Ντάριο Σετσίνι: Σαν βγεις στον πηγαιμό για το Παντσάνο
Τι συζητήσεις μπορεί να έκαναν ένας ορθόδοξος παπάς, χορτοφάγος, με έναν Ιταλό καθολικό χασάπη;
Τον Ντάριο Σετσίνι δεν τον γνώριζα· τον έμαθα μέσα από το «Chef’s Table» του Netflix, τις ημέρες που μάθαινα να μαγειρεύω. Τότε μου γεννήθηκε η τρελή ιδέα να πάω στο εστιατόριό του, που βρισκόταν σε ένα χωριό έξω από τη Φλωρεντία, το Παντσάνο. Μου δόθηκε, λοιπόν, η ευκαιρία να τον γνωρίσω εξαιτίας ενός απρόσμενου επαγγελματικού ραντεβού στη Φλωρεντία. Στην αρχή τούς στέλνω email και μου απαντούν ότι είναι γεμάτοι την ημέρα που ήθελα. Τους ξαναστέλνω, λοιπόν, και τους γράφω ότι έχω μεγάλη ανάγκη να τον δω, γιατί βρίσκομαι σε προχωρημένο στάδιο μιας ασθένειας και έχω κάποιες επιθυμίες· μία από αυτές είναι να βγάλω φωτογραφία με τον Ντάριο και να δοκιμάσω λίγη μπιστέκα. Δεν τους έγραψα, βέβαια, ποια ήταν η ασθένεια· αν με έβλεπαν έτσι ροδαλό, θα τους έλεγα ότι πάσχω από την ασθένεια της λαιμαργίας. Μου απαντούν τότε με απολογητικό τρόπο, ζητώντας μου να τους συγχωρέσω που δεν το γνώριζαν, και μου λένε ότι με περιμένουν την ημέρα που θέλω.
Διαβάστε επίσης
Η διαδρομή από τη Φλωρεντία μέχρι το Παντσάνο είναι φανταστική. Το μοναδικό θέμα ήταν ότι ήταν Κυριακή και στο χωριό γινόταν πανζουρλισμός. Πάρκαρα σχεδόν δύο χιλιόμετρα έξω και ξεκίνησα με χαρά να συναντήσω τον Ιταλό χασάπη, με τον φόβο μήπως δεν ήταν εκεί, γιατί τις προηγούμενες ημέρες βρισκόταν αλλού. Φτάνω αρχικά στο χασάπικο, όπου σε κερνούσαν ένα κόκκινο κρασί-δυναμίτη από την περιοχή του Κιάντι και λίγο ψωμί με μοσχαρίσιο λίπος. Πλήθος κόσμου απ’ έξω και, ξαφνικά, σαν καβαλιέρε, ο Ντάριο εμφανίζεται σαν rock star, για να γνωρίσει την αποθέωση από το κοινό, που ήταν σχεδόν όλο ιταλικό. Μας καθοδηγούν στο εστιατόριο, το οποίο ήταν τριώροφο, και κάθε όροφος είχε από μία ψησταριά και τέσσερα μεγάλα τραπέζια των δέκα ατόμων, όπου καθόσουν μαζί με αγνώστους. Λίγα καροτάκια και σέλερι, ψωμί, βούτυρο από λίπος και μία μποτίλια κόκκινο κρασί ανά τετράδα. Σε κάθε τραπέζι υπήρχε, επίσης, ένα σουπλά με τα μέρη του μοσχαριού, που ουσιαστικά έδειχνε τι θα σου σερβίρουν. Το κόστος ήταν 50€ και έτρωγες και έπινες όσο ήθελες. Είχα μαζί και τη γυναίκα μου και τον μονακριβό γιο μου και, μόλις κατάλαβα τι γινόταν, τους απείλησα ότι, ό,τι κι αν σας προσφέρουν, θα λέτε ναι!

Μετά από πέντε λεπτά ξεκίνησε η μεγάλη γιορτή: ταρτάρ, ψητές πατάτες, φασόλια και κρέας από όλα τα κομμάτια του ζώου. Οι Ιταλοί δίπλα μας, αριστερά και δεξιά, σχεδόν ρουφούσαν το κόκκινο κρασί. Εγώ, να σας πω την αλήθεια, το απέφυγα, γιατί είχα και οδήγηση μετά και, βέβαια, μου φάνηκε ιδιαίτερα δυνατό. Το πάρε-δώσε του κρέατος πρέπει να κράτησε περίπου δύο ώρες και, πριν από το σερβίρισμα του καφέ, εντοπίζω, με την άκρη του ματιού μου, απέναντι, να μπαίνει ο Ντάριο στο χασάπικό του. Μπαίνω γρήγορα στο εστιατόριο και λέω: «Έλα, πάμε στο χασάπικο». Βγαίνουμε και οι δύο γρήγορα και τον βλέπουμε να κόβει μπριζόλες. Μένω στήλη άλατος και του ψιθυρίζω ότι ήρθα από πολύ μακριά για να τον δω. Με ρωτάει: «Από πού είσαι;» Του λέω: «Από Ελλάδα».


Ο Ντάριο σταματάει το φιλετάρισμα και έρχεται προς το μέρος μου. «Την αγαπάω την Ελλάδα — τον Καβάφη, τον Αριστοτέλη. Ερχόμουν κάθε χρόνο». «Αλήθεια; Πού πηγαίνατε;» τον ρωτάω. «Είχα έναν φίλο στο Άγιον Όρος και πήγαινα εκεί και στη Θεσσαλονίκη». «Τον πατέρα Επιφάνειο· τον αγαπούσα πάρα πολύ. Κάναμε τρομερές συζητήσεις!» «Είστε ορθόδοξος;» τον ρωτάω. «Όχι», μου απαντάει, «αλλά ο γέροντας ήταν εκπληκτικός μάγειρας, με ηρεμούσε και τον αγαπούσα πολύ». Θα έλεγα ότι με έκαψε λίγο ο τρελο-Ιταλός· τι συζητήσεις μπορεί να έκαναν ένας ορθόδοξος παπάς, χορτοφάγος, με έναν Ιταλό καθολικό χασάπη; Δεν το συνέχισα, όμως, γιατί το χασάπικο άρχιζε πάλι να γεμίζει κόσμο. Του λέω: «Να βγάλουμε μια φωτογραφία, για να τη θυμάμαι;» Μου λέει: «Εννοείται», με αγκαλιάζει και τότε θυμήθηκα τον Μπουκόφσκι, τον αγκαλιάζω πιο δυνατά και αρχίζει να φωνάζει: «Una faccia, una razza!». Αφού έβγαλε φωτογραφία με όλη την οικογένεια, αντί για αποχαιρετισμό, φιληθήκαμε στο μάγουλο και φύγαμε. Του είπα ότι θα ξανάρθουμε.
Τον Ντάριο τον αγάπησα ακόμα πιο πολύ, γιατί ήταν ένας πολύ ζεστός τύπος. Δεν μου έκανε εντύπωση ούτε ο Καβάφης ούτε ο Αριστοτέλης — μιλάμε για παγκόσμια ποίηση και σκέψη, οπότε είναι λογικό. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η σύνδεσή του με την Ελλάδα και η αγάπη που της έχει. Αν βρεθείς, λοιπόν, στη Φλωρεντία ή στην Τοσκάνη, μην το αμελήσεις· ο Ντάριο είναι θησαυρός.
Διαβάστε επίσης