Ο Ρόμπερτ Πάτινσον από την καλή και την ανάποδη
Τώρα είναι ο Αντίνοος, κάποτε όμως ήταν ο Έντουαρντ Κάλεν και ενδιάμεσα... πολλοί άλλοι και όλοι ενδιαφέροντες.
Περιεχόμενα
Πίσω στο 2008, το λογοτεχνικό φαινόμενο του «Λυκόφωτος» της Στέφανι Μέγιερ μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη. Ο 21χρονος Ρόμπερτ Πάτινσον πουδραρίστηκε, ακόνισε τους κυνόδοντές του και προετοιμάστηκε για να παίξει σε ένα από τα πιο εμπορικά επιτυχημένα πρότζεκτ του 21ου αιώνα. Δεν το γνωρίζαμε ακόμη, αλλά αυτή ήταν απλά μια συμβατική είσοδος σε μία αντισυμβατική καριέρα που θα απογειωνόταν με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Με την ερμηνεία του στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν να ξεχωρίζει ανάμεσα σε ένα άπιαστο καστ, κοιτάμε προς τα πίσω στις επιλογές που μετέτρεψαν τον Βρετανό από νεανικό είδωλο, σε έναν από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς του Χόλιγουντ.
Διαβάστε επίσης
Η εποχή του «Λυκόφωτος»
Αν και το «Λυκόφως» δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Πάτινσον εμφανίστηκε σε ένα τεράστιο franchise, ήταν σίγουρα η πρώτη φορά που ο ρόλος του ήταν τόσο σημαντικός. Μόλις τρία χρόνια πριν είχε υποδυθεί τον Σέντρικ Ντίγκορι στο «Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς», έναν νεαρό φοιτητή του Χόγκουαρτς που αγωνίζεται στο Τουρνουά των Τριών Μάγων. Πρωταγωνιστώντας στο «Λυκόφως», όμως, ο Πάτινσον δεν απογειώθηκε μόνο σε παγκοσμίου φήμης σταρ και υγρό όνειρο βαμπιροχτυπημένων κοριτσιών, αλλά έγινε το πρόσωπο μιας ολόκληρης σειράς βιβλίων που είχε καταφέρει να μπήξει τους κυνόδοντές της στο παγκόσμιο box office.

Πάντως, ο ηθοποιός αντιμετώπισε το πρότζεκτ με σοβαρότητα από την πρώτη κιόλας στιγμή, προσθέτοντας στοιχεία που πίστευε πως ταίριαζαν στον χαρακτήρα του Έντουαρντ. Στην παράνοια του βαμπιρικού έπους, ο Πάτινσον έβλεπε έναν σκοτεινό έρωτα που καθορίζεται από την έλλειψη σωματικής επαφής, πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εφηβική ρομαντική ταινία. Η διαφημιστική καμπάνια της ταινίας και η επιμονή της Στέφανι Μέγιερ να βλέπει το προγαμιαίο σεξ ως αμαρτία, οδήγησε τη σχέση του Έντουαρντ και της Μπέλα σε πιο «κατάλληλα για παιδιά άνω των 13 ετών» μονοπάτια, δημιουργώντας έτσι μια ρήξη ανάμεσα στον νεαρό ηθοποιό και τους παραγωγούς της ταινίας και σχεδόν κοστίζοντάς του τη δουλειά του.
Στο μυαλό μου, αυτή η διαφωνία στην ερμηνεία του βασικού χαρακτήρα έπαιξε μεγάλο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο ο ηθοποιός στάθηκε απέναντι στις ταινίες όλα τα επόμενα χρόνια, μιλώντας συνεχώς στις συνεντεύξεις του για τις παράξενες εξελίξεις στην πλοκή και τη γενική ηλιθιότητα των εφηβικών ρομάντζων. Αλλά, ταυτόχρονα, έκανε σαφές πως ο Πάτινσον ήταν ένας από τους επαγγελματίες που έφταναν στο σετ με μια δική τους ιδέα για το πώς θα κατασκευαστεί ο χαρακτήρας τους και μια εξερευνητική και φιλοπερίεργη διάθεση απέναντι στο πρωτότυπο υλικό.

Πιστεύεις στη ζωή μετά το «Cosmopolis»;
Μαζί με το δεύτερο μέρος της «Χαραυγής» και το τέλος του «Twilight Saga», η καριέρα του Ρόμπερτ Πάτινσον άρχισε να αλλάζει. Ήταν το 2012, όταν κυκλοφόρησε το «Cosmopolis» του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, που άρχισε να ανοίγει ο δρόμος για συνεργασίες με εμβληματικούς σκηνοθέτες και πιο «σοβαρά» πρότζεκτ. Τέλος για τους μελοδραματικούς ή σκανδαλώδεις έρωτες των «Να με Θυμάσαι» (2010), «Νερό για Ελέφαντες» (2011) και «Επικίνδυνο Πάθος» (2012), καλώς ορίσατε Βέρνερ Χέρτζογκ («Η Βασίλισσα της Ερήμου», 2015), Τζέιμς Γκρέι («Η Χαμένη Πόλη του Ζ», 2016), Μπρέιντι Κορμπέ («Η Γέννηση Ενός Ηγέτη», 2015) και, οκέι, καλώς επέστρεψες Κρόνενμπεργκ («Οδηγός Ευτυχίας», 2014).
Σταδιακά, ο Πάτινσον κατάφερε να επαναπροσδιορίσει τη θέση του μέσα στο Χόλιγουντ και να μετατοπιστεί από σύμβολο του σεξ σε έναν ηθοποιό του οποίου την καριέρα αξίζει να παρακολουθήσεις. Δεν είναι περίεργο, βέβαια, που αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από κινηματογραφικά πρότζεκτ που δεν κατάφεραν να φτάσουν την εμπορική επιτυχία των προηγούμενων ταινιών του, αλλά λειτούργησαν περίπου ως ένας προθάλαμος προς την δημιουργική ελευθερία που θα ερχόταν στη συνέχεια.

Ήμουν ένα παράξενο αγόρι
Στις συνεντεύξεις του, ο Πάτινσον δίνει την εντύπωση ενός κοινωνικά αμήχανου και εντελώς παράξενου αγοριού που, αν έχει λάβει μαθήματα PR, φαίνεται να μην τα εφαρμόζει. Έτσι, το επόμενο στάδιο της καριέρας του πάντα μου φαινόταν απολύτως ευθυγραμμισμένο με τον χαρακτήρα του, έτσι όπως τον αντιλαμβάνομαι μέσα από το φίλτρο της παρα-κοινωνικής μας σχέσης. Η ανατριχιαστική και σεξουαλικά φορτισμένη «Μαύρη Τρύπα» (2018) της Κλερ Ντενί θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι αρχή του «παιχνιδιού» του Πάτινσον με τον κινηματογράφο, όπου έπαιξε έναν εγκληματία που παίρνει μέρος σε μία καταδικασμένη διαστημική αποστολή απέναντι απ’ την Ζιλιέτ Μπινός. Είναι από εκεί και μετά που τον βλέπουμε να δοκιμάζει πραγματικά τις δυνάμεις του μπροστά στην κάμερα, επιλέγοντας ανεξάρτητα πρότζεκτ που θα μπορούσαν ανεπαίσθητα να αγγίζουν τα όρια του πειραματικού.
Ο κλειστοφοβικός «Φάρος» (2019) του Ρόμπερτ Έγκερς ήταν ένα από αυτά, με τον Πάτινσον και τον Γουίλεμ Νταφόε να παίζουν δύο φαροφύλακες ενός απομακρυσμένου νησιού, καθώς η απομόνωση και η δυναμική τους τους καθοδηγεί σε ένα κατηφορικό μονοπάτι προς την απόλυτη τρέλα. Διαβάζοντας για την ταινία, έπεσα πάνω σε μία συνέντευξη του ηθοποιού όπου παραδεχόταν πως πίεζε τον εαυτό του να κάνει εμετό πριν τις λήψεις, προκειμένου να καταφέρει να αποτυπώσει με ακρίβεια τον βασανισμένο και αποδιοργανωμένο χαρακτήρα του Τόμας Χάουαρντ. Αυτή πρέπει να είναι η πιο ακραία μορφή method acting.
Στην ίδια κατηγορία θα τοποθετούσα το προγενέστερο «Good Time» (2017) των αδελφών Σάφντι, όπου βρίσκουμε, αντί για τη σουρεαλιστική ατμόσφαιρα του «Φάρου», μια ψυχικά ισοπεδωτική και αγωνιώδη πραγματικότητα. Αυτή τη φορά, η ερμηνεία του ήταν ωμή και καθοριστική για την καριέρα του. Ίσως φταίει και το γεγονός ότι, για να προετοιμαστούν για τους ρόλους τους, οι Πάτισον και ο Μπένι Σάφντι εργάστηκαν για έναν περίπου μήνα σε ένα πλυντήριο αυτοκινήτων στη Νέα Υόρκη, μια περίοδο κατά την οποία ο παντελώς μεταμορφωμένος Βρετανός αναφέρει πως δεν αναγνωρίστηκε από κανέναν θαυμαστή στον δρόμο.
Στον «Βασιλιά» (2019) του Netflix, ο ηθοποιός είχε την ευκαιρία να εξασκήσει την ανεπιτήδευτα ξεκαρδιστική γαλλική προφορά του, παίζοντας τον κακομαθημένο δελφίνο, δηλαδή τον διάδοχο του θρόνου. Αντίστοιχα, στο southern gothic «Devil All the Time» (2020) τον παρακολουθούμε ως έναν κληρικό από τον αμερικανικό Νότο. Η στροφή του προς το streaming κράτησε για λίγο, αλλά και οι δύο ρόλοι του χαρακτηρίστηκαν από μια παιχνιδιάρικη διάθεση που δε θα περίμενε κανείς να ταιριάζει στην ατμόσφαιρα ενός ιστορικού δράματος ή ενός ψυχολογικού θρίλερ. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη κι έτσι, τα καταφέρνει καλά.

Επιστροφή στα blockbuster
Έχοντας πλέον καθιερωθεί ως ένας από τους πιο σημαντικούς ηθοποιούς της γενιάς του, ο Πάτινσον δέχτηκε να γίνει ξανά το πρόσωπο ενός τεράστιου franchise, αυτή τη φορά όμως με τους δικούς του όρους. Το «Batman» (2022) του Ματ Ριβς βρήκε τον ηθοποιό πιο ώριμο απ’ ό,τι το franchise που μας τον σύστησε και πιο έτοιμο να διεκδικήσει τη δημιουργική ελευθερία που έχει αποδείξει πως αξίζει. Έχει ενδιαφέρον, ακόμη, το γεγονός πως αρνήθηκε να υποβληθεί σε εξαντλητικά γυμναστηριακά προγράμματα που θα τον έφερναν πιο κοντά στην γραμμωμένη εικόνα του υπερήρωα, διεκδικώντας μια πιο ανθρώπινη αντιμετώπιση από τους παραγωγούς. Μπορούμε, πιστεύω, να παραδεχτούμε πως κέρδισε σε πολλά επίπεδα, παρουσιάζοντας τον Μπάτμαν με την πιο ρεαλιστική σωματοδομή.
Στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, ο ρόλος του ηθοποιού δεν είναι πρωταγωνιστικός αλλά είναι παρ’ όλα αυτά κομβικός. Ο Ρόμπερτ παίζει τον Αντίνοο, τον αρχηγό των μνηστήρων και βασικό υποκινητή της βλάσφημης συμπεριφοράς τους απέναντι στη βασιλική οικογένεια. Τα στοιχεία που φέρνει στον ρόλο μπορούν να προκαλέσουν μία ειλικρινή και χειροπιαστή αηδία και οργή για τον χαρακτήρα και με έκαναν να αναρωτηθώ γιατί είναι τόσο καλός στο να παίζει θρασύδειλους, ενοχλητικούς άντρες.
Στο μέλλον του, πάντως, γνωρίζουμε πως υπάρχουν πολλά ακόμη φιλόδοξα πρότζεκτ, όπως το τρίτο μέρος του «Dune», που θα κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους τον Δεκέμβριο, αλλά και το «Batman: Part ΙΙ» που θα κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες το 2028. Καμία αντίρρηση απέναντι στην προσωπική του φιλοδοξία, αλλά περισσότερο απ’ όλα ανυπομονώ να δω το επόμενο ανεξάρτητο και παράξενο διαμαντάκι που θα επιλέξει ο Βρετανός. Ή, αν όλα αποτύχουν, τουλάχιστον ένα ριμέικ του «Λυκόφωτος».
Διαβάστε περισσότερα παρόμοια άρθρα ΕΔΩ.