Περί έρωτος και άλλων γαστρονομικών δαιμονίων
Ο Ρεμί γράφει μια σύντομη νουβέλα για τον έρωτα, τη Λου, τον κ. Μίσα, τις τούρτες αμυγδάλου, την ανατολή του ήλιου και την κατάκτηση του διαστήματος.
Κεφάλαιο 1: Η θεωρία του ανδρικού χάους
Μπορεί το όνομά μου να είναι Γαλλικό και καταγωγή επίσης από την Γαλλία από την μαμά, αλλά μέσα μου είμαι ένας Βαλκάνιος γιατί ζω ήδη περίπου μισό αιώνα εδώ. Αρά δεν έχει σημασία τι πουλάς αλλά τι καίει μέσα στην ψυχή σου. Σήμερα είναι η ετήσια γιορτή για την διάσωση των ανθοπωλείων, μην νομίζεις ότι δεν σε αφορά, δεν θα πιάσει και το κόλπο με τον Άγιο Υάκινθο.
(ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο πρόλογος αφορά μόνο άνδρες/αγόρια από 14 μέχρι 99 ετών)
Μέσα της καίει φωτιά και αν μια γυναίκα έχει φωτιά σε παίρνει μαζί της. Αν θες να επιλέξεις κάποιο δρόμο ηρεμίας με ακούς, το ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι αυτές οι επαναστάσεις για τον Άγιο Βαλεντίνο έχουν μόνο μια κατάληξη: καταπνίγονται στο αίμα.
Ρώτα και εμένα που έχω ζήσει δύο επαναστάσεις στην ζωή μου και διάβασέ ολόκληρο το άρθρο γιατί σου έχω άπειρες προτάσεις -θα τις διαβάσουν και κορίτσια βέβαια, για αυτό να προσέχει, θα έρθει η σύγκριση, θα σε κοιτάζουν με μισό μάτι και θα σου λένε «κοίτα τι γράφει ο Ρεμί για την Λου… Αχαΐρευτε, εσύ τίποτα;». Βέβαια και εγώ τα ίδια θα ακούσω, «κοίτα τι έκανε ο Πέτρος στην Άννα, την πήγε Παρίσι και της άνοιξε σαμπάνια στο πύργο του Άιφελ και πέταξε και πυροτεχνήματα που γράφανε ΑΝΝΑ ΣΕ ΑΓΑΠΩ»! Υπάρχουν τρομακτικοί επιδειξίες στον πλανήτη που ακόμα και η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά μαζί τους!
Αρά αυτές τις ημέρες ξεχνάς ότι είσαι Βαλκάνιος και τσιτάτα όπως Ορθοδοξία ή Θάνατος, ενάντια σε κάθε είδους εμπορευματοποίηση, ο ερωτάς δεν είναι λεφτά κλπ κλπ κλπ. Πρέπει κάτι να κάνεις, να την πας κάπου, πέφτει και Σάββατο, δεν έχεις δικαιολογία. Αν σου έχει δώσει ο Δομήτωρ κύριος το χάρισμα να κατέχεις την μαγειρική τέχνη να της φτιάξεις κάτι (όχι χοιρινές σπαλομπριζόλες). Ακόμα και ο μπαμπάς μου που έχει μείνει με την ανάμνηση ότι κάποτε οι λαοί θα νικήσουν και ένας είναι ο εχθρός, ο ιμπεριαλισμός, κάτι θα κάνει.
Διαβάστε επίσης
Είμαστε καταδικασμένοι! Έχουμε χάσει! Όσο πιο γρήγορα αποδεχτούμε την ήττα θα είναι καλύτερο για εμάς. Το ξέρω ότι θα ήθελες να πας στον «Άγιο Μερκούριο» και να της δώσεις ένα μπουκέτο από αρνίσια παϊδάκια και αν τολμάς να το κάνεις, απλά να ξέρεις… Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει μετά!
(Γενικό κείμενο χωρίς περιορισμούς)
Λίγες ημέρες πριν ή μετά τον Άγιο Βαλεντίνο είναι ωραία μια εκδρομή στον «Άγιο Μερκούριο», βέβαια μην πας την Κυριακή, γιατί θα είσαι εσύ και η μισή Αθήνα. Θα πείτε «εντάξει Ρεμί, δεν αντέχουμε τις υπερβολές σου»! Αν θέλετε να νιώσετε την λέξη ταλαιπωρία, δοκιμάστε να πάτε Κυριακή, θα παρκάρετε στο τελεφερίκ της Πάρνηθας, μετά από εκεί το μαγαζί είναι μία ωρίτσα με τα πόδια και όταν θα φτάσετε απλά θα κοιτάτε με απόγνωση τους χιλιάδες που περιμένουν στην ουρά και βέβαια θα φάτε και έξω στην ύπαιθρο.
Είναι ωραίος ο εξωτερικός χώρος του, αλλά όχι για Φεβρουάριο, κάνει λίγο κρύο! Μπορείτε να πάτε οποιαδήποτε μέρα εκτός Κυριακής. Ήθελα να σας αναφέρω ότι ο εσωτερικός του χώρος είναι φανταστικός και περιποιημένος. Πιστεύω ότι θα φάτε ένα απίστευτο τίμιο και ζουμερό ζουμερότατο παϊδάκι. Δεν χρειάζεται να πάρεις τίποτα άλλο: σαλάτα, πατάτες, τυροκαυτερή και ζουμερά παϊδάκια.
(Ο επίλογος αφορά μόνο άνδρες/αγόρια από 14 μέχρι 99 ετών)
Όταν τα απολαύσεις και είσαι απόλυτα ευτυχισμένος με τα λιπάκια στο πρόσωπο σου, δεν της δίνεις φιλάκι: θα το βρει σιχαμένο και είναι. Αλλά μπορείς να της πεις «αγάπη μου, απόψε επίλεξε “Σπονδή” η “CTC” να κάνουμε 10 στάδια και γιορτάσουμε τον Βαλεντίνο μας. Εγώ, εσύ η θεωρία του χάους στα πιάτα μας και το άλυτο μυστήριο του έρωτά μας»!
Κεφάλαιο 2: Η τούρτα αμυγδάλου του Μπόζα και οι φωτογραφίες από βόνγκολε
Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιον τύπο ομορφιάς στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία. Αυτό παθαίνω όταν βλέπω αυτήν την απίστευτη θέα μια τούρτας αμυγδάλου από τον Μπόζα.
Γυρνάω τον χρόνο πίσω και ακόμα θυμάμαι τον κύριο Μπόζα να προσπαθεί να χωρέσει την τεράστια τούρτα αμυγδάλου στο σχετικά μικρό κουτί του, να μου δίνει σε ένα σακουλάκι καβουρδισμένο αμύγδαλο για να βάλω από πάνω για να δώσει παραπάνω ένταση, να μου κλείνει το μάτι και να μου λέει «τα κορίτσια αγαπάνε τα καβουρδισμένα αμύγδαλα»! Δεν τον ρώτησα ποτέ από πού αντλούσε αυτήν την θεωρία του, βέβαια εύκολα βγάζεις το συμπέρασμα ότι μπορεί να έχει δίκιο γιατί πια οι σαλάτες είναι γεμάτες ξηρούς καρπούς. Ποιος τρώει σαλάτες; Η απάντηση βγαίνει αβίαστα.
Oι σαλάτες για εμένα είναι το πιο ανούσιο πιάτο παραγγελίας: δεν έχω καμία προσμονή χαράς. Ας πούμε έχεις παραγγείλει μια ωραιότατη μακαρονάδα και μια σαλάτα: Τη σαλάτα βασικά την παραγγέλνεις σε ένα εστιατόριο επειδή ντρέπεσαι μήπως σε πουν τσίπη ή λιχούδη, λειτουργεί κάπως σαν ξεκάρφωμα!
Μην μακρηγορώ, η τούρτα αμυγδάλου του Μπόζα είναι εντυπωσιακή στην όψη και είναι ό,τι πρέπει για να το προσφέρεις ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου ή σε ένα ρομαντικό δείπνο που θα έχεις διώξει παιδιά και γατιά!
Διαβάστε επίσης
Βέβαια, ξεκίνησα ανάποδα την πρόταση του δείπνου, λείπει η μακαρονάδα.
Ενότητα λάδι, σκόρδο, αχιβάδες και ένα ποτήρι λευκό κρασί.
Αν ψάξεις το κινητό της Λου της γυναίκας μου, θα βρεις 3.500.000 φωτογραφίες από ρούχα και 1000 φωτογραφίες από βόνγκολε. Πιστεύω ότι είναι ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που έχει φάει βόνγκολε σε όλο το κόσμο! Εύκολα καταλαβαίνεις ότι μάλλον είναι το αγαπημένο της φαγητό. Ακόμα και σε εστιατόριο με κρέας να την δει, θα την πάρει. Παλιά έπαιρνε τα εστιατόρια για να τους ρωτήσει αν έχουν για να πάει. Ωραία ζυμαρικά με βόνγκολε, πάντως, έχει το «Giakomo» στην Κηφισιά και το «Ιώδιο» στο Κολωνάκι.
Αν δεν υπάρχουν βόνγκολε, θα βολευτεί και με κυδώνια και με γυαλιστερές. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι τα ποσοστά της είναι 50-50 με την επιλογή αυτού του πιάτου. Βασικά η αγάπη της για αυτό το πιάτο με έχει κάνει και τα αγαπάω και εγώ: η ταύτιση καμιά φορά στα γούστα δεν είναι τυχαία. Όταν είχε αλλεργία στις γαρίδες, νόμιζα ότι είχα και εγώ.
Στο μεταξύ όταν βλέπω τις φωτογραφίες αυτές με πιάνει και μια μελαγχολία. Όπως είπα, δεν μπορώ να συλλάβω κάποιον τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία. Θα πείτε «μα Ρεμί, σε πιάνει μελαγχολία όταν βλέπεις βόνγκολε;». Βασικά με την ανέμελη στιγμή που έχει αποτυπωθεί σε αυτήν την φωτογραφία του πιάτου, γιατί όπως και να το κάνουμε δεν το λες καθημερινό και έχει μια εσάνς καλοκαιριού!
Σκέφτομαι να της φτιάξω ένα βράδυ Βαλεντίνου μακαρονάδα αλα βόγκολε. Τις μικρές Ιταλικές αχιβάδες δύσκολα βρίσκεις, αλλά έχουμε υπέροχα κυδώνια και γυαλιστερές. Θα προσθέσω και λίγο μπουκόβο και λίγο καλό λευκό κρασί: μπορεί με αυτά να έρθει η άτυπη Ενετική λέσχη φαντασμένης γευσιγνωσίας να με ανατινάξει.
Πριν το κάνουν, θα βγω και θα τους πω ότι η αγάπη είναι αμαρτία και ότι παραμένει μινιμαλιστικό το πιάτο τους ακόμα και με αυτά τα υλικά. Για να πειστούν, θα τους το πω στα Ιταλικά και θα κρατάω μια σημαία της Γαληνοτάτης δημοκρατίας τους.

Κεφάλαιο 3: Πρόταση εξόδου στο «Lolita’s»
Είναι η ζωή παράδεισος ή κόλαση; Την απάντηση την έδωσε η Αννίτα Έκμπεργκ η εμβληματική πρωταγωνίστρια του Dolce Vita λίγο πριν το τέλος της ζωής της.
«Δεν ξέρω αν είναι η ζωή ωραία ή αν υπάρχει παράδεισος ή κόλαση, αλλά είμαι σίγουρη ότι η κόλαση είναι πιο συναρπαστική.»
Αν ζούσε σήμερα η Αννίτα και ερχόταν στην Αθήνα, σε ένα μαγαζί θα την πήγαινα απευθείας από το αεροδρόμιο και αυτό θα ήταν το κολασμένο «Lolita’s». Θα κάναμε και εντυπωσιακή είσοδο αν ήταν ντυμένη όπως στην ταινία του Φελίνι με το μαύρο προκλητικό της φόρεμα: νομίζω ότι θα γινόταν στέκι της .
Το «Lolita’s» είναι ένα απίστευτο ατμοσφαιρικό μαγαζί, ιδανικό για Βαλεντίνο, με ομάδα στο service που φυσάει και έχει και απίστευτες κόκκινες πινελιές στην διακόσμηση που με τρελαίνουν. Βέβαια μην έχεις την αισιοδοξία ότι θα βρεις τραπέζι το Σάββατο του Αγίου Βαλεντίνου. Καλύτερα κλείσε από τώρα για του χρόνου ή πήγαινε την Κυριακή η την Δευτέρα. Κάνε τον άρρωστο το Σάββατο, μην με ρωτήσεις πώς θα τα καταφέρεις: σκέψου τις ημέρες που έκανες τον άρρωστο που δεν ήσουν για να γλιτώσεις κάτι. Θα εκνευριστεί αλλά μετά από 24 ώρες θα σε λατρέψει με αυτό το ρομαντικό δείπνο.
Θέλω κάποια στιγμή να τους ζητήσω αντί από την κεντρική είσοδο να μπω από την κουζίνα, όπως μπήκε ο Ρέι Λιότα με την αγαπημένη του στο φανταστικό «Copacabana» του «Goodfellas» και αφού διασχίσω τις αποθήκες τροφίμων και την κουζίνα, να μου βάλουν εκείνη την ώρα το τραπέζι, δύο καθίσματα στην κεντρική σάλα και να καθίσω όχι με την Αννίτα αλλά με την αιώνια αγαπημένη μου Λου. Ξέρω θα πείτε πως δεν γίνονται αυτά που ζητάω, το ξέρω, αλλά αυτό το μονόπλανο είναι ιστορικό και αξέχαστο και το «Lolita’s» μου βγάζει το συναίσθημα ότι βρίσκομαι μέσα σε αυτήν την ταινία και θα ήθελα να ζήσω μια τέτοια τρέλα με την Λου.
To «Lolita’s» είναι βγαλμένο από το φιλμικό σύμπαν του Μάρτιν Σκορτσέζε, βασικά είναι το μαγαζί που θα πήγαινε άνετα το κορίτσι του ο Ρέι για δείπνο για δύο, αντί για το φανταστικό «Copacabana». Επίσης μην κάνεις το λάθος να πας με λευκό πουκάμισο ,γιατί θα το γεμίσεις παντού πιτσιλιές κόκκινης σάλτσας και μετά θα πάει στα σκουπίδια. Λατρεύω την φοκάτσια στην αρχή και το μοσχαρίσιο καρπάτσιο που δεν έχει ιδιαίτερη οξύτητα. Δυστυχώς δεν μπορώ να αποφύγω από την λαιμαργία μου ούτε το Pizzette peperoni: ευτυχώς που είναι όσο πρέπει, γιατί αν ήταν σε κανονικό μέγεθος θα χόρταινα με τις ζύμες.
Στο «Lolita’s» παθαίνω σοκ με τα λιγκουίνι ραγού και με το πόσο μαλακό είναι το μοσχάρι, ενώ μου αρέσει και η ελαφριά γεύση που δίνει η γκοργκοντζόλα σε κάθε πιρουνιά μαζί με τα υπόλοιπα. Κόκκινο φόντο / κόκκινες σάλτσες παντού /κόκκινο κρασί, όμως δεν παραστρατώ από αυτά τα κόκκινα κολασμένα που με περικυκλώνουν στο «Lolita’s», η καρδιά μου παραμένει πράσινη και ας είναι πληγωμένη! Η Μοnt Blanc έχει μια τσαχπινιά, ενώ η Λου λατρεύει το τιραμισού τους. Βασικά για επιδόρπιο θα ήθελα να είχε κανόλι, για να έλεγα φωναχτά καθώς το έτρωγα
«Leave the gun, take the cannoli».
Ωραίο κινηματογραφικό φινάλε θα είχε η βραδιά, μετά θα φιλούσα την Λου και θα τρέχαμε χωρίς σκοπό στην Κηφισίας. Στην ερώτηση «από ποιόν να ξεφεύγατε Ρεμί»; Θα σας έλεγα: Από την καθημερινότητα!
Κεφάλαιο 4: Το «Βουλκανιζατέρ», το τείχος, ο χορός και ο κ. Μίσα
Μια πρόταση που σας κάνω για τον Άγιο Βαλεντίνο είναι το «Βουλκανιζατέρ»: δεν έχει τον ρομαντισμό του «Lolita’s», βέβαια, αλλά δεν έχει πια και το πρόβλημα το περσινό με την λίστα αναμονής. Αυτή η λίστα και ένας ψιλο-κακοτροπούλης που είχαν στην είσοδο σου ψιλοκατέστρεφε την χαρά. Αλλά το παραβλέπω γιατί είμαστε σε γιορτή. Ευτυχώς μαζί με την ατέλειωτη αναμονή βελτιώθηκε ακόμα πιο πολύ και στις γεύσεις.
Εμένα μου αρέσουν αυτά τα hype μαγαζιά, λίγο τσιμέντο, λίγο παλιακό πάτωμα, άβολη καρέκλα, μικρό τραπέζι, τσαχπινιές πολυτελείας, λίγο η ανακαίνιση πήγε λίγο στραβά, λίγο σερβιτόροι τυπάκια, λίγο ένας Dj που παίζει Groovy Disco House μου βγάζουν ένα ενθουσιασμό και μια ανάμνηση και μου θυμίζουν τις ημέρες στο Βερολίνο με τον δάσκαλο χορού μου και μπαλέτου τον κ, Μίσα. Μπορεί να ακούγονται σαν αρνητικά τα παραπάνω, αλλά κάπως έτσι είναι η πραγματικότητα που λατρεύω, ενώ να τονίσω ότι η μουσική στο μαγαζί είναι για σεμινάριο μουσικής επένδυσης!
Η Λου είναι πιο συντηρητική και δεν της αρέσουν αυτά τα μαγαζιά· τα θεωρεί πολύ μοντέρνα για τα γούστα της. Βέβαια αν μας άρεσαν τα ίδια πράγματα θα υπήρχε πρόβλημα, ο life coach μου, ο Αρίστος, μου τονίζει συνέχεια ότι τα ετερώνυμα έλκονται. Πραγματικά έχουμε τόσες διαφορές όσες Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός, Γαλλία – Ιταλία, όπερα – μπαλέτο, Γιούρι Γκαγκάριν – Νηλ Άρμστρονγκ, Μύκονος – Ανάφη, Ρόζε – κόκκινο, χορτοφαγία – κρεατοφαγία, κλασικό – μοντέρνο, Βουγιουκλάκη – Καρέζη, κωμωδία – δράμα, μοσχάρι – χοιρινό, Σοφία Λόρεν – Άννα Μανιάνι, KKE MΛ – ΜΛ ΚΚΕ .
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Τι προτείνω να πάρετε στο «Βουλκανιζατέρ»; Το ψωμάκι με το βούτυρο κερί είναι παιχνιδιάρικο όπως το σερβίρουνε. Σίγουρα μια μπολονέζ με προβατίνα, τριμένο πεκορίνο και κρέμα. Το κοτόπουλο είναι το ζουμερό και εύγεστο που σε κάνει να σκέφτεσαι «εγώ γιατί δεν μπορώ να το μαγειρέψω έτσι;». Λάτρεψα και τα κεφτεδάκια με τις χυλοπίτες. Τα ζυμαρικά με τις καραβίδες τα βρήκα λίγο άνευρα, το ίδιο και τα γλυκά. Να τονίσω ότι το «Βουλκανιζάτερ» σε σχέση με τα άλλα μοδάτα εστιατόρια της Αθήνας είναι πιο κάτω σε τιμές. Έχει μουσικάρες και τρομερά τυπάκια που δουλεύουν. Αστοχίες σε κάποια πιάτα υπήρχαν, αλλά ό,τι χάνει εκεί, το κερδίζει στην ατμόσφαιρα.
Θα ήθελα να πάω μια ημέρα και να μείνω στο party μαζί με τον κ. Μίσα και την Λου, να χορεύουμε και να χορεύουμε σαν αυτά τα βράδια στο Βερολίνο που νομίζαμε ότι με τον χορό θα ρίχναμε τα τείχη που χώριζαν τους ανθρώπους! Τα τείχη έπεσαν, αλλά είμαστε ακόμα απογοητευμένοι… Τι πήγε λάθος τελικά;
Κεφάλαιο 5: Προσωπική επιστολή στη Λου και εναλλακτική πρόταση εξόδου στο «Δίπορτο».
Θα ήθελες κάποια στιγμή να χανόντουσαν όλα και να επιστρέφαμε εκεί από που ξεκινήσαμε. Αυτές τις ημέρες τις δύσκολες με τις κρίσεις πανικού, τι είμασταν δύο πιτσιρίκια ανόητα που δεν ξέραμε τι κάναμε. Τις ημέρες αυτές τις σκοτεινές που τις διασχίσαμε παιδιά. Εκείνες τις ημέρες που μας λέγανε ότι ήταν οι καλύτερες, οι χρυσές, οι ξέγνοιαστες. Δεν βρήκα καμιά μέρα τέτοια, καμία ώρα, κανένα λεπτό τέτοιο, πάντα υπήρχε ένα βάσανο, μια εξάντληση, μια απόγνωση. Δεν ξέρω κανένα να είναι ξέγνοιαστος τις πρώτες ημέρες του έρωτα και της νιότης.
Πάντα κάτι μας πονούσε, πάντα κάτι μας ενοχλούσε. Βάρη, βλαμμένοι, καταπιέσεις. Δύο φορές μας καταστρέψανε, δύο φορές επιβιώσαμε. Το μόνο που υπήρχε στο βάθος ήταν οι ματιές μας. Όταν λένε οι άνθρωποι να γύριζα το χρόνο πίσω, με πιάνει απέχθεια. Θεέ μου, πόσο με κουράζει το παρελθόν και αυτός ο συνεχής πόλεμος να αναδειχθείς.
Διαβάστε επίσης
Το μόνο που δεν μου αρέσει όταν μεγαλώνω είναι η συνήθεια της απώλειας των προσώπων, τίποτα άλλο. Το μόνο που θα άλλαζα ήταν να ήμουν πιο τρυφερός μαζί σου, ίσως να έκλαιγα πιο πολύ, ίσως να έκανα πιο πολλές ανόητες πράξεις -αλλά δεν γινόταν να έκανα ανόητες πράξεις δεν με έπαιρνε, γι’ αυτό γελούσα με ανόητα αστεία ανόητων. Πόσο ηλίθιες και παράξενες ήταν αυτές συναντήσεις με ανθρώπους που δεν είχες το πάνω χέρι, γιατί όταν είσαι νέος σε έχουν πάντα στο χέρι και ας νομίζεις ότι κάνεις επαναστάσεις για το αντίθετο.
Έμαθα πια στην μέση ηλικία, ότι δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από το να ξυπνήσουμε ένα πρωί, χωρίς να ξέρουμε τι ώρα είναι, χωρίς να αναγνωρίζουμε το δωμάτιο και κυρίως χωρίς να θυμόμαστε πώς φτάσαμε μέχρι εκεί, αρκεί να σε έχω δίπλα μου.
Και μετά να πάμε σε ένα εστιατόριο σαν το «Δίπορτο» για να νιώσουμε την φλόγα, τότε που τα πράγματα έπρεπε να ήταν απλά, αλλά ήταν τόσο σκληρά. Τότε που δεν κάναμε πράγματα για εμάς, αλλά για τους άλλους.
Να πάρουμε μια φάβα, μια ρεβίθια και μια φασολάδα και γλυκιά ρετσίνα να κοιτάξουμε για πρώτη φορά την ψυχή και όχι την τεχνική και να φύγουμε το απόγευμα λίγο πριν την δύση του ήλιου: θα έχει ανοίξει ο δρόμος για το φεγγάρι και πριν φτάσουμε εκεί, λίγο πριν το τέλος να ενωθούμε και στο διάστημα να εκραγούμε!
Κεφάλαιο 6: Οι οικονομικές δυσχέρειες και τα σουβλάκια
«Δεν ξέρω οι άλλοι πώς αγαπάνε/Δεν ξέρω πώς αγαπήθηκαν άλλοτε/Εγώ σε κοιτάζω και σε ερωτεύομαι»
Σε αυτό θα καταλήξω και θα γράψω σε μια κάρτα στην αγαπημένη μου το Σάββατο. Δεν είναι δικοί μου στίχοι, είναι Νερούδα. Εγώ απλώς σκέφτηκα να τους γράψω.
Όταν γνωριστήκαμε σου υποσχέθηκα ότι θα γίνω, αγαπημένη μου Λου, ληστής διαμαντιών που θα έκλεβε την αστική τάξη και θα τα έδινα στους φτωχούς, μοντέλο πασαρέλας του Jacquemus, Resident Dj στην Τοmorrowland, φέρελπις επιστήμονας που θα σώσει την ανθρωπότητα, φλογερός επαναστάτης που θα οδηγεί τον λαό σε νίκες και θα μνημονεύεται αιωνίως.
Βέβαια τώρα που είμαι μεσήλικας, βάζω νέους στόχους.
Να γίνω μισελενάτος σεφ σε εστιατόριο τριών τραπεζιών κάπου στον Όλυμπο, με βασικό υλικό την προβατίνα. Εκκεντρικός δισεκατομμυριούχος που θέλει να πάει στο διάστημα και να κατακτήσει παράλληλα τον κόσμο και να ζητάει λύτρα από τον ΟΗΕ. Οραματιστής σκηνοθέτης χολυγουντιανών musical. Μυστήριος και αινιγματικός αστέρας της showbiz χωρίς επάγγελμα. Αιώνιος πρωταθλητής μπάρμπεκιου στην Νότια Καρολίνα. Φλογερός καθοδηγητής φλογερών επαναστατών που θα οδηγούν τον λαό σε νίκες και θα μένουν στην ιστορία.
Διαβάστε επίσης
Βλακείες και φανφάρες εγωκεντρικές και εγωιστικές· ιδιαίτερα αυτό με το διάστημα πώς θα γίνει όταν ακόμα σκέφτομαι ποιο είναι το αριστερό και το δεξί και δεν μπορώ να ξεχωρίσω το μαρούλι και το λάχανο;
Θα το κάνω πιο απλά: θα την πάω μια βόλτα Αθήνα-Βάρκιζα το απόγευμα, να θυμηθούμε τα παλιά που τέρμα μας ήταν τα Σουβλάκια του Ζάχου στην Βάρκιζα και μετά τουλουμπάκια από τον Γεωργιάδη για την γλύκα. Όταν τα πράγματα ήταν απλά και στις υποσχέσεις. Τελικά αυτό θα γράψω δίπλα στην τούρτα αμυγδάλου.
«Τώρα (πια) με τη δική σου αναπνοή ρυθμίζεται το βήμα μου κι ο σφυγμός μου».
«Βασίλης Τερλέγκας είναι αυτό, Ρεμί;» θα ρωτήσετε. «Όχι παιδιά μου, Γιάννης Ρίτσος και Ρεμί: Εγω βασικά πρόσθεσα την σημαντική λέξη πια!»
Υγ. Τα σουβλάκια του Ζάχου ήταν πάντα μέτρια! Αλλά σημασία είχε το ταξίδι μέχρι εκεί…
Κεφάλαιο 7: Ρεαλιστική πρόταση, δηλαδή «Drakoulis». Ένα τυχαίο βράδυ με ένα Ρώσο χορευτή μπαλέτου

Πριν ένα μήνα με είχε πάρει τηλέφωνο ο παιδικός μου δάσκαλος χορού και μπαλέτου, ο κ. Μίσα, για να βρεθούμε να πάμε στο αγαπημένο του εστιατόριο στην Αθήνα, τον «Δρακούλη» στο Κολωνάκι! Βέβαια θα απορήσετε πάρα πολλοί γιατί ένας κύριος κοντά στα 80 έχει μια τρέλα με το εν λόγω μαγαζί: του θυμίζει τα νιάτα του στο Βερολίνο τότε που την δεκαετία των 80s είχε ξεκινήσει η ηλεκτρονική επανάσταση. Με προτρέπει συνέχεια να πάω μια γιορτή Βαλεντίνου με την Λου στον «Δρακούλη».
Ο κ. Μίσα είναι αγαπημένος μου άνθρωπος. Τον έχω σε μεγάλη εκτίμηση και αγάπη και πολλές φορές με την Λου στο εξοχικό του στην Κινέτα για ένα τριήμερο παραδοσιακό της πατρίδας του. Πίνουμε βότκα, φτιάχνουμε πιροσκί, τρώμε Μπορς και άπειρο χαβιάρι, παίζουμε σκάκι, βλέπουμε ταινίες του Ταρκόφσκι και κυρίως την «Νοσταλγία», διαβάζουμε Ντοστογιέφσκι, κάνουμε αυτοσχέδιο θέατρο από παραστάσεις του Τσέχοφ, βλέπουμε παλιές παραστάσεις μπαλέτου της Μάγια Πλισέτσκαγια. Θα πείτε πολλοί με κοροϊδευτικό τόνο «παίξατε και Ρωσική Ρουλέτα»; Όχι, Ρωσική Ρουλέτα δεν παίζουμε. Βασικά ντρέπομαι να ρωτήσω τον Μίσα αν ισχύει αυτό το παιχνίδι. Όπως πότε δεν τον ρωτάω για την φωτογραφία μιας πανέμορφης γυναίκας που έχει σε πίνακα στο σπίτι του.
Συναντιόμαστε έξω από το μαγαζί και μου αναφέρει κοφτά ότι το δείπνο είναι δικό του. Επειδή το ήξερα ότι τα κάνει αυτά, του είχα πάρει δώρο τρία πούρα Αβάνας. Ο «Drakoulis» στο Κολωνάκι είναι ένα εντυπωσιακό ατμοσφαιρικό μαγαζί, σκοτεινό και με πολύ δυνατή μουσική ηλεκτρονική. Η Λου τρελαίνεται και ο Μίσα παρά τα χρόνια του δείχνει μια απίστευτη χαρά με τα beats. Στο «Drakoulis» η παραγγελία κρέατος γίνεται από ένα αυτοσχέδιο χασάπικο που είναι στο κέντρο του μαγαζιού και εκεί με την βοήθεια ενός χασάπη, λες τι κρέας θες να φας στο ζυγίζουν και στο ψήνουν. Αν ξεφύγεις βέβαια στις παραγγελίες, ξεφεύγουν και αυτοί. Για αυτό σύνεση και εγκράτεια.
Την υπόλοιπη παραγγελία την κάναμε στο τραπέζι, τα συνοδευτικά, δηλαδή. Μας ήρθε μια περίεργη σαλάτα, η οποία είχε κίμτσι και παστέλι. Ενώ το καρπάτσιο ήταν σαν έργο τέχνης στο πιάτο. Το κρέας ήταν απίστευτα ψημένο -είναι μάστορες σε αυτό- και οι πατάτες τηγανιτές και ο πουρές σαν συνοδευτικά εξίσου καλά.
Όταν ξεκινάνε οι ήχοι να δυναμώνουν είναι λες και βρίσκεσαι σε ένα πραγματικό club. O Μίσα με την Λου σηκώθηκαν από την καρέκλα τους και χόρευαν, αλλά εγώ έχω ένα πρόβλημα στην μέση που τον τελευταίο καιρό με κάνει να μην νιώθω καλά.
Στο «Drakoulis» μην πάρετε πολλά ορεκτικά, το κρέας είναι απίθανα ψημένο και εξαιρετικής ποιότητας. Το μοναδικό αρνητικό που έχει είναι ότι είναι ακριβό, δυστυχώς! Γενικά θέλει μια σύνεση, την οποία πρέπει να αποκτήσω και εγώ που εκμεταλλεύτηκα το γεγονός ότι άλλοι δύο δεν τρώγανε και έτρωγα μόνος μου. Αφού καθίσαμε περίπου τρεις ώρες αποφασίσαμε να φύγουμε. Ο κ. Μίσα πλήρωσε και βγήκαμε να πάρουμε το αμάξι. Καθώς φτάσαμε στο parking, είδα ότι τα γυάλινα του μάτια του κ. Μίσα ήταν σχεδόν δακρυσμένα και ξαφνικά μας αγκαλιάζει και τους δύο!
Μου λέει «Ρεμί να σου ζητήσω μια χάρη, μπορείς να με πας μια βόλτα στην χιονισμένη Πάρνηθα;». Εγώ βασικά βαριόμουν μετά τις 23.30 θέλω να κοιμάμαι, αλλά η Λου με κοίταξε με αυτό το δολοφονικό της βλέμμα! Τι να πω δεν έφερα αντιρρήσεις σε έναν Ρώσο και σε μια Μανιάτισσα οδήγησα μέχρι την Πάρνηθα με μουσική υπόκρουση από Κεντρίκ Λαμάρ το «Die Hard». Καθώς φτάνουμε σε ένα σημείο που βλέπαμε την Αθήνα, ο κ. Μίσα μου ζητάει σαν χάρη να σταματήσουμε, να καπνίσουμε τα πούρα μας και να του βάλω να ακούσει το «Do svidanija, Moskva»! Υπακούω, ένιωθα βέβαια και τον αέρα που ερχόταν από την ματιά της Λου. Βγαίνουμε και οι τρεις έξω και ανάβουμε τα πούρα μας. Eμένα δεν μου αρέσει το πούρο και απλά το άφηνα να καίει. Ο Μίσα αρχίζει και δακρύζει και μου λέει «Πρέπει να γυρίσουμε από εκεί που ξεκινήσαμε, από το σημείο που πήραμε λάθος δρόμο αγαπημένε Ρεμί, είναι λάθος οι αναζητήσεις, το θέμα είναι το σήμερα, εγώ ζούσα πάντα για το αύριο, μην κάνεις το ίδιο λάθος με εμένα. Να αγαπάς την Λου κάθε μέρα πιο πολύ και να της το λες, αυτό το λάθος έκανα εγώ με την Κατρίνα που είναι σε πίνακα στο σπίτι μου και κάθε μέρα παρακαλώ να φύγω και να πάω στον ουρανό για να της απολογηθώ, για τότε που έφυγα από την Μόσχα χωρίς να της πω ότι την αγαπάω πιο πολύ από ότι υπάρχει σε αυτό το κόσμο».
Κεφάλαιο 8: Η λύτρωση: Πέτα στο γκρεμό αυτά που σε πονάνε!
06.00 Ακρωτήριο Ταίναρο (Εξωτερικό) Ξημέρωμα στο τελευταίο άκρο της Ευρώπης βρεθήκαμε τέσσερις άνθρωποι να ξορκίσουμε την κατάρα του κ. Μίσα.
22.00 «Μάνη Μάνη» (8 ώρες πριν) Είχα μεγάλη χαρά σήμερα που θα έβγαινα με τους φίλους μου τον Life Coach μου Αρίστο και τον δάσκαλο χορού τον κ. Μίσα και την Λου. Το μαγαζί «Μάνη Μάνη» βρίσκεται σε ένα νεοκλασικό κτίριο και είναι πάρα πολύ όμορφο. Είπαμε να μην φάμε φανερό κρέας και πήγαμε και οι τέσσερις να φάμε την απόλυτη μακαρονάδα τσουχτές η οποία είναι με σύγκλινο, γραβιέρα και αυγό τηγανιτό από πάνω (τα αλλαντικά δεν είναι κρέας).
Σαν ορεκτικό πήραμε μανιτάρια φρικασέ, μου έλειψε λίγο το συκωτάκι και μια τραβηχτή που ήταν εξαιρετική. Ξαφνικά σαν ήχος στο μαγαζί ακούστηκαν οι στίχοι από το τραγούδι «Στάχτη να γίνεις Σατανά» και η Λου είπε στον κ. Μίσα «ό,τι σε πονάει πρέπει να το πετάς και να το καις». Αυτός της είπε «και πού πρέπει να γίνει αυτό σωστά;». Αυτήν τον κοιτάζει με μια φυσικότητα και του απαντά «μια που βρισκόμαστε σε Μανιάτικο έδαφος, αυτό που μου έρχεται στο μυαλό είναι το Ακρωτήριο Ταίναρο που είναι η τελευταία πύλη των ανθρώπων».
Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία μετά στα λόγια τους, ούτε στον διάλογό τους ο οποίος γινόταν αρκετά ζωηρός. Η ηρεμία μου γρήγορα καταστράφηκε όταν μου είπαν «Ρεμί πάμε στο Ταίναρο». Κοίταξα με απορία να καταλάβω τι συμβαίνει και κάνω αυτήν την ερώτηση που δεν περιμένεις ποτέ ότι θα υπάρχει κατάφαση. «Πού, στη Μάνη;» Γελώντας! Τότε ο κ.Μίσα σοβαρά με κοιτάζει και μου απαντά «Ναι Ρεμί, έχω μια αποστολή».
Δεν πήραμε γλυκό αν και ήθελα σαν τρελός να φάω γαλατόπιτα και πήγαμε στο σπίτι του του κ. Μίσα στο Παγκράτι να πάρει κάτι που έπρεπε να φύγει όπως είπε. Δεν είναι το καλύτερό μου να οδηγώ βράδυ και ενώ ξεκινήσαμε με ενθουσιασμό και με τραγούδια από Βίκυ Μοσχολιού μέχρι Jenifer Lopez από τις 12.30 από την Αθήνα, φτάσαμε στις 06.00 το πρωί στο Ταίναρο, κοιμήθηκα και λίγο στο δίπλα κάθισμα και το τιμόνι το πήρε ο Αρίστος, ο οποίος δεν κάνει προσπέραση ούτε και σε σαλιγκάρι. Θα μου πείτε γιατί δεν οδήγησε κάποιος άλλος, η Λου δεν οδηγεί με τακούνια και ο κ. Μίσα δεν ξέρει!
Η ανατολή του ήλιου σου φέρνει ευτυχία, αλλά η αϋπνία μας έκανε νευρικούς και οι άθλιοι φραπέδες περιπτέρου που φτιάξαμε δεν βοήθησαν σε κάτι . Όμως η θέα του γκρεμού και της θάλασσας μας έκανε να στεκόμαστε σιωπηλοί. Τότε ο κ. Μίσα μπαίνει στο αμάξι και βγάζει τον πίνακα της Κατρίνας. Με ρωτάει αν έχουμε οινόπνευμα, του αρνήθηκα γιατί με τον αέρα που είχε φοβήθηκα μην πάρουν φωτιά τα ξερόχορτα και μας συλλάβουν. Τότε η Λου του λέει να πάει στο γκρεμό και να το πετάξει. Ο φίλος μας με ρομποτικές κινήσεις την υπακούει και πετάει τον πίνακα στο γκρεμό.
Στέκεται λίγο σε στάση προσοχής και σιγοτραγουδάει ένα τραγούδι. Εγώ φοβήθηκα λίγο μην κάνει κάποια τρέλα και μαζί με τους άλλους πηγαίνουμε προς το μέρος του. Αγκαλιαζόμαστε όλοι και επιστρέφουμε στο αμάξι. Στην επιστροφή είμαστε αμίλητοι το μόνο που άλλαζε ήταν οι ήχοι από τα ερτζιανά που ακουγόταν στο ραδιόφωνο, καμία λέξη δεν ειπώθηκε για τέσσερις ώρες. Βυθισμένοι σε αυτήν την λύπη διασχίσαμε τα χιλιόμετρα.
Λίγο πριν φτάσουμε ο κ. Μίσα που ήταν περίπου τέσσερις ώρες ανέκφραστος χαϊδεύει τα μαλλιά της Λου και της γνέφει…
«Τελικά Λου, αγαπημένη μου ανιψιά, δεν λυτρώνεσαι ποτέ από κάτι, είναι σαν σκοτεινό μελάνι στο δέρμα σου αυτός ο σατανάς, απλά μαθαίνεις να ζεις με αυτήν την τραγωδία. Πάντως σε ευχαριστώ για όλα! Ρεμί να ξέρεις σου χρωστάω μια γαλατόπιτα!».
Κεφάλαιο 9: Οι προτάσεις
Αν έφτασες μετά από 4.637 λέξεις σε αυτό το σημείο σίγουρα καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχουν προτάσεις για τον Άγιο Βαλεντίνο γιατί αρκεί να το θυμάσαι και μπορείς να πάρεις μια τούρτα αμυγδάλου, να φτιάξεις ένα πιάτο με ζυμαρικά αλά βόνγκολε ή να πάρεις το αμάξι και να πάτε στην παραλιακή και να παίζουν τα ηχεία Χούλιο Ινγκλέσιας. Εσύ το αμόρε σου και οι ματιές σας να χάνονται στο σκοτάδι των χιλιομέτρων. Αυτό έχει σημασία: Το θέμα είναι να αγαπάς και αν αγαπάς να το δείχνεις!