Τα κρυφά διαμάντια του οδηγού Michelin στην Αθήνα
Κι ο Ρεμί έχει έξοδα, γι' αυτό έψαξε και βρήκε πώς μπορείς να δοκιμάσεις μισελενάτη κουζίνα, άξια του τίτλου της χωρίς να πληγώνει το πορτοφόλι σου.
Περιεχόμενα
Διαβάζεις Michelin και σκέφτεσαι από μέσα σου «150 -200€ το άτομο; Μα δεν βγαίνει μάνα μου». Έχω ρεύμα, νερό, να ψωνίσω καλή τροφή γάτας.
Ο Ρεμί όμως έχει ακριβώς τα ίδια προβλήματα σαν πολύτεκνος πατέρας ενός τρελού έφηβου, ενός ψυχακια γάτου και μιας μοσχοαναθρεμένης γατοκόρης. Μπήκα λοιπόν στον οδηγό και βρήκα δύο διαμάντια που θα εντυπωσιάσουν και τον πιο δύσπιστο Θωμά, γιατί πραγματικά θα δοκιμάσεις και θα έχεις μια fine dining εμπειρία χωρίς να χρειαστείς να πουλήσεις στο σκοτεινό ιντερνετ ένα νεφρό.
«Cerdo Negro 1985»

Υπάρχει ένα μέρος στην Αθήνα που δεν μοιάζει με κανένα: είναι μυσταγωγικό, σκοτεινό, ατημέλητο, απολαυστικό και θα ήθελα να ήταν τα γραφεία της Φαντασμένης Λέσχης μου. Θα έστηνα ένα μεγάλο τραπέζι για τα μέλη με θέα την κουζίνα και εκεί θα βλέπαμε όλες τις κινήσεις του chef και του βοηθού του που δαμάζουν την φωτιά και θα περιμέναμε με αγωνία τα βαφτισμένα από εκείνη πεντανόστιμα του πιάτα!
Το καλό φαγητό θέλει υπομονή, αγάπη και μυσταγωγία, άρα αν πας με την διάθεση να μην απολαύσεις ακόμα και τις καθυστερήσεις που μπορεί να υπάρχουν, μην πας καθόλου. Το «Cerdo Negro» στον Κεραμεικό δεν είναι εύκολο μαγαζί: για να το καταλάβεις (όχι την γεύση, αλλά την μυσταγωγία του), πρέπει να αγαπάς τις ταινίες του Τζάρμους και του Κουαρισμάκι. Αν ψάχνεις πολυτέλειες ή κάτι πιο απλό στην Αθήνα υπάρχουν άπειρες επιλογές.
Το φαγητό του δεν είναι δύσκολο ούτε φλύαρο. Είναι μεστό και προέρχεται από μια κουζίνα μίξη Λατινικής Αμερικής και Ισπανίας με ελληνικές σταγόνες. Είναι φαγητό ζεστό, υψηλής τεχνικής και στιβαρής μαγειρικής. Ο Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος παραδίδει μαθήματα ψησίματος στις φλόγες και ο Γιώργος, ο αδελφός του, είναι ο άνεμος της σάλας. Τα λαχανικά μεταμορφώνονται με το κάπνισμα και το καψάλισμα και γίνονται ξεχωριστά, όπως με το κουνουπίδι και με το λάχανο που μεταμορφώνονται σε λιχουδιές.


Ακόμα και το ψωμί και οι ελιές είναι ξεχωριστές. Καμία γεύση δεν παρουσιάζεται τυχαία και τίποτα δεν φαντάζει περιττό στο πιάτο. Όλα είναι δουλεμένα, όπως τα πιάτα με το μοσχάρι και το χοιρινό, που απλά λιώνουν σαν καραμέλες απόλαυσης στο στόμα σου. Στο τέλος, μην αμελήσεις να δοκιμάσεις και το cheesecake.
Κάθε φορά που πηγαίνω, λατρεύω να κάθομαι στο τέλος με τα αδέλφια του «Cerdo Negro», τον chef Ghost Dog και το G.A και να καπνίζουμε, να πίνουμε μπίρες και να ακούμε καταραμένους μουσικούς ποιητές, απλά να κοιτάζουμε κάπου και να μην λέμε τίποτα και μετά να φεύγω και να είμαι χαρούμενος και γεμάτος.
Δεν χρειάζονται πολλές λέξεις για να περιγράψεις ένα καλό φαγητό και μια ξεχωριστή βραδιά, αρκεί και ένα αμίλητο ευτυχισμένο βλέμμα! Μα, «φαίνεται η ευτυχία χωρίς περιγραφή, Ρεμί;», θα πείτε. Mα αυτή είναι η ευτυχία αγαπητά μου παιδιά, το άλλο είναι marketing!
«Fine Mess»

Άργησα να καταλάβω τη διαφορά του αληθινού μπάρμπεκιου με το ψήσιμο στο grill. Το μπάρμπεκιου είναι η πεμπτουσία της φράσης που ακουγόταν παλιά σε μια διαφήμιση από κάτι τύπους που πέταγαν τάπες σε ένα βαρέλι «Εμείς εδώ στο Tennessee περιμένουμε τα πράγματα να ωριμάσουν».
To μπάρμπεκιου γεννήθηκε από την ανάγκη του ανθρώπου να φάει το κρέας σε μια μαλακή μορφή και όχι σόλα, από την ανάγκη να συναναστραφούμε όλοι γύρω από ένα τραπέζι, όλοι ίσοι. Σίγουρα όλοι έχουμε στο νου εικόνες ενός μπρίσκετ ή spare ribs μες στην σάλτσα μπάρμπεκιου και πλάι καλαμποκόψωμο, πουρές και μια σημαία του Νότου! Εγω μέχρι πριν δύο χρόνια, όταν είχα πάει για πρώτη φορά στο «Fine Mess» πριν καταλάβω τι είναι, νόμιζα ότι ήταν Καναδέζικο εστιατόριο με τα πεκάν και το σφένδαμο.
Τι είναι, λοιπόν, το «Fine Mess» του Κολωνακίου και γιατί είναι τόσο ξεχωριστό; Είναι ένα σύγχρονο και εξελιγμένο smokehouse εστιατόριο, που ό,τι υλικό σου προσφέρει εχει περάσει από κάπνισμα και φωτιά. Όταν λέμε όλα εννοούμε όλα: όχι μόνο το μοσχάρι και το χοιρινό, αλλά ακόμα και τα λαχανικά ή η ρώγα από το σταφύλι θα σας εντυπωσιάσει και δεν σας αναφέρω καν το αρνί! Αξίζει να επιλέξετε το menu γευσιγνωσίας των 65€, γιατί αποτελείται από τέσσερα στάδια, τα οποία περιέχουν δέκα πιάτα. Αν θες το συνδυάζεις και με αντίστοιχο wine ή cocktail pairing. Εγω βέβαια επειδή ζαλίζομαι, προτίμησα την safe επιλογή ενός Ροζέ/Ξινόμαυρου!


Οι γεύσεις δεν έχουν ακραία γλύκα και ό,τι υπάρχει από παρασκευές είναι καπνιστές και αέρινες. Δεν μπουχτίζεις από μια μπουκιά· είναι μια κουζίνα που σε ταξιδεύει με συνταγές που δεν είναι fusion, αλλά είναι μια εξελιγμένη Creole cuisine, ένα μείγμα όλων των πολιτισμών που πάτησαν στην Αμερική!
Να τονίσω επίσης ότι το εστιατόριο σου βγάζει μια ζεστασιά και μια πολυτέλεια, ενώ είναι φανταστικό και το δωμάτιο μέσα στο εστιατόριο όπου υπάρχουν οι μηχανές καπνίσματος. Βασικά δεν σας κρύβω ότι αν μου επιτρέπανε θα ήθελα να έτρωγα μέσα σε αυτό το δωμάτιο, να άκουγα «Ring of Fire» και να έπινα μια γουλιά από αυτό που περιμένουν στο Tennessee να ωριμάσει!