Γιατί ο εγκέφαλος αγαπά τις ιστορίες και όχι τα γεγονότα
Ο άνθρωπος δεν είναι το ορθολογικό ον που νομίζει πως είναι. Είναι πολύ λιγότερο μαθηματικός και πολύ περισσότερο αφηγηματικός
Έμαθα να διαβάζω από πολύ μικρός. Δεν θυμάμαι σε ποια ακριβώς ηλικία, αλλά πάντως είχα μάθει να διαβάζω πριν πάω στο σχολείο. Δεν θυμάμαι πώς έγινε, αλλά υποθέτω πως θα οφείλεται στον πατέρα μου, που εκτός από το ότι σπούδασε ζωγραφική, στην Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όταν ήρθε μετανάστης από την Μικρα Ασία, διάβαζε συνεχώς βιβλία. Συνήθως αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Πιθανόν να ήμουν στην πρώτη δημοτικού όταν μου πήρε το πρώτο μου βιβλίο.
Είχε τίτλο “Οι 7 σοφοί της αρχαιότητος”. Για κάποιο λόγο, το μυαλό μου ¨αποθήκευσε” τον αριθμό 7, προφανώς γιατί το θέωρησα κάτι σημαντικό. Από τους επτά σοφούς που είχε μέσα, θυμάμαι τον Θαλή τον Μιλήσιο και το ταξίδι που είχε κάνει μακριά στον βορά και είχε βρει ένα πολύ χιονισμένο τόπο που τον είχε ονομάσει Θούλη, πιθανόν και γιατί ίσως να είχε συναντήσει ομίχλες. Η Θούλη ήρθε στην επικαιρότητα πρόσφατα, μια και εκεί βρίσκεται η αμερικάνικη βάση στην Γροιλανδία. Αν πράγματι πρόκειται για την Θούλη του Θαλή, τότε κάποιος αρχαίος Έλληνας είχε φτάσει πολύ κοντά στο να ανακαλύψει την Αμερική.
Τέλος πάντων, από πολύ μικρός συνήθισα να σκέφτομαι με ιστορίες. Αυτές που έλεγε πάντα ο πατέρας μου, αυτές που έβλεπα στο κινηματογράφο και τις ακόμη καλύτερες…αυτές που διάβαζα στα βιβλία.
Το μυαλό μου είχε αναπτύξει μια αυθόρμητη τάση προς τις ιστορίες και πολύ μικρό ενδιαφέρον για τα μαθηματικά. Η έμφυτη τάση μου, διαμορφώθηκε με ροπή προς το θεωρητικό και λιγότερο προς το πρακτικό. Αυτό άλλαξε μόνο εδώ και είκοσι χρόνια, όταν μαζί με τις ιστορίες το μυαλό μου γοητεύτικε και από τα μαθηματικά, καθώς αντιλήφθηκα ότι το σύμπαν ολόκξληρο είναι φτιαγμένο με Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία και Μουσική η οποία είναι η ¨δονητική” έκφραση των Μαθηματικών.
Αυτό που έγινε επίσης σαφές όσο μεγάλωνα, είναι το ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος, έχει δύο βασικές τάσεις. Η μιά είναι η θεωρητική και εκφράζεται κυρίως με ιστορίες και αφηγήσεις και η άλλη είναι κυρίως μαθηματική και εκφράζεται με αριθμούς και μαθηματικές πράξεις.
Όμως υπάρχει κάτι επίσης πολύ σημαντικό.
Από τα πρώτα βήματα της ανθρωπότητας μέχρι τα social media, από τα σπήλαια με τις ζωγραφιές μέχρι τα δελτία ειδήσεων, ο εγκέφαλός μας λειτουργεί με έναν σταθερό κανόνα: δεν κατανοεί τον κόσμο μέσω γεγονότων, αλλά μέσω ιστοριών.
Αυτό μας βοηθάει να κατανοήσουμε πολλά πράγματα. Κυρίως όμως τις επιλογές μας. Από τις προσωπικές μέχρι τις πολιτικές.
Ο εγκέφαλος δεν εξελίχθηκε για να λέει την αλήθεια
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν εξελίχθηκε για να αναζητά την αντικειμενική αλήθεια.
Εξελίχθηκε για να επιβιώνει.
Και για την επιβίωση, αυτό που μετρά δεν είναι η ακρίβεια, αλλά η συνοχή. Όχι τα δεδομένα, αλλά το νόημα. Όχι το «τι συνέβη», αλλά το «τι σημαίνει αυτό για μένα».
Ο εγκέφαλος χρειάζεται να κατασκευάζει μια συνεκτική αφήγηση για τον κόσμο, ακόμη κι αν αυτή η αφήγηση είναι ελλιπής, στρεβλή ή απλώς λανθασμένη. Το χάος είναι αφόρητο. Η ιστορία, ακόμη και ψεύτικη, είναι ανεκτή.
Γι’ αυτό και όταν τα γεγονότα δεν ταιριάζουν στην ιστορία που έχουμε ήδη στο μυαλό μας, συνήθως δεν αλλάζουμε την ιστορία — απορρίπτουμε τα γεγονότα.
Η νευροβιολογία της αφήγησης
Όταν ακούμε ή διαβάζουμε μια ιστορία, ενεργοποιούνται στον εγκέφαλο περιοχές που δεν ενεργοποιούνται όταν διαβάζουμε απλές πληροφορίες.
Δεν δουλεύει μόνο η λογική.
Δουλεύουν τα συναισθήματα, η μνήμη, η ενσυναίσθηση, ακόμη και τα κινητικά κέντρα.
Αν ακούσεις ότι «ένα παιδί πεινάει», καταγράφεται ως πληροφορία.
Αν ακούσεις την ιστορία ενός συγκεκριμένου παιδιού, με όνομα, πρόσωπο και ζωή, ο εγκέφαλός σου το ζει.
Ο εγκέφαλος δεν ξεχωρίζει εύκολα την πραγματική εμπειρία από την αφηγηματική εμπειρία. Και αυτό είναι κρίσιμο:
οι ιστορίες βιώνονται, τα γεγονότα απλώς καταγράφονται.
Αυτό εξηγεί και το γιατί συγκινούμαστε μέχρι δακρύων, στον κινηματογράφο ή το θέατρο, ή όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο, αν και γνωρίζουμε ότι πρόκειται απλώς για μια φανταστική ιστορία. Πολλοί μπορούν να επηρεαστούν τόσο από ένα βιβλίο, μια κινηματογραφική ταινία ή μια θεατρική παράσταση, που να αλλάξει η ζωή τους.
Η ιστορία προηγείται της επιστήμης
Πολύ πριν υπάρξει επιστήμη, υπήρχαν μύθοι.
Πολύ πριν υπάρξει Ιστορία, υπήρχαν παραμύθια.
Οι πρώτες κοινωνίες δεν οργανώθηκαν γύρω από δεδομένα, αλλά γύρω από κοινές αφηγήσεις:
ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, τι φοβόμαστε, τι μας περιμένει μετά.
Οι μύθοι δεν ήταν ψυχαγωγία. Ήταν εργαλεία συνοχής. Δημιουργούσαν ταυτότητα, νόημα και συλλογική μνήμη.
Η επιστήμη ήρθε πολύ αργότερα — και ποτέ δεν κατάφερε να αντικαταστήσει πλήρως την αφήγηση. Γι’ αυτό και ακόμη και σήμερα, η επιστήμη που δεν μεταφράζεται σε ιστορία, παραμένει ακατανόητη για τους πολλούς.
Τα γεγονότα δεν πείθουν — οι ιστορίες πείθουν
Αυτό εξηγεί γιατί:
-
Τα στατιστικά σπάνια αλλάζουν γνώμη.
-
Τα δεδομένα δεν κερδίζουν εκλογές.
-
Η αλήθεια συχνά χάνει από το ψέμα.
Όχι επειδή οι άνθρωποι είναι ανόητοι, αλλά επειδή ο εγκέφαλος δεν είναι σχεδιασμένος να πείθεται από γεγονότα.
Ένα γεγονός δεν έχει πρωταγωνιστή.
Μια ιστορία έχει.
Και ο εγκέφαλος ταυτίζεται πάντα με τον πρωταγωνιστή.
Οι ιστορίες ως μηχανισμός ταυτότητας
Ο καθένας μας ζει μέσα σε μια προσωπική ιστορία.
Δεν λέμε «συνέβη αυτό και αυτό». Λέμε «εγώ είμαι έτσι γιατί…».
Η ταυτότητά μας δεν είναι σύνολο χαρακτηριστικών. Είναι αφήγηση.
Ακόμη και οι αναμνήσεις μας δεν είναι ακριβείς καταγραφές. Είναι ανακατασκευές. Κάθε φορά που θυμόμαστε κάτι, το ξαναγράφουμε λίγο διαφορετικά, ώστε να ταιριάζει καλύτερα με το ποιοι πιστεύουμε ότι είμαστε σήμερα.
Ο εγκέφαλος προτιμά μια συνεπή ιστορία από μια ακριβή μνήμη.
Γιατί τα fake news είναι τόσο ισχυρά
Τα fake news δεν νικούν επειδή είναι πιο έξυπνα.
Νικούν επειδή είναι καλύτερες ιστορίες.
Έχουν αρχή, μέση και τέλος.
Έχουν κακούς και καλούς.
Έχουν δράμα, απειλή, λύτρωση.
Η αλήθεια είναι συχνά ασαφής, αργή και αντιφατική.
Το ψέμα είναι καθαρό, γρήγορο και συναισθηματικά φορτισμένο.
Ο εγκέφαλος δεν είναι ουδέτερος διαιτητής. Είναι αφηγητής που ψάχνει ένταση.
Αυτό εξηγεί και πολλά από τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα στην χώρα μας.
Γιατί μερικές ιστορίες που δεν περιείχαν καμιά αλήθεια, έγιναν “ανάρπαστες” από την κοινή γνώμη.
Αλλά και λίγο παλιότερα. Πριν δέκα χρόνια, αλλά και πριν σαρανταπέντε χρόνια.
Είχαν εντυπωσιακό αφήγημα, ηρωϊσμούς και βασικούς “ήρωες”. Δυστυχώς ή ευχτυχώς δεςν είχαν καμία βάση.
Η πολιτική, η θρησκεία και η αφήγηση
Καμία ιδεολογία δεν επιβιώνει χωρίς ιστορία.
Καμία θρησκεία δεν βασίζεται σε δεδομένα.
Καμία πολιτική δύναμη δεν λειτουργεί χωρίς αφήγημα.
Δεν ακολουθούμε ιδέες. Ακολουθούμε ιστορίες στις οποίες αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας.
Και όσο πιο ασταθής γίνεται ο κόσμος, τόσο πιο απλοϊκές —και επικίνδυνες— γίνονται οι ιστορίες που επιλέγουμε να πιστέψουμε.
Η αφήγηση ως σωτηρία και ως απειλή
Η αγάπη του εγκεφάλου για τις ιστορίες δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή. Είναι απλώς ανθρώπινη.
Οι ιστορίες μπορούν:
-
να θεραπεύσουν,
-
να δώσουν νόημα στον πόνο,
-
να κρατήσουν όρθιο έναν άνθρωπο όταν όλα καταρρέουν.
Αλλά μπορούν και:
-
να χειραγωγήσουν,
-
να φανατίσουν,
-
να δικαιολογήσουν εγκλήματα.
Ο ίδιος μηχανισμός που μας επιτρέπει να συγκινούμαστε από ένα μυθιστόρημα, επιτρέπει και τη μαζική αυταπάτη.
Μπορούμε να ξεφύγουμε;
Όχι πλήρως.
Και ίσως δεν πρέπει.
Δεν μπορούμε να σταματήσουμε να αφηγούμαστε. Μπορούμε όμως να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τις ιστορίες που μας κατοικούν.
Να ρωτάμε:
-
Ποια ιστορία μου λένε;
-
Ποιος κερδίζει από αυτή;
-
Ποια συναισθήματα ενεργοποιεί;
-
Τι αποκρύπτει;
Η επίγνωση δεν σκοτώνει την αφήγηση. Την ωριμάζει.
Το συμπέρασμα
Ο εγκέφαλος αγαπά τις ιστορίες γιατί μέσα από αυτές καταλαβαίνει ποιος είναι και πού βρίσκεται.
Τα γεγονότα είναι ψυχρά. Οι ιστορίες είναι κατοικήσιμες.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ζούμε μέσα σε ιστορίες.
Το πρόβλημα είναι όταν ξεχνάμε ότι είναι ιστορίες.
Και ίσως, σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα, το πιο σημαντικό δεν είναι να βρούμε «τη σωστή ιστορία», αλλά να κρατήσουμε την ικανότητα να ακούμε περισσότερες από μία.