος είναι ότι μετά από τέτοια έπη από ζύμες μου φάνηκε πιο flat.

Tα γεμιστά ζυμαρικά με την ελαφριά κρεμούλα και το μανιτάρι ήταν αέρινα και δίνανε. Το απόλυτο της γεύσης ήρθε από το χοιρινό αυγολέμενο, δεν έχω ξαναδοκιμάσει ξανά τέτοια κρέμα αυγολέμονου. Ήταν λιχουδιάρικη και ήθελες να ζητήσεις και άλλο από αυτό το επικό ψωμί και την επόμενη μου ημέρα να την περάσω με την ακρογωνιαία πράξη της ελληνικής γευστικής παράδοσης: βούτες στην σάλτσα. Ψωμί σε υπέροχες σάλτσες. Τόσο πολύ που σκότωσε το πιάτο με την σελινόριζα. Αν  ήμουν ένας τυπικος γαστρονομικός συντάκτης σίγουρα θα του έδινα άλλη σημασία, αλλά το χοιρινό αυγολέμενο ήταν σαν το γκολ του Σανμαρτεάν στην Νέα Σμύρνη με τον Πανιώνιο: ήταν ποιήση. Τα γιουβαρλάκια συνέχισαν την καλη παράδοση και την ομαλότητα στο τραπέζι και έφεραν άλλη μια ευτυχία. Θα πω ιερόσυλα ότι με το λάχανο από πάνω μου έβγαζε σε γεύση ένα πεντανόστιμο λαχανοντολμά.

Τα γλυκά του ΦΙΤΑ είναι απολαυστικά και η εξαίσια πάστα αμυγδάλου και το εκμέκ. Με το «ΦΙΤΑ» δεν απογοητεύεσαι, απεναντίας υπάρχουν και φορές που σε πάει μακρυα.

Σχετικά άρθρα