Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Έχω γενέθλια γραψίματος!
Χρόνια πολλά, νόστιμα και σουρεαλιστικά Ρεμί! Γιατί, αν δεν λερωθεί λίγο η χαρτοπετσέτα, αν δεν κινδυνεύσει λίγο η δίαιτα, αν δεν τσαλακωθεί λίγο η σοβαροφάνεια, τότε τι νόημα έχει;
Σήμερα, λοιπόν, και επίσημα, ξεκίνησε η νέα σεζόν. Και πριν προλάβει κάποιος να σηκώσει το φρύδι —με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που έχει μετρήσει και τις μπουκιές μου— και να μου πει «μα καλά, δεν είναι η τρίτη σεζόν; Αφού γράφεις για εστιατόρια από προπέρσι τον Οκτώβρη», θα απαντήσω με ειλικρίνεια, θάρρος και μια μικρή δόση ντροπής: όταν ξεκίνησα, δεν ήξερα τι έκανα. Ήταν όλα λίγο ερασιτεχνικά, λίγο αυθόρμητα, λίγο σαν να μπαίνεις σε τραπέζι δώδεκα ατόμων και να μην ξέρεις αν πρέπει να πιάσεις πρώτα το πιρούνι ή να κάνεις προσευχή.
Τότε νόμιζα ότι θα γράφω γαστρονομικές διαπιστώσεις. Μετά από είκοσι δύο μήνες κατάλαβα κάτι πολύ σημαντικό: ακόμα δεν ξέρω πώς γράφονται σωστές γαστρονομικές διαπιστώσεις. Ξέρω όμως να γράφω συναισθηματικές. Και ίσως αυτό να είναι τελικά πιο δικό μου. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, το φαγητό σπάνια είναι μόνο φαγητό. Είναι η μνήμη της γιαγιάς που σε κυνηγάει με δεύτερο πιάτο. Είναι το τραπέζι που σε χωράει ακόμα κι όταν εσύ δεν χωράς στο παντελόνι σου. Είναι εκείνη η πρώτη μπουκιά που σε κάνει να κοιτάς το ταβάνι, σαν να σου αποκαλύφθηκε κάποιο μικρό, τηγανητό ευαγγέλιο.
Στην ερώτηση «τι ψάχνεις από γεύσεις;» δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. Άλλες μέρες ψάχνω συγκίνηση, άλλες μέρες παρηγοριά, άλλες μέρες απλώς κάτι που να μη μοιάζει με βραστό κοτόπουλο δίαιτας. Μπορεί να μη βρήκα ακριβώς αυτό που έψαχνα, αλλά έχω την υποψία ότι σώθηκα από διάφορες βασανιστικές εμμονές, όπως οι ανώφελοι πόλεμοι, οι ανώφελες τύψεις και η ανώφελη ιδέα ότι «ένα γλυκάκι δεν πιάνει». Πιάνει. Πιάνει και σε βρίσκει στο ζύγι το πρωί, με ύφος ανακριτή.
Κάποιες φορές, μέσα σε αυτά τα τραπέζια, ένιωσα λύτρωση. Όχι τη μεγάλη, κινηματογραφική λύτρωση, με μουσικές και slow motion, αλλά εκείνη τη μικρή, ανθρώπινη λύτρωση που έρχεται όταν κάθεσαι απέναντι από κάποιον που αγαπάει τα ίδια πράγματα με εσένα. Που μπορεί να συγκινηθεί με μια σωστή σάλτσα, να θυμώσει με ένα άψητο ριζότο, να συζητήσει για ένα καλαμαράκι σαν να πρόκειται για πολιτιστικό γεγονός. Και κάπως έτσι κατάλαβα ότι αυτό που κάνω μοιάζει με το σινεμά. Γιατί πηγαίνω σινεμά; Σίγουρα για να δω ταινίες. Αλλά κυρίως για να τις δω μαζί με άλλους. Έτσι κι εδώ: μιλάω για φαγητό με ανθρώπους που αγαπάνε το φαγητό. Και αυτό είναι το σημαντικότερο πιάτο στο τραπέζι.
Διαβάστε επίσης
Χωρίς, λοιπόν, κανένα απολύτως συναίσθημα —και με αίσθημα ευθύνης τόσο ελαφρύ όσο μια μους λεμονιού— θα ήθελα να σας πω ότι, παρότι βρίσκομαι σε σκληρή δίαιτα, που ξεκίνησε πριν από δέκα λεπτά και ήδη με έχει εξαντλήσει ψυχικά, σωματικά και φιλοσοφικά, φέτος θα δείτε πολλά νέα και ιερόσυλα πράγματα. Πράγματα παράξενα, τολμηρά, λίγο επικίνδυνα για τους παραδοσιακούς και αρκετά λιχουδιάρικα για όλους εμάς τους υπόλοιπους.
Όπως εκείνο το κοκορέτσι από θράψαλο ή καλαμαράκι —δεν θυμάμαι ακριβώς ποιο από τα δύο ήταν και ντρέπομαι να ξαναρωτήσω— που μου θύμισε ο φανταστικός Γρηγόρης Χέλμης στη συνέντευξή του, που έρχεται στο ΚΛΙΚ. Ήταν αλλόκοτο, ιερόσυλο, γενναίο και νόστιμο, με έναν τρόπο που σε κάνει να λες: «Δεν ξέρω αν επιτρέπεται αυτό, αλλά θέλω κι άλλο».
Διαβάστε επίσης
Και μάλλον αυτό είναι που θέλω από αυτή τη σεζόν: να δοκιμάζω πράγματα που με ξαφνιάζουν, που με κάνουν να γελάω, να συγκινούμαι, να απορώ και να λερώνομαι λίγο παραπάνω απ’ όσο πρέπει. Γιατί, αν δεν λερωθεί λίγο η χαρτοπετσέτα, αν δεν κινδυνεύσει λίγο η δίαιτα, αν δεν τσαλακωθεί λίγο η σοβαροφάνεια, τότε τι νόημα έχει;
Καλή νέα σεζόν, λοιπόν. Με καρδιά, με όρεξη, με αμφιβολίες, με λάθη και με πολλές μπουκιές που ελπίζω να αξίζουν την ιστορία τους.