© Ρεμί
«Σπύρος και Βασίλης»: Η αστική Αθήνα του 70 ακμαία
Γιατί ξεχνιόμαστε και γράφουμε μόνο για τα καινούργια;
Μου βγάζει ο χειμώνας μια μελαγχολική διάθεση, να τονίσω, και, επειδή ξυπνάω και υπερβολικά νωρίς το πρωί, κάθομαι και σκέφτομαι ότι πρέπει να βλέπω όσες μπορώ την ανατολή και την δύση του Ήλιου. Μια ημέρα από αυτές έφυγα από το σπίτι και πήγα στον Λυκαβηττό να δω την Αθήνα να ξυπνάει και τον ανυπόφορο ήλιο της να ανατέλλει.
Μαγικά ήταν· την επόμενη φορά σκέφτομαι να παίρνω και μια καρέκλα για να κάθομαι και ένα θερμός με ένα espresso. Στην επιστροφή πέρασα από έξω από τον «Σπύρο Βασίλη» και σκέφτηκα ότι μας έχει πιάσει όλους τους γαστρονομικούς να γράφουμε για τα νέα αλλά ξεχάσαμε αυτά που υπερήφανα στέκονται ακόμα, με την πατίνα του χρόνου να μην τα λερώνει.

Το απόγευμα πήγαμε με την Λου και είδαμε τη δύση. Δεν μπορώ να καταλάβω ποια είναι πιο όμορφη, η δύση ή η ανατολή ακόμα.
Το «Σπύρος και Βασίλης» εσωτερικά ειναι ένα πανέμορφο κλασικό εστιατόριο που λατρεύεις να κάθεσαι χωρίς περιορισμό ώρας και να απολαμβάνεις κλασικές γεύσεις σαν αυτά τα υπέροχα τα εικονογραφημένα.
Η κρεμμυδόσουπα του ήταν αυτό που λέμε βάλσαμο από το κρύο που φάγαμε με τις φαεινές ιδέες που είχα περί Λυκαβηττού. Όταν λέμε κρεμμυδόσουπα, να αναφέρω ότι ουσιαστικά είναι η βάση ενός ζωμού από μοσχάρι. Τα σπαράγκια ολαντέζ ήταν εξαιρετικά ως συνοδευτικά με το εξαιρετικό παιχνιδιάρικο ταρτάρ.

Κυρίως πιάτο, λόγω μια μικρής εμμονής που έχω, δεν θα μπορούσε να ήταν μοσχάρι café de paris με υπέροχες πατάτες τηγανιτές. Έλιωνε στο στόμα το μοσχαρίσιο φιλέτο! Σαν γλυκό μπορεί το σουφλέ να ήταν αέρινο και τόσο ωραία η σοκολάτα που έριχνες από πάνω, αλλά την καρδιά μου έκλεψε εύκολα η φαντασμαγορική στην εκτέλεση και η τόσο νόστιμη κρεπ σουζέτ.
Ωραία ήταν στον «Σπύρο Βασίλη» και έκλεισα τα μάτια και σκέφτηκα την Αθήνα ξανά να έχει αυτήν την αστική γοητεία της, τότε που δυο αδέλφια από την Κέρκυρα βρήκαν ένα χώρο σε μια ανηφόρα της και σκαρφίστηκαν την δεκαετία του ’70 να φτιάξουν ένα γαλλικό εστιατόριο.