Η πόλη unplugged: Είδα Παζολίνι καταχείμωνο στο θερινό σινεμά Athenée
Τουρίστρια στην πόλη σε επικίνδυνη αποστολή: να καταλάβει γιατί υπάρχει ένα θερινό ...και χειμερινό.
Ο χειμώνας εκείνο το βράδυ δεν είχε καμία διάθεση να μου φερθεί ευγενικά. Το κρύο ήταν από αυτά που σε κάνουν να σφίγγεις το παλτό γύρω σου. Εγώ όμως κατέβαινα από τον ΗΣΑΠ στη στάση Άγιος Νικόλαος με μια παράξενη ανυπομονησία. Όχι μόνο για το «Θεώρημα» του Παζολίνι, αλλά για το πώς είναι άραγε να βλέπεις κινηματογράφο σε αυλή το καταχείμωνο, σε μια πόλη που παριστάνει πως κρυώνει ενώ κατά βάθος δεν το πιστεύει ούτε η ίδια.
Πέντε λεπτά περπάτημα. Τόσο απέχει το θερινό σινέ Athenée από το σταθμό του τρένου. Μέσα σ’ ένα αστικό τοπίο που σε κάνει να νιώθεις αμήχανα, σε μια περιοχή που αναζητά ακόμα την ταυτότητα της, στεκόταν το σινεμά. Δεν ήξερα τι θα βρω, δεν ήξερα τι θα ζήσω. Ήξερα μόνο ότι η ιδέα ενός θερινού που μένει ανοιχτό όλο τον χρόνο μου φαινόταν σχεδόν ποιητική και λίγο πεισματάρικη. Ένα μικρό «όχι» στην κοινοτοπία.

Πριν ακόμη περάσω την είσοδο, ένιωσα τη ζεστασιά του χώρου και πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι την ίδια ζεστασιά έχουν και οι άνθρωποί του. Με υποδέχτηκε πρώτα η Σίσσυ, η οποία εργάζεται εδώ: «Δεν ξέρουμε αν θα προβληθεί ταινία», μου είπε. «Ποτέ δεν ξέρουμε. Σε λίγο θα κατέβει ο ιδιοκτήτης, ο κύριος Μάκης, να μιλήσετε».


Ο Μάκης Πανταζάτος μοιάζει σαν να ανήκε ανέκαθεν στο σινεμά του. Καθίσαμε στο φουαγιέ, ανάμεσα σε αφίσες κλασικών ταινιών και μου μίλησε για το χώρο που έφτιαξε από το μηδέν, λίγο μετά την πανδημία. Για το ερείπιο που στεκόταν εκεί επί είκοσι χρόνια, ρημαγμένο. Ζει στη γειτονιά και το έβλεπε καθημερινά. Κάποια στιγμή αποφάσισαν με την κόρη του να το πάρουν και φέτος το Athenée έκλεισε τέσσερα χρόνια ζωής. Οι χειμερινές προβολές στην αυλή ξεκίνησαν πέρσι, πειραματικά. «Πήγε καλά», μου λέει. «Υπήρχε ενδιαφέρον. Έγινε συνήθεια. Οι ταινίες είναι διαμάντια».

Δεν έρχεσαι εδώ για τις τελευταίες κυκλοφορίες. Το Athenée δεν υπόσχεται ευκολία, υπόσχεται εμπειρία. Το καλοκαίρι γεμίζει, «..γίνεται χαμός» λέει ο Μάκης. Έρχονται άνθρωποι κάθε ηλικίας, από άλλες περιοχές, τουρίστες. Παράδοξα, οι λιγότεροι θαμώνες είναι από τη γειτονιά. «Κι εμένα με εκπλήσσει που έρχονται και τον χειμώνα. Η πιο κρύα βραδιά ήταν πέρσι. Εφτά άτομα, έβλεπαν με κουβέρτες… Στην κακοκαιρία Βύρων, όταν άρχισε να βρέχει, μια παρέα ήταν εδώ και συνέχισε να παρακολουθεί την προβολή κάτω από το υπόστεγο».
Δεν είναι μόνο η ταινία. Είναι η απόφαση να βρεθείς εκεί. Να καθίσεις έξω, σε μια αυλή, τους μήνες που το μέσα είναι ο κανόνας. Και τι αυλή: Από αυτές που σου γεννούν την επιθυμία να βάλεις μια καλύβα στη γωνία και να μείνεις εκεί για πάντα. Δεν είναι τυχαίο που το Athenée θεωρείται από τα καλύτερα θερινά της Αθήνας. Ξεκίνησε χαμηλά στην κατάταξη και έφτασε στη δεκάδα. «Ο πρώτος χρόνος ήταν δύσκολος, ο δεύτερος ανέβηκε, ο τρίτος απογειώθηκε και ελπίζουμε να μείνει έτσι», λέει με μια συγκρατημένη ελπίδα ο Μάκης.
Το Athenée είναι και καφέ. Από το πρωί, βγαίνουν τα τραπεζάκια του στην πλατεία, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Ανδρέα. Αυτό βοηθά για να βγάλει τα έξοδα του, αλλά για να προβάλλεις Παζολίνι και Γκοντάρ με κρύο και βροχή χρειάζεται κάτι παραπάνω από αυτό. Χρειάζεται να έχεις μια λόξα, να σε κινεί μια μαγεία από μέσα σου. «Κι ένας να έρθει, η ταινία θα παιχτεί. Δεν θα του το χαλάσουμε» λέει ο Μάκης.


Μου μιλάει για τα αμέτρητα μπράβο που άκουσε από τη γειτονιά όταν λειτούργησε το σινεμά. Ο χώρος τής έδωσε ζωή, φως, ζωντάνια και ασφάλεια. Λίγο παρακάτω, το θέατρο Κνωσσός συμβάλλει με τον ίδιο τρόπο στην περιοχή. Αλλά όπως είθισται, το πλαίσιο παραμένει παραμελημένο. Ο Μάκης παραπονιέται για την ολιγωρία των αρχών και του Δήμου. Για την πλατεία που μυρίζει και δεν καθαρίζεται. Για τις υπογραφές που μαζεύει και πάνε στον βρόντο.
Τον ρωτάω τι έκανε πριν το σινεμά και χτυπάω φλέβα χρυσού. Έτρεχε μουσικές σκηνές: Μύλος, Κεντρί, Luna Dark με τον Τζίμη Πανούση. Εκεί κατάλαβα ότι ο Μάκης δεν φτιάχνει χώρους, φτιάχνει συνθήκες. Κι εδώ τώρα, θα ζήσω τη δική μου συνθήκη, να δω Παζολίνι σε θερινό και σε πριβέ προβολή, αφού δεν έχει φανεί κανένας. Αλλά τότε χτυπά το τηλέφωνο. Ένα ζευγάρι ρωτά αν προλαβαίνει, η Σίσσυ τους λέει ότι θα τους περιμένουμε και μετά από πέντε λεπτά μπαίνουν δύο νέα παιδιά. Κάθονται στην άδεια αυλή, το αγόρι περνά το χέρι του στον ώμο της κοπέλας και η ταινία ξεκινά.

Κάπου δίπλα μας υπάρχει ένα παράλληλο σύμπαν, έτσι; Δεν μπορεί σκέφτομαι, υπάρχει μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων. Ένα Θεώρημα ενός Παζολίνι που κρύβεται μέσα μας και μας ψιθυρίζει ότι η ζωή θέλει και λίγη έκπληξη, λίγη έμπνευση. Μια αυλή με ένα άσπρο πανί, στην οποία θα μπεις το χειμώνα να δεις μια ταινία μαζί μ’ ένα ζευγαράκι που αγκαλιάζεται μπροστά σου.
Η πόλη, όταν την αποσυνδέσεις λίγο από τη βιασύνη της, σου αποκαλύπτει τέτοιες μικρές ρωγμές ομορφιάς. Μέρη που δεν φωνάζουν, δεν διαφημίζονται επιθετικά, αλλά υπάρχουν. Και σε περιμένουν. Το Athenée είναι ένα από αυτά. Ένα θερινό σινεμά που αποφάσισε να λειτουργεί με τους δικούς του όρους.
Και γιατί να είναι πια τόσο περίεργο; Έτσι κι αλλιώς τη βγάζουμε με τραπεζάκια έξω όλο το χειμώνα, με κουβέρτες, με σόμπες και παλτά στους ώμους. Γιατί όχι το ίδιο και στο σινεμά; Γιατί να μη βλέπεις ταινία όπως πίνεις καφέ ή κρασί, κάτω από τον χειμωνιάτικο ουρανό;
«Κάθεσαι σε κάθε προβολή και βλέπεις την ταινία;» ρωτάω τον Μάκη. «Ναι, κάθε φορά. Το «Πάθος της Ζαν Νταρκ» (σ.σ. Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ, 1928) το έχω δει εφτά φορές»
Σινέ Athenée, Λευκωσίας 43, πλ. Αγ. Ανδρέα, Πατήσια