Απρόσμενες συναντήσεις μου στα εστιατόρια της Αθήνας: Χοακίν Φίνιξ και Μάθιου ΜακKόναχι
Ο Ρεμί έχει το χούι να πέφτει πάνω σε διάσημους του Χόλιγουντ στα πιο απρόσμενα σημεία. Ή απλώς να ονειρεύεται...
Κεφάλαιο πρώτο: Με τον Χοακίν Φίνιξ
Ήταν Οκτώβρης του 1996 και, σε ένα εστιατόριο στο κέντρο της Αθήνας, έψαχνα να βρω την τουαλέτα. Τι κακό κι αυτό με τις κρυμμένες τουαλέτες των εστιατορίων στα υπόγεια και με τις δέκα πόρτες στη σειρά, να ψάχνεις να βρεις ποια είναι η σωστή! Η μοίρα όμως με οδήγησε σε μια μεγάλη αποκάλυψη: να γνωρίσω τον Χοακίν Φίνιξ, που δούλευε εκείνη τη χρονιά λαντζέρης, γιατί είχε κάτι χρωστούμενα από τις διακοπές του στη Μύκονο το καλοκαίρι.
Τον ρωτάω ευγενικά πού είναι η τουαλέτα και, σε σπαστά ελληνικά, μου απαντά ποια πόρτα πρέπει να ανοίξω. Με ρωτάει αν έχω ένα τσιγάρο, του το δίνω και τον ρωτάω από πού είναι. Μου είπε ότι είναι από την Αμερική, ότι έφαγε όλα του τα χρήματα το καλοκαίρι και προσπαθεί να βρει λεφτά για να γυρίσει και να παρευρεθεί στην πρεμιέρα της πρώτης ταινίας που είχε κάνει τότε, το «Έτοιμη για όλα», με τη Νικόλ Κίντμαν, που είχε πρεμιέρα τον Δεκέμβρη. Του λέω: «Αλήθεια, είσαι ηθοποιός του Χόλιγουντ;» Μπορώ να πω, όμως, ότι δεν τον πίστεψα. Με ρωτάει αν μπορώ να του δανείσω 20.000 δραχμές και, μόλις γυρίσει στην Αμερική, να μου τα επιστρέψει.
Κάθομαι και σκέφτομαι λίγο και του τα δίνω. Ένιωσα την ανάγκη να βοηθήσω έναν νέο που ήταν εγκλωβισμένος, χωρίς μέλλον, στην Αθήνα.
Ο Χοακίν ξετρελάθηκε, με αγκάλιασε και μου είπε πως δεν θα το ξεχάσει ποτέ. Αφού χαιρετηθήκαμε, ανέβηκα πάνω, το είπα στη Λου και της περιέγραψα αυτή την τυχαία συνάντηση. Εκείνη, βέβαια, με σκυλόβρισε — όχι τόσο για τα λεφτά, αλλά επειδή έδωσα τη διεύθυνσή μας σε έναν άγνωστο που θα ερχόταν σπίτι, θα μας σκότωνε και θα μας λήστευε. Γυναικεία καχυποψία.
Διαβάστε επίσης
Τελικά, μετά από έξι μήνες, μου έρχεται γράμμα από την Αμερική, που είχε μέσα 500 δολάρια, ένα εισιτήριο της θεατρικής παράστασης στην οποία έπαιζε τότε και τη φωτογραφία του από τη λάντζα του εστιατορίου. Από πίσω ήταν γραμμένη μια αφιέρωση: «Μόνο αγάπη στον κύριο Ρεμί που με βοήθησε. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Joaquin», καθώς και το τηλέφωνο της θείας του.
Εν κατακλείδι, να βοηθάτε τους νέους καλλιτέχνες όταν βρίσκονται σε ανάγκη!
Κεφάλαιο δεύτερο: Μάθιου ΜακΚόναχι
Ήταν Αύγουστος του 2024 και είχα βρεθεί στη Λάρισα γιατί μου είχε χαλάσει το αμάξι. Η αλήθεια ήταν ότι ήμουν πολύ στενοχωρημένος, αλλά γρήγορα τη διάθεσή μου την έφτιαξε ένας φίλος μου, ξενοδόχος, που είναι και μέλος της άτυπης Αθηναϊκής Λέσχης Φαντασμένης Γευσιγνωσίας και Υπαρκτής Λογοτεχνίας. Τα λόγια του ήταν κάπως έτσι: «Ρεμί, μην στενοχωριέσαι. Οι τρεις ημέρες που χρειάζονται για να φτιαχτεί δεν είναι τίποτα μπροστά στην αιωνιότητα. Θα έρθεις να μείνεις στο ξενοδοχείο μου και θα φτιάχνουμε σάλτσες για ζυμαρικά μέχρι να πετύχουμε την ιδανική. Και στο τέλος θα σου αποκαλυφθεί ένα μυστικό».
Το ξενοδοχείο δεν είχε κόσμο εκείνη την περίοδο και έτσι κάναμε άπειρους πειραματισμούς: αλλάζαμε τις σάλτσες, αλλάζαμε τα υλικά, αλλάζαμε τα ζυμαρικά, μέχρι να πετύχουμε την ιδανική. Δεν είχα καταλάβει κι εγώ πώς περνούσαν οι ώρες και οι ημέρες. Βέβαια, η κατάσταση άρχισε να δυσκολεύει, γιατί κάναμε συνέχεια πολύπλοκα πράγματα και το αποτέλεσμα ήταν φρικτό.
Ξαφνικά, σαν από μηχανής θεός, εμφανίζεται μπροστά μας ο Μάθιου ΜαΚκόναχι, ο οποίος βρισκόταν στη Λάρισα με τη γυναίκα του για διακοπές. Ο φίλος μου μου χαμογέλασε συνωμοτικά και μου λέει:
— Ήξερα ότι θα κατέβει. Αυτό είναι το δώρο μου, Ρεμί, για εσένα.
Εγώ τον κοίταξα σιωπηλός, γιατί ήμουν προσηλωμένος στη συνταγή. Ξαφνικά, ο Μάθιου μού λέει: «Πέτα τα όλα, my friend. Wrong, wrong… Μόνο κρεμμύδι, σκόρδο, βασιλικό, φρέσκια ντομάτα και στο τέλος λίγο κεφαλοτύρι…»
Διαβάστε επίσης
Σταρ του Χόλυγουντ ήταν, υπάκουσα και νομίζω ότι έκανα την τέλεια μακαρονάδα. Αφού την ετοίμασα, έβαλα κι ένα πιάτο στον Μάθιου, ο οποίος μου αρνήθηκε, λέγοντάς μου ότι δεν τρώει ποτέ υδατάνθρακες· απλώς τρελαίνεται να μυρίζει σάλτσες.
Ωραία πέρασα στη Λάρισα τον Αύγουστο και νομίζω ότι από εκεί ξεκίνησα να βρίσκω τις χαμένες μου γεύσεις.
Υ.Γ. Επειδή πολλοί θα πείτε, με περίσσια ειρωνεία: «Μήπως σου έστειλε κι αυτός γράμμα, Ρεμί;» Θα σας πω: όχι, απλώς με ακολούθησε στο Facebook!