Η Πόλη Unplugged: Η Αθήνα του Τσάρλι Κάουφμαν
«How to Shoot a Ghost»: Η Αθήνα ως πόλη-φάντασμα ή αλλιώς ένα μωσαϊκό χρωμάτων, υφών και οπτικών θεάσεων.
Είδα την ταινία μια Κυριακή στο Studio New Star Art Cinema. Μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου, ο ιστορικός κινηματογράφος της Πλατείας Αμερικής φιλοξενεί αυτές τις προβολές-ιεροτελεστία, όπου μετά το σκοτάδι της αίθουσας ακολουθεί συζήτηση. Εκεί, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης συνομιλεί με ανθρώπους της τέχνης και του λόγου, ξετυλίγοντας το κουβάρι ενός φιλμ που μοιάζει περισσότερο με οπτικό ποίημα παρά με συμβατική κινηματογραφική αφήγηση.
Στη συζήτηση που παρακολούθησα αποκαλύφθηκε μια λεπτομέρεια-κλειδί: ο Μπαμπασάκης δεν ήταν απλώς θεατής. Υπήρξε ο άνθρωπος που συνέβαλε στο ρεπεράζ της ταινίας, μαζί με την Εύα HD που ήταν ο ξεναγός του Τσάρλι Κάουφμαν στα ενδότερα της Αθήνας. Και αυτό φαίνεται στην οθόνη.
Η ταινία, που κυκλοφορεί με τον τίτλο «How to Shoot a Ghost» (παραγωγής Onassis Culture), είναι ένα αφιλτράριστο παζλ εικόνων της πόλης, ντυμένο με το κείμενο της Eva H.D. Ένας «ποιητικός, ονειρικός ρεαλισμός», όπως τον περιγράφει ο ίδιος ο Μπαμπασάκης. Καμία σχέση με τη συνήθη κινηματογραφική Αθήνα της καρτ ποστάλ.

Από την Eva H.D. ξεκίνησαν όλα
Παρότι το φιλμ φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του Τσάρλι Κάουφμαν, η αφετηρία του βρίσκεται αλλού. Στο σενάριο της Eva H.D., ποιήτριας ελληνικής καταγωγής, που κινείται ανάμεσα στον Καναδά, τη Νέα Υόρκη και την Αθήνα και έχει μια βαθιά, σχεδόν εμμονική σχέση με την ιστορία της πόλης.
Μετά την προβολή, τη ρώτησαν πώς ξεκίνησε όλο αυτό. Απάντησε με απλότητα που δείχνει πώς η τέχνη πολλές φορές γεννιέται από τη στιγμή.
”Πρέπει να κάνουμε μια μικρή ταινία στην Αθήνα” είπε στον Τσάρλι και στην Τζέσι. ”Και μου είπαν, εντάξει”.

Η Eva H.D. δεν προσεγγίζει την Αθήνα επιφανειακά. Διαβάζει την ιστορία της παθολογικά: από τον Θουκυδίδη μέχρι τα Δεκεμβριανά, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα Ιουλιανά, το Πολυτεχνείο. Όλα αυτά συμπυκνώνονται σε ένα σενάριο που λειτουργεί σαν συνεκδοχή. Η Αθήνα ως Ιστορία, η Αθήνα ως Ελλάδα.
Ο Κάουφμαν και η Eva H.D. είχαν συνεργαστεί ξανά στο «Jackals & Fireflies», ένα ποίημα που εκείνος είχε εικονογραφήσει κινηματογραφικά. Στο «How to Shoot a Ghost», όμως, δεν έχουμε απλώς ποίηση με εικόνες, αλλά σενάριο με ποιητική αφήγηση, ένα λόγο που απαιτεί χώρο, σώμα και πόλη.
Ο Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης ως άνθρωπος-χάρτης
Ο Μπαμπασάκης γνώρισε την Eva H.D. στο Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας. Την είχε ήδη αγαπήσει ως ποιήτρια. Από εκεί ξεκίνησε μια στενή σχέση εμπιστοσύνης. Του έδωσε να διαβάσει την πρώτη εκδοχή του σεναρίου πριν ακόμη αρχίσουν τα γυρίσματα.

Ακολούθησαν μέρες περιπλάνησης και ρεπεράζ. Όχι με επαγγελματικούς όρους, αλλά σχεδόν ερασιτεχνικά, με την καλή έννοια. Περπάτημα, φωτογραφίες, συζητήσεις, φίλοι που έγιναν κομπάρσοι, χώροι που προέκυπταν οργανικά. Ο ίδιος έστελνε φωτογραφίες στην Eva H.D. και έπειτα εκείνη τις έστελνε στον Κάουφμαν: κουζίνες, σπίτια, κινηματογράφους, πρόσωπα, το φόντο πάνω στο οποίο θα δούλευε.
Κάποιες από τις πιο έντονες σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν στο ίδιο του το σπίτι. Εκεί όπου ο ήρωας δουλεύει μια μετάφραση, εκεί όπου η ηρωίδα καίει φωτογραφίες στην κουζίνα, μετά από έναν καβγά με τον πατέρα της. Η Αθήνα δεν «παίζει» την Αθήνα. Ζει μέσα στο φιλμ. «Είναι ένα φιλμικό ποίημα», έτσι χαρακτηρίζει ο ίδιος την ταινία.
Γιατί η Αθήνα;
Ο ίδιος ο Κάουφμαν έχει εξηγήσει γιατί επέλεξε αυτή την πόλη. Τη βλέπει ως έναν τόπο όπου «τα οστά της Ιστορίας είναι συνεχώς εκτεθειμένα». Μια πόλη που δεν μπορεί να κρύψει το παρελθόν της, όσο κι αν προσπαθήσει. Δεν τον ενδιέφερε η Αθήνα της τουριστικής βιτρίνας, αλλά μια πόλη που παλεύει με τις μνήμες της.
Ο Κάουφμαν είχε έρθει στην Ελλάδα στο παρελθόν, για ένα workshop. Είχε ενθουσιαστεί με τα «vibes», με τον τρόπο που κινούνται οι άνθρωποι, με το ότι του έλεγαν «γεια» χωρίς να ξέρουν ποιος είναι. Με τις ταβέρνες που στην αρχή τον φόβιζαν και μετά έγιναν εμμονή, μέχρι και οι ντομάτες που έφαγε εδώ έχουν βρει θέση σε συνεντεύξεις του, όπως μου λέει ο Ίκαρος.

Μετά την προβολή, ο σκηνοθέτης Σπύρος Μαντζαβίνος ανέφερε ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο ένας δημιουργός που έχει κερδίσει Όσκαρ, που θα μπορούσε να εξασφαλίσει μεγάλα budgets και ασφαλείς παραγωγές, να επιλέγει να κάνει μια τόσο avant-garde ταινία για την Αθήνα. Μια ταινία που μοιάζει με ποίημα, χωρίς κλασική πλοκή, χωρίς συμβατικούς χαρακτήρες, χωρίς τίποτα συμβατικό με την παραδοσιακή έννοια. Για τον ίδιο, αυτό δείχνει μεγάλη τόλμη και μεγάλη κάψα να διερευνήσει κάτι που δεν έχει διερευνηθεί αρκετά.
Σημείωσε μάλιστα πόσο συγκινητικό είναι το γεγονός ότι μια τόσο εμβριθής ταινία για την Αθήνα γυρίζεται από έναν μη Αθηναίο: «Συχνά οι ελληνικές ταινίες αποφεύγουν να ασχοληθούν βαθιά με την ίδια την Αθήνα», παρατήρησε, μιλώντας για μια οικεία περιφρόνηση που έχουμε απέναντι στην πόλη επειδή τη ζούμε καθημερινά. Όταν κάτι το βλέπεις συνέχεια, χάνεις τον μύθο του ενώ η απόσταση επιτρέπει να ξαναδείς.
Για τον Μαντζαβίνο, η ταινία λειτουργεί σαν παλίμψηστο: από τον Θουκυδίδη μέχρι τη Χούντα και τα Δεκεμβριανά, ένα ποιητικό στρώμα πάνω σε ένα άλλο, όπου όλες οι ιστορικές διαστρωματώσεις της πόλης συνυπάρχουν στο παρόν. Ακόμη και τα πιο ταπεινά στοιχεία της αθηναϊκής καθημερινότητας μεταμορφώνονται. Τα περιστέρια, ένα πουλί που οι περισσότεροι Αθηναίοι σχεδόν απεχθάνονται, αποκτούν μια σχεδόν αγιοποιημένη διάσταση. «Η μεγάλη τέχνη διευρύνει τα όρια της ευαισθησίας μας».

Τζέσι Μπάκλεϊ: μια φωνή που στοιχειώνει
«Αυτή η κοπέλα μοιάζει πολύ στην Τζέσι Μπάκλεϊ» Ένας θεατής μετά την προβολή καταθέτει την σκέψη του στην αίθουσα και γελάμε. Είναι όντως αναπάντεχο, το πιο καυτό όνομα του σύγχρονου σινεμά αυτή τη στιγμή, να παίζει σε μια avant-garde ταινία. Η Μπάκλεϊ επιλέχθηκε όταν ο Κάουφμαν την άκουσε να απαγγέλλει ποίημα της Eva H.D. σε οντισιόν. Όπως έχει πει, έμεινε κυριολεκτικά άφωνος. Με ήδη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ («The Lost Daughter») και έχοντας κερδίσει τη Χρυσή Σφαίρα για το «Άμνετ», θεωρείται φαβορί για το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου. Στο «How to Shoot a Ghost», η ερμηνεία της είναι μια εσωτερική κραυγή. Ένας μονόλογος που σε γρατζουνά, καθώς περιπλανιέται σαν φάντασμα στους αθηναϊκούς δρόμους.

«Η πόλη είναι μια κοπέλα που ετοιμάζεται για το λάθος πάρτι» (Εύα H.D)
Παρότι διαρκεί μόλις 27 λεπτά, η ταινία ξεπερνά κατά πολύ τη χρονική της διάρκεια. Είναι μια εμπειρία. Μια Αθήνα χωρίς τα καλώδια της ωραιοποίησης. Μια πόλη φαντασμάτων που κατοικείται από ζωντανούς οι οποίοι συχνά ξεχνούν να ζήσουν.
Αν βρεθείτε Κυριακή απόγευμα στην Πλατεία Αμερικής, μπείτε στο Studio. Δείτε την πόλη σας μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που ξέρει να κινηματογραφεί το αόρατο και ακούστε τον Ίκαρο Μπαμπασάκη να εξηγεί πώς η Αθήνα έγινε έστω και για λίγο το κέντρο του συμπαντικού κινηματογράφου του Τσάρλι Κάουφμαν.
Στην Αθήνα του Κάουφμαν, δεν χρειάζεται να είσαι νεκρός για να νιώσεις σαν φάντασμα. Αρκεί να περπατήσεις στην Πατησίων με τα μάτια ανοιχτά.
How to Shoot a Ghost (2025). Στο Studio New Star Art Cinema, για μία ακόμα Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου, 19:30 μ.μ. Μετά την προβολή ακολουθεί συζήτηση.