Τα εστιατόρια της Αθήνας που έχουν πατήσει τα 100
«Μεγάλη Βρετανία» © Ρεμί

Τα εστιατόρια της Αθήνας που έχουν πατήσει τα 100

Αυτά που λέμε «κλασικά», έχουν κλείσει τον αιώνα και συνεχίζουν να σερβίρουν ακμαία.

Με τον όρο κλασικά αναφερόμαστε σε εστιατόρια που έχουν διανύσει ένα αιώνα συναπτής λειτουργίας, όπως είναι και ο «Βασίλαινας», ή η ακόμα μεγαλύτερη (150 ετών) Μεγάλη Βρετάνια. Στο πρώτο τρως ένα φανταστικό menu γευσιγνωσίας ένα τυχαίο μεσημέρι και πας μετά στο «Winter Garden» της Μεγάλης Βρετάνιας για ένα απογευματινό τσάι.

«Βασίλαινας»

Το πρώτο μενού γευσιγνωσίας που έφαγα ποτέ στην ζωή μου το δοκίμασα στον «Βασίλαινα», στο ιστορικό του μαγαζί στον Πειραιά, και είχα απορήσει και με τις εναλλαγές σε ψάρι και κρέας. Μετά από 15 χρόνια, το μόνο που έχει μείνει ίδιο στο κλασικό αυτό εστιατόριο είναι ο ταραμάς, η ψαρόσουπα, η ακούραστη ψυχή που ακούει στο όνομα Θανάσης Βασίλαινας και βέβαια αυτή η αναζήτηση της εξέλιξης ενός μύθου.

Γιατί είναι ένας μύθος ο «Βασίλαινας», 105 χρόνων. Θα μπορούσαν να είχαν μείνει σε αυτό και κάποια στιγμή -με μαθηματική ακρίβεια- θα κλείνανε. Έμεινε ζωντανός γιατί συνεχώς ψάχνει να βρει κίνητρο, όχι επιβίωσης αλλά για να δημιουργεί νέες προκλήσεις. Όπως ήταν η αλλαγή έδρας ή η δημιουργία νέων μενού γευσιγνωσίας. Στον «Βασίλαινα», λοιπόν, ήθελα καιρό να πάω γιατί ειλικρινά βαρέθηκα να γράφω για όλα τα new age, οπότε σκέφτηκα τώρα που μεταμορφώθηκα σε ένα άτυπο συντάκτη ήρθε η ώρα να ψάξω τις γεύσεις των καλών κλασικών εστιατοριών της Αθήνας.

Σουτζουκάκια τόνου σαν χιουνκιάρ μπεγεντί και τα λόγια είναι περιττά © Ρεμί
Η περίφημη ταραμοσαλάτα του «Βασίλαινα» © Ρεμί

Θα αποφανθώ ότι η νέα του εκδοχή είναι ελκυστική, τίμια, απλή και πάρα πολύ νόστιμη. Σίγουρα έχουν χτυπήσει οι σειρήνες της ανάπτυξης και σίγουρα ο κύριος Θανάσης λόγω της δημιουργικής του τρέλας θα μπορούσε να είχε επηρεαστεί , αλλά αυτό δεν συνέβη γιατί σκέφτηκε και ένιωσε την βαθιά του ιστορία. Γιατί μπορεί να βρέθηκε με θέα το εμβληματικό κτίριο του «Hilton», αλλά προέρχεται από τις γειτονιές του Πειραιά, αυτές που αγάπησαν και έκαναν τον «Βασίλαινα» μύθο!

Τα ωμά του ήταν πάρα πολύ καλά, αλλά δεν κρύβω ότι δεν με συγκίνησαν τόσο όσο η ψητή σουπιά, που ήταν εξαιρετικής νοστιμιάς και μαεστρίας στο ψήσιμο, με τα χόρτα αυγολέμονο, ή το κεμπάπ ψαριού που με την κρέμα μελιτζάνας δημιουργούσε ένα διαφορετικό χιουνκιάρ μπεγεντί. Με εντυπωσίασαν τα τσιγαριαστά χόρτα με τομάτα και το κότσι από Μαγιάτικο: δύσκολο πιάτο λόγω όγκου και το κάνανε να λιώνει στο στόμα σου. Η ψαρόσουπα και η ταραμοσαλάτα παραμένουν νόστιμες και ιστορικά ακλόνητες!

Χαρούμενος έφυγα που η Ιστορία δεν κοιμάται αλλά γράφεται ξανα. 15 χρόνια πόσο γρήγορα πέρασαν βέβαια· η γυναίκα μου ακόμα πιο όμορφη, εγώ με κιλά παραπάνω, ο κύριος Θανάσης με κάποια γκρίζα, αλλά η νοστιμιά στον «Βασίλαινα» ίδια!

Τσάγια θα πιεις κι αλλού, αλλά μια φορά το χρόνο αξίζει να το πιεις στη «Μεγάλη Βρετανία» © Ρεμί

«Winter Garden» στη «Μεγάλη Βρετάνια»

Δεν ξέρω αν έχω μεγάλα όνειρα… Τώρα πια αυτό που θέλω είναι ίσως να μεγαλώσω λίγο ακόμα – καμιά σαρανταριά χρόνια δηλαδή – να μην πετύχω άλλο σεισμό μεγάλο, να πεθάνω πριν την Λου και να δω τον γιο μου να μην με έχει ανάγκη. Αν καταφέρω όλα αυτά θα ήθελα πριν το τέλος μου, να μετακόμιζα σε ένα δωμάτιο στην «Μεγάλη Βρετάνια». Αν και επηρεασμένος από το «All that Jazz» θα ήθελα να είχα μια καθημερινότητα όχι με πάρτι αλλά περνώντας κάθε πρωί στο «Winter Garden», το απόγευμα σε ένα εστιατόριο του κέντρου και το βράδυ θα με έβρισκε πάλι στο «Winter Garden», παίζοντας Uno με την Λου και πίνοντας τσάι γιασεμιού.

Στην ερώτηση «είσαι τόσο πλούσιος, Ρεμί» θα πω ναι για το απροσδόκητο της προβλεπόμενης απάντησης· μην ξεχνάμε ότι ο καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον πλούτο. Οι ποιητές κοιτάζουν το πλούτο των λέξεων, οι τραγουδιστές της φωνής, οι μάγειρες  των γεύσεων και οι τυχαίοι άτυποι γενικοί γραμματείς τον πλούτο των σουρεαλιστικών στιγμών που μπορεί να έχουν ζήσει. Δεν είναι κακό να ονειρεύομαι ένα ωραίο τέλος. Τα όνειρα είναι τα μόνα που δεν χρεώνονται στον αλμυρό νέο κόσμο και δεν κρύβω ότι δεν έχω όνειρο να περάσω τον τελευταίο μήνα της ζωής μου σε ένα νοσοκομείο, ασπρόμαυρος και μόνος. Είναι δυστυχώς φασιστική η πραγματικότητα και με σώζει οτι είμαι ονειροπόλος δημοκράτης και να πιστεύω ακράδαντα οτι θα έχω ένα τέλος επηρεασμένο από μια σκηνή του «All that Jazz».

Την «Μεγάλη Βρετάνια» την επισκέπτομαι δύο φορές το χρόνο, το χειμώνα στο «Winter Garden» και το καλοκαίρι στο Pool your Cinema. Πρέπει, αν δεν έχετε πάει, να πάτε και στα δύο. Προφανώς θα γράψουν κάποιοι από κάτω «μα ένα τσάι θα το πληρώσουμε τόσα λεφτά; Ενα σινεμά με λίγο φαγητό τόσα λεφτά;». Όντως, αν το βάλεις σε καθαρή σχέση οικονομίας σίγουρα τσάι θα βρεις φθηνότερα και σινεμά επίσης. Ωραιά και τα βρίσκεις τις 363 ημέρες το χρόνο, τις άλλες δύο ας δώσεις στον εαυτό σου την χαρά να βιώσει την πολυτέλεια. Μην μας πιάνουν ενοχές και κόμπλεξ αν κάποια στιγμή θέλουμε να βιώσουμε μια ιδιαίτερη στιγμή, ένα ιδιαίτερο τρόπο σερβιρίσματος και την πολυτέλεια να πίνουμε το τσάι μας σε ένα φλιτζάνι που δεν θα γράφει I LOVE PAO!

Μόλις μπεις στο «Winter Garden» ενθουσιάζεσαι, ενώ στο δίπλα χώρο θα βρεις και το «Alexander Bar» και θα δεις μια σπάνια ταπισερί του 18ου αιώνα που απεικονίζει την είσοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα. Αφού καθίσεις σε μια από τις πιο αναπαυτικές καρέκλες της ζωής σου θα παραγγείλεις το χειμωνιάτικο απογευματινό τσάι. Μετά θα σου έρθει ένας μικρός πύργος που ο κάτω δίσκος θα έχει τέσσερα μικρά και διαφορετικά σάντουιτς, ο μεσαίος δίσκος φρεσκοψημένα scones και ο τρίτος μια ποικιλία από μικρές υπέροχες γεύσεις απο πασίγνωστα γλυκά. Παράλληλα, θα σου φέρουν εποχικές μαρμελάδες και βούτυρο και δύο μικρά πιάτα με μια υπέροχη μηλόπιτα και μια αλμυρή κρέπα. Το τέλος, με €10 παραπάνω μπορεί να σε βρει ένα ποτήρι σαμπάνια.

Σχετικά άρθρα