Η πόλη unplugged: Πήγα στην έκθεση Ελληνικό Απόσταγμα στο ΚΠΙΣΝ και είδα όλη την Ελλάδα μέσα σ’ ένα ποτήρι
Κάποιες στιγμές δεν χρειάζονται λόγια, μόνο χρόνο.
Ξεκίνησα για το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος μια μέρα με πολύ κρύο. Από εκείνα τα κρύα που δεν τα πολεμάς με καφέ, αλλά με κάτι λίγο πιο δυνατό. Το σκεφτόμουν από πριν: το ποτό το σήκωνε ο καιρός, οπότε προνόησα να μην πάρω αμάξι. Ήθελα να έχω την ελευθερία να δοκιμάσω ό,τι μου κινήσει την περιέργεια χωρίς δεύτερες σκέψεις. Κοινώς, ήθελα να πιώ δίχως αύριο.

Γιατί εκεί μέσα, στον Φάρο του ΚΠΙΣΝ, ήταν όλη η Ελλάδα του αποστάγματος. Όχι μόνο αυτή που ξέρουμε καλά, το τσίπουρο, το ούζο, τα ονόματα που έχουμε μάθει να εμπιστευόμαστε, αλλά και μια άλλη Ελλάδα, λιγότερο προβλέψιμη, πιο ανήσυχη και πιο πειραματική. Νέα προϊόντα, πρωτοποριακές ιδέες, άνθρωποι που παίρνουν την παράδοση και τη σπρώχνουν ένα βήμα πιο πέρα.


Η έκθεση «Ελληνικό Απόσταγμα» δεν ήταν απλώς μια γευστική βόλτα. Ήταν μια συμπυκνωμένη εικόνα της σύγχρονης ελληνικής αποσταγματοποιίας. Δεκάδες εκθέτες από όλη τη χώρα, μικρά οικογενειακά αποστακτήρια, ιστορικές οινοποιίες, νέες εταιρείες με φρέσκια ματιά παρουσίαζαν τα προϊόντα τους, συζητούσαν, εξηγούσαν και φυσικά, κερνούσαν τους επισκέπτες. Κι εκεί, ανάμεσα στα περίπτερα, έβλεπες καθαρά ότι κάτι κινείται. Ότι η ελληνική βιομηχανία αποστάγματος δεν αναπαράγει απλώς το παρελθόν, αλλά καινοτομεί.


Οι Έλληνες ξέρουν το τσίπουρο, ξέρουν το ούζο, ξέρουν το ρακόμελο. Τα έχουν συνδέσει με στιγμές, τραπέζια, εξόδους, έρωτες, χωρισμούς, καλοκαίρια και χειμώνες. Δεν είναι όμως τόσο εξοικειωμένοι με αποστάγματα άλλου τύπου, αποστάγματα που, παρ’ όλα αυτά, παράγονται εδώ, από ελληνικές εταιρείες που τολμούν να πειραματιστούν. Αυτήν την ατμόσφαιρα σου μετέφερε η έκθεση, την καινοτομία σε πραγματικό χρόνο. Στις πρώτες ύλες, στις τεχνικές, αλλά και στην αισθητική.
Γιατί μαζί με το περιεχόμενο, έχει αλλάξει και το «ντύσιμο». Οι ετικέτες και τα μπουκάλια ξεφεύγουν πια ξεκάθαρα από το καθαρά έθνικ ύφος και κινούνται σε πιο μοντέρνα αισθητικά μοτίβα. Μινιμαλισμός, καθαρές γραμμές, σύγχρονη τυπογραφία, ένα packaging τολμηρό που δεν περιμένεις να το δεις σ’ ένα τόσο παραδοσιακό προϊόν, όπως είναι το ούζο και το τσίπουρο, αλλά το βλέπεις. Μια εικόνα που συνομιλεί άνετα με τον σύγχρονο κόσμο, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.



Στο περίπτερο του αποστακτηρίου Δοροδούλη από τη Θεσσαλονίκη, η Μαρία Δοροδούλη μου μιλά για ένα εγχείρημα που ακούγεται σχεδόν πεισματάρικο: επτά χρόνια πειραμάτων, σε συνεργασία με το Χημείο, για να δημιουργήσουν το πρώτο ελληνικό ρούμι. Οι διαδικασίες έχουν ολοκληρωθεί και οι πρώτες 1.300 φιάλες είναι έτοιμες. Η πρώτη παραγωγή ελληνικού ρούμι είναι γεγονός. Δεν πρόκειται για κάτι βαρύ ή εξωτικό με την κλασική έννοια, αλλά για ένα ποτό με μεσογειακό χαρακτήρα, πιο κρυστάλλινο, πιο ισορροπημένο και κυρίως, πιο γαστρονομικό. Ένα απόσταγμα που ξέρει από πού έρχεται και πού απευθύνεται.

Λίγο πιο πέρα, μαθαίνω τι είναι ένα απόσταγμα καθαρών οινολασπών. Ο Παναγιώτης Ζαχαρίας από το Κτήμα Μουσών, μια οικογενειακή επιχείρηση που ξεκίνησε το 1946 από τον παππού και βρίσκεται σήμερα στην τρίτη γενιά, μου εξηγεί ότι παίρνουν τις οινολάσπες που μένουν από το κρασί και τις αποστάζουν σκέτες. Είναι ένα προϊόν γνωστό στην Κεντρική Ευρώπη, αλλά στην Ελλάδα το επιχειρούν για πρώτη φορά. Ένα απόσταγμα που μιλά για γνώση, αξιοποίηση και σεβασμό στην πρώτη ύλη.

Σε άλλο περίπτερο, μου τραβάει την προσοχή μια επωνυμία που δεν ακούγεται ελληνική: Strawbar. Και όμως, πρόκειται για μια νέα οινοποιεία από τη Φλώρινα, με επίκεντρο τη φράουλα και μάλιστα μια συγκεκριμένη ποικιλία που ευδοκιμεί στην περιοχή. Παράγουν αποστάγματα φράουλας και, ανάμεσά τους, ένα παλαιωμένο απόσταγμα, το πρώτο παγκοσμίως. Εκεί καταλαβαίνεις πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η φαντασία όταν συναντά τη γνώση.

Στο περίπτερο της οινοποιίας Μπέλλα, με ιστορία που ξεκινά το 1870 από προπάππου της οικογένειας, ο Γιάννης Μπέλλας μου δίνει να δοκιμάσω ένα νέο απόσταγμα οίνου, λίγο πριν κυκλοφορήσει στην αγορά. Πρόκειται για blend από διάφορα κρασιά, ανάμεσά τους και δύο μοναδικές ποικιλίες παγκοσμίως που καλλιεργούνται στο Σουφλί. Το αποτέλεσμα είναι ένα ποτό με ήπια γεύση, μακρά επίγευση και φινετσάτα αρώματα, διακριτικό, αλλά με χαρακτήρα.

Προχωρώντας, βλέπω στο περίπτερο της εταιρείας Ellvino ένα μπουκάλι με κρεμώδες λικέρ μαστίχας. Τη μαστίχα την έχω δει σε άπειρες εκδοχές λικέρ, αλλά ποτέ σε κρέμα. Κι ενώ τη φαντάζομαι μέσα σε κοκτέιλ, μαθαίνω ότι αυτό το ποτό αποτελεί επίσης μια καινοτομία καθώς είναι το πρώτο κρεμώδες λικέρ μαστίχας στην αγορά που παράγεται από 100% αγνό μαστιχέλαιο και φέρει την πιστοποίηση της Ένωσης των μαστιχοπαραγαγών Χίου.
Τα ελληνικά gin είναι μια κατηγορία από μόνα τους και διεκδικούν μια θέση στην εγχώρια και παγκόσμια αγορά. Πολύ μου άρεσε το Rumours της εταιρείας Ζωγραφάκη από το Ηράκλειο Κρήτης, που ξεχωρίζει λόγω της ιδιαίτερης απόσταξης με θαλασσινό νερό και τη χρήση 13 εκλεκτών βοτάνων.
Μέσα σε μια ώρα είχα δοκιμάσει γεύσεις που ήξερα και άλλες που με εξέπληξαν ευχάριστα. Είχα δει την Ελλάδα στο ποτήρι να δημιουργεί ένα μικρό σύμπαν, από αυτά που χαλαρώνουν το μυαλό και ευφραίνουν την καρδιά.

Στο τέλος, κάθισα μπροστά στην τζαμαρία και αγνάντεψα τη θέα από το Φάρο του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, όπου γινόταν η έκθεση. Κι εκεί, με το φως να γλιστρά μέσα στο ποτήρι μου και την επίγευση των ποτών στον ουρανίσκο, ένιωσα πως κάποιες στιγμές δεν χρειάζονται λόγια, μόνο χρόνο για να απλωθούν μέσα σου. Όπως ακριβώς και ένα απόσταγμα.