Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Όρκοι αγάπης στο φρικασέ, τα κουρκουμπίνια και τον σουρεαλισμό
Ο Ρεμί λέει επιτέλους την αλήθεια και αποκαλύπτει ποια είναι τα καλύτερα προφιτερόλ της Αθήνας.
Περιεχόμενα
Κεφάλαιο 1: Ορκίστηκα από μέσα μου ότι θα αγαπώ το φρικασέ
Ο Ρεμί θα ήθελε να ταξίδευε με τη μηχανή του χρόνου ένα χειμωνιάτικο απόγευμα (μου αρέσει το τρίτο πρόσωπο στις περιγραφές) και να πήγαινε στο «ΦΙΤΑ», να κοίταζε με χαρούμενη απόγνωση τον Δημήτρη Δημητριάδη, κι αυτός, αμίλητος, να του έβγαζε χοιρινό με σέλινο και πράσα και γιουβαρλάκια που θα μπορούσαν να ήταν και λαχανοντολμάδες.
Να έκανε βούτες με υπέροχο ψωμί στις μελωμένες σάλτσες. Το τέλος να τον έβρισκε με μια πάστα αμυγδάλου, από την οποία θα έπαιρνε μόνο μια κουταλιά. (Πλάνο μόνο της κουταλιάς)

Θα αποχαιρετούσε τον μάγειρα με ένα μεγάλο χαμόγελο, χωρίς να του μιλήσει.
Μετά, χαρούμενος, θα κοίταζε με περίσσια προσοχή το τραμ να χανόταν μέσα στην αθωότητα του σούρουπου και θα ορκιζόταν από μέσα του ότι πάντα θα αγαπούσε το χοιρινό με σέλινο, τη φωνή της Βίκυς Μοσχολιού, το τελευταίο πλάνο του Μπελμοντό από την «Κομμένη Ανάσα», τον υπαρκτό σουρεαλισμό και την πάστα αμυγδάλου. (Κινούμενες εικόνες σε εναλλαγή πλάνων)
Κεφάλαιο 2: Ορκίστηκα από μέσα μου ότι θα αγαπώ τα κουρκουμπίνια
Η συγχωρεμένη η γιαγιά μου έπαιρνε τρία ψηφοδέλτια σταυρωμένα πριν από τις εκλογές. Αυτή, για κάποιο λόγο, προτιμούσε το ψηφοδέλτιο του γαμπρού της, του Χάρη με τον πράσινο ήλιο, και έλεγε ψέματα στα παιδιά της ότι ψήφισε το κόμμα τους.
Την ανακάλυψη την έκανε τυχαία η μαμά μου, όταν καθάριζε το σπίτι της και βρήκε καταχωνιασμένα τα ψηφοδέλτια τα δικά της και του θείου μου, αλλά πουθενά του Χάρη.
Ο Χάρης βρισκόταν σε μια διαρκή κίνηση από τα ξημερώματα μέχρι τις 21:00 το βράδυ. Μισούσε να ξενυχτάει, δεν έπινε, δεν κάπνιζε και ήταν αφοσιωμένος στους στόχους του. Αν και Κρητικός — μάλιστα έλεγε ότι πολέμησε και τους Γερμανούς στη Μάχη της Κρήτης όταν ήταν παιδί — δεν είχε τίποτα άλλο κρητικό πάνω του εκτός από το «άκης»!

Φορούσε πάντα ανοιχτά χρώματα, ήταν πάντα φρεσκοξυρισμένος, δεν πολυπήγαινε στην Κρήτη, δεν άκουγε κρητικά τραγούδια, δεν έτρωγε κρητικά φαγητά, δεν έπινε ποτέ κρητικά οινοπνεύματα — βασικά, δεν έπινε καθόλου. Το μόνο που μπορείς να πεις ότι τον συνέδεε με το νησί ήταν ότι ήταν σοσιαλιστής και πάντα αισιόδοξος.
Αντιθέτως, λάτρευε τη σπανακόπιτα της γιαγιάς μου, το κέικ καρύδας, τα κεφτεδάκια με τις τηγανητές πατάτες, τα κουρκουμπίνια και να βλέπει τη θάλασσα της Βουλιαγμένης.
Όταν με μάλωσε άγρια ο μπαμπάς μου — που, στην ηλικία των επτά ετών, με βρήκε να κρατάω τη σημαία του πράσινου ήλιου και να πηγαίνω πάνω κάτω υπερήφανος με την πλαστική σημαία στη γειτονιά — εκείνος με είδε στενοχωρημένο και με κέρασε κουρκουμπίνια. Μου είπε ότι ο Ανδρέας τα ίδια έτρωγε, γιατί είναι μικρά, απλά, φθηνά και μπορείς να τα φας με την ίδια χαρά ακόμα και μετά από ημέρες.
Χθες ο Χάρης έφυγε και εγώ ορκίστηκα από μέσα μου ότι θα αγαπώ για πάντα τα κουρκουμπίνια και ότι θα παραμείνω για πάντα ένας ιδανικός και ανάξιος σουρεαλιστής σοσιαλιστής, που μπορεί να μην έχει ψηφίσει ποτέ τον Ήλιο, αλλά θα αγαπά πάντα τον μύθο του Ίκαρου και το πράσινο χρώμα.
Κεφάλαιο 3: Ορκίστηκα από μέσα μου να ζω σε ένα σουρεαλιστικό σύμπαν
Πολλοί, βέβαια, δεν γνωρίζετε ότι ο Ρόμπερτ και ο Χάρβεϊ είναι Παναθηναϊκοί σαν κι εμένα, αν και δεν θέλω να θυμάμαι αυτά που με στενοχωρούν. Εδώ είμαστε στην Πλάκα να γιορτάσουμε το προτελευταίο μας πρωτάθλημα, λίγο πριν από τη φιέστα στη Λεωφόρο.

Ωραία χρόνια, ανέμελα, αν και το κατσικάκι στη γάστρα μού έπεσε λίγο βαρύ και δεν το χάρηκα όπως έπρεπε! Τι χαρά είχαμε τότε… Συνθήματα φωνάζαμε, ο Ρόμπερτ μού έστειλε και γράμμα χθες, που έμαθε ότι κλείνει η Λεωφόρος…
«Αγαπητέ Ρεμί, σε διαβάζω να ξέρεις με χαρά. Έχω όμως μια ανησυχία να σου εκφράσω: θα προλάβω να δω ένα ακόμη πρωτάθλημα πριν φύγω από αυτόν τον μάταιο κόσμο; Να έρθω στην Αθήνα και να πανηγυρίσουμε έναν τίτλο και να φάμε προβατίνα σε μια ταβερνούλα στην Πλάκα;».

Κεφάλαιο 4: Ορκίστηκα από μέσα μου ότι θα πω την αλήθεια
Μετά από ολοκληρωμένη έρευνα, καταλήγω ότι τα καλύτερα προφιτερόλ της Αθήνας είναι του Ρόδον, του Δημόπουλου, του Μικέ και του Ανδριά. Είναι και τα τέσσερα διαφορετικά. Αν μου πεις ποιο αγαπώ πιο πολύ, θα σου πω ότι είναι του Ρόδον.
Ορκίστηκα από μέσα μου ότι θα πω επιτέλους την αλήθεια!